Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4460-4480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3517ανατομικός, ή, ό [ἀνατομικός] α-να-το-μι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την ανατομία: ~ή: ανωμαλία/δομή/εξέταση/μελέτη/περιγραφή. ~ές: λεπτομέρειες. ~ά: χαρακτηριστικά.|| (μτφ.) Τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης στο ~ό τραπέζι. 2. που είναι κατασκευασμένος σύμφωνα με την ανατομία του σκελετικού συστήματος, ώστε να προλαμβάνει ή να θεραπεύει ορθοπαιδικά προβλήματα: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: λαβή. ~ό: στρώμα (πβ. ορθοπαιδικός). ~ά: παπούτσια. Σακίδιο με ~ή πλάτη. ● Ουσ.: ανατομική (η): (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) ανατομία: λειτουργική/περιγραφική/χειρουργική ~. ● επίρρ.: ανατομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: παθολογική ανατομική & παθολογική ανατομία: ΙΑΤΡ. παθολογοανατομία. [< 1: μτγν. ἀνατομικός 2: αγγλ. anatomical, γαλλ. anatomique]
3518ανατόμος[ἀνατόμος] α-να-τό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (μτφ.) ερευνητής, μελετητής: βαθύς/οξυδερκής ~ της κοινωνίας/της ανθρώπινης συμπεριφοράς/φύσης/ψυχής. Πβ. αναλυτής. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. γιατρός με ειδικότητα στην ανατομία. Βλ. παθολογο~, -τόμος. [< 1: γαλλ. anatomiste 2: γερμ. Anatom]
3519ανατοποθέτηση[ἀνατοποθέτηση] α-να-το-πο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επανατοποθέτηση.
3520ανατοποθετώ[ἀνατοποθετῶ] α-να-το-πο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {ανατοποθετ-είς ..., -ώντας | ανατοποθέτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} ΣΥΝ. επανατοποθετώ. 1. τοποθετώ ξανά: Οι κίονες ~ούνται στις αρχικές τους θέσεις. 2. (μτφ.) αναπροσαρμόζω τη στάση μου απέναντι σε κάτι: Το ερώτημα ~ήθηκε στο σωστό πλαίσιο. [< γαλλ. replacer]
3521ανατρεπόμενος, η, ο [ἀνατρεπόμενος] α-να-τρε-πό-με-νος επίθ.: που έχει δυνατότητα κλίσης, ώστε να αδειάζει το περιεχόμενό του: ~ος: κάδος. ~η: πλατφόρμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπόμενο όχημα/φορτηγό & φορτηγό με ανατρεπόμενη καρότσα & (προφ.) ανατρεπόμενο: που η καρότσα του ανυψώνεται και αποκτά κλίση προς τα κάτω, δεξιά ή αριστερά για άδειασμα του φορτίου της. [< αγγλ. dump truck, 1924] ● βλ. ανατρέπω [< μτγν. ἀνατρεπόμενος]
3522ανατρεπτικός, ή, ό [ἀνατρεπτικός] α-να-τρε-πτι-κός επίθ.: που επιφέρει ανατροπή: ~ή: θέση/θεωρία/ιδέα/σκέψη/συζήτηση. Λόγος ~ κατεστημένων νοοτροπιών. Το αποτέλεσμα υπήρξε ~ό.|| ~ός: καλλιτέχνης (: απρόβλεπτος, πρωτοπόρος). ~ή: κωμωδία/τέχνη. ~ό: φινάλε/χιούμορ. Πβ. αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, ριζοσπαστικός.|| ~ή: δράση. ~ό: κίνημα. ~ά: συνθήματα. Πβ. επαναστατικός. Βλ. αντιεξουσιαστικός.|| (ΝΟΜ.-επίσ.) Απόφαση ~ή (= ακυρωτική, αναιρετική) της προηγούμενης. ● επίρρ.: ανατρεπτικά ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπτική προθεσμία: ΝΟΜ. εντός της οποίας θα πρέπει να γίνει κάποια ενέργεια, διαφορετικά, μετά την πάροδό της, χαρακτηρίζεται άκυρη και ανενεργή: Η ένσταση ασκείται μέσα σε ~ ~ ... ημερών. [< αρχ. ἀνατρεπτικός, γαλλ. subversif]
3523ανατρέπω[ἀνατρέπω] α-να-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {ανέτρε-ψα (σπάν.) ανάτρε-ψα, ανατράπ-ηκε (λόγ. ανετράπη, μτχ. ανατραπείς, -είσα, -έν, ανατρεπ-όμενος), ανατραπ-εί, ανατρέπ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) συντελώ (με αιφνιδιαστικό τρόπο), ώστε να πάψει να ισχύει κάτι: Μελέτη που ~ει τα έως τώρα δεδομένα. Η κακοκαιρία ~ψε (= ματαίωσε, χάλασε) τα σχέδιά τους. Κατάφερε να ~ψει (= να ανασκευάσει, αντικρούσει, καταρρίψει) τις κατηγορίες σε βάρος του. ~ηκαν (= μεταβλήθηκαν άρδην) οι ισορροπίες/οι κυρίαρχες αντιλήψεις/τα προγνωστικά. Δεν μπορεί να ~εί η απόφαση (= να ακυρωθεί, αναιρεθεί, καταργηθεί)/το αρνητικό κλίμα (= να αναστραφεί, αντιστραφεί). Πβ. φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω. 2. αναποδογυρίζω: Το αυτοκίνητο ~ηκε (= ντελαπάρισε, τούμπαρε). Η βάρκα κινδύνευσε να ~εί (= μπατάρει) λόγω της θαλασσοταραχής. 3. ενεργώ συνήθ. βίαια, ώστε να αφαιρεθεί η εξουσία από κάποιον: Προσπάθησαν να ~ψουν την κυβέρνηση (πβ. ρίχνω)/το πολίτευμα (= να το καταλύσουν). ~έν: καθεστώς. (για πρόσ.) Ο ηγέτης ~ηκε (= (εξ)έπεσε, καθαιρέθηκε). ~είς: Πρόεδρος. 4. (σε αθλητικό αγώνα) ρίχνω κάτω τον αντίπαλό μου: Ο παίκτης ~ηκε μέσα στη μικρή περιοχή (βλ. πέναλτι). ● ΦΡ.: ανατρέπω το σκηνικό (μτφ.): αλλάζω εντελώς την κατάσταση: Με την πρωτοβουλία του ~ψε ~. Το σκηνικό ~ηκε πλήρως στο δεύτερο ημίχρονο. ● βλ. ανατρεπόμενος [< αρχ. ἀνατρέπω ‘αναποδογυρίζω, τα κάνω άνω κάτω’, γαλλ. renverser]
3524ανατρέφω[ἀνατρέφω] α-να-τρέ-φω ρ. (μτβ.) {ανάθρε-ψα (λόγ.) ανέθρε-ψα, αναθρέ-ψει, ανατρά-φηκα (λόγ. ανετράφη, μτχ. ανατραφ-είς -είσα, -έν), αναθρεμμένος, ανατρέφ-οντας} & αναθρέφω 1. μεριμνώ για ή αναλαμβάνω τη διατροφή, την ανάπτυξη και την αγωγή κάποιου· τον μεγαλώνω: ~φηκε με τις φροντίδες της γιαγιάς του/σ' ένα οικογενειακό περιβάλλον γεμάτο αγάπη. Τον ~ψαν με κόπους (= ανέστησαν). Ζώα που έχουν ~φεί στην αιχμαλωσία. 2. διαπαιδαγωγώ: Βιβλίο που ~ψε γενιές και γενιές. ~φηκε με τις αρχές του ... Άνθρωπος αναθρεμμένος με την κλασική παιδεία. Πβ. γαλουχώ, μορφώνω. Βλ. κακο-, καλο-αναθρεμμένος. [< αρχ. ἀνατρέφω, μεσν. αναθρέφω]
3525ανατρέχω[ἀνατρέχω] α-να-τρέ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανέτρε-ξα, ανατρέ-ξει, ανατρέχ-οντας} (+ σε, απαιτ. λεξιλόγ.) 1. καταφεύγω σε κείμενο ή άλλη πηγή, αναζητώντας στοιχεία: Για τους σκοπούς της έρευνας χρειάστηκε να ~ξει σε αρχεία/στη βιβλιογραφία/στο διαδίκτυο/σε λεξικά. Πβ. αναδιφώ, ερευνώ, συμβουλεύομαι, ψάχνω. 2. στρέφω τη σκέψη μου σε κάτι, κυρ. σε περασμένα γεγονότα, κάνω αναδρομή: ~ει στις απαρχές της θεωρίας ... Μην ~εις στο παρελθόν. Πβ. αναθυμάμαι, ανακαλώ, αναπολώ, επανέρχομαι. [< μτγν. ἀνατρέχω]
3526ανατρέψιμος, η, ο [ἀνατρέψιμος] α-να-τρέ-ψι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί εύκολα να ανατραπεί: (μη) ~η: απόφαση/βλάβη/ισορροπία. ~α: αποτελέσματα/επιχειρήματα. Δύσκολα/εύκολα ~ο κλίμα. Πβ. αναστρέψιμος
3527ανάτρηση[ἀνάτρηση] α-νά-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διάνοιξη τρύπας σε οστική κοιλότητα: ~ κρανίου. ΣΥΝ. τρυπανισμός [< μτγν. ἀνάτρησις ‘τρύπημα, οπή’]
3528ανατριχιάζω[ἀνατριχιάζω] α-να-τρι-χιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανατρίχια-σα, -σμένος, ανατριχιάζ-οντας} (προφ.): νιώθω ανατριχίλα: ~σα από αηδία/το κρύο/τρόμο. Εικόνες που με κάνουν ν' ~ (= φρίττω).|| Η φωνή της με ~ει. Πβ. (ανα)ριγώ, μου σηκώθηκε η τρίχα. ● ΦΡ.: ανατριχιάζω και μόνο ...: για έμφαση: ~ ~ με την ιδέα/στο άκουσμα της λέξης! Και μόνο που το σκέφτομαι/στη σκέψη ότι θα μπορούσα να ..., ~! [< μεσν. ανατριχιάζω]
3529ανατρίχιασμα[ἀνατρίχιασμα] α-να-τρί-χια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η κατάσταση του ανθρώπου που ανατριχιάζει: ~ από το δέος/κρύο. Πβ. ανατριχίλα.
3530ανατριχιαστικός, ή, ό [ἀνατριχιαστικός] α-να-τρι-χια-στι-κός επίθ.: που προκαλεί ανατριχίλα: ~ός: ήχος. ~ό: τρίξιμο.|| ~ή: ερμηνεία (: συγκλονιστική)/ιστορία/περιγραφή/σκηνή. ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ές: εικόνες/λεπτομέρειες/φωτογραφίες. ~ά: βασανιστήρια/στοιχεία. Πβ. απαίσιος, φρικιαστικός, φρικτός.|| (εμφατ.) ~ ο αριθμός των θυμάτων (= υπερβολικά μεγάλος). ● επίρρ.: ανατριχιαστικά
3531ανατριχίλα[ἀνατριχίλα] α-να-τρι-χί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αίσθηση ανόρθωσης των τριχών, η οποία προκαλείται κυρ. από το κρύο ή από έντονο συναίσθημα (φόβο ή δυνατή συγκίνηση): Ένιωσα μια ~ να με διαπερνά (από την κορυφή ως τα νύχια). Μ' έπιασαν ~ες (: λόγω πυρετού). Πβ. ρίγος, σύγκρυο.|| Έγκλημα/σκηνή που προκαλεί/φέρνει ~ (= τρόμο). Είδηση που σκόρπισε ρίγη ~ας. Πβ. αποτροπιασμός, φρίκη, φρικίαση.|| Αισθάνομαι δέος και ~ μπροστά του. Πβ. ανατρίχιασμα. Βλ. -ίλα.
3532ανατροπέας[ἀνατροπέας] α-να-τρο-πέ-ας ουσ. (αρσ.) {ανατροπ-είς, -έων} 1. πρόσωπο που επιφέρει ανατροπή: ~ των θεσμών/της καθεστηκυίας τάξης. (Υπονομευτές και) ~είς του πολιτεύματος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ανατροπής ογκωδών αντικειμένων: ~ βαρελιών/κιβωτίων. [< 1: αρχ. ἀνατροπεύς. 2: αγγλ. tipper]
3533ανατροπή[ἀνατροπή] α-να-τρο-πή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αιφνιδιαστική διακοπή της ισχύος δεδομένης κατάστασης και συνήθ. επικράτηση της αντίθετής της: απίστευτη/κοινωνική/μεγάλη/πλήρης/πολιτική/ριζική/συγκλονιστική ~. ~ της αρνητικής συγκυρίας/του σκορ/των συσχετισμών (= ανα-, αντι-στροφή). ~ των δεδομένων/επιχειρημάτων (= ανασκευή, κατάρριψη)/θέσεων (= αναίρεση, αντίκρουση)/προσδοκιών (: διάψευση)/σχεδίων (= ακύρωση, ματαίωση). 2. αναποδογύρισμα: ~ του αυτοκινήτου (πβ. ντελαπάρισμα)/της βάρκας (πβ. μπατάρ-, τουμπάρ-ισμα). 3. καθαίρεση, βίαιη συνήθ. κατάλυση: ~ του δικτάτορα/της κυβέρνησης (πβ. ξήλωμα). Απόπειρα/προσπάθεια/σχέδιο ~ής του πολιτεύματος. 4. (σε αθλητικό αγώνα) ρίξιμο αντιπάλου στο έδαφος: (στο ποδόσφαιρο) ~ του παίκτη στη μεγάλη περιοχή.ανατροπές (οι): ανατρεπτικές καταστάσεις, ριζικές μεταβολές: απρόβλεπτες/εργασιακές/ιστορικές/κοινωνικές ~. Συγκρούσεις και ~. Περίοδος ~ών και κοσμογονικών αλλαγών στην οικονομία και την επιστήμη.|| Ταινία με διαρκείς ~ (: αναπάντεχες εξελίξεις). ● ΣΥΜΠΛ.: ανατροπή (του) σκηνικού (μτφ.): πλήρης αλλαγή μιας κατάστασης: δραματική ~ ~. ~ του πολιτικού σκηνικού. ~ ~ στο χρηματιστήριο., δημιουργική ανατροπή: κατάργηση του παλιού με σκοπό την ανανέωση, αναδημιουργία. [< αρχ. ἀνατροπή ‘αναποδογύρισμα, καταστροφή, ανασκευή, κατάργηση’, γαλλ. renversement]
3534ανατροφή[ἀνατροφή] α-να-τρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανατρέφω: ~ με στοργή και φροντίδα. Γονική άδεια ~ής. Πβ. ανάθρεμμα, μεγάλωμα. 2. αγωγή, διαπαιδαγώγηση: θρησκευτική ~. Παιδί με κακή/καλή ~. Του έχει δοθεί/έχει πάρει (από τους γονείς του) εξαίρετη ~.|| Η ~ (: παιδεία) μου δεν μου επιτρέπει να ... [< μτγν. ἀνατροφή]
3535ανατροφοδότηση[ἀνατροφοδότηση] α-να-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. κάθε είδους μήνυμα, πληροφορία, απάντηση (σχόλιο, έπαινος, χαμόγελο, τιμωρία), που λαμβάνει κάποιος για τη συμπεριφορά ή τον τρόπο δράσης του και η οποία δρα ενθαρρυντικά ή αποθαρρυντικά: λεκτική/οπτική/προφορική ~. Δραστηριότητες με άμεση/συνεχή ~ (από τον εκπαιδευτή). (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ των μαθητών και του εκπαιδευτικού. Τεστ αυτοαξιολόγησης µε ~. Δέχομαι/λαμβάνω/παρέχω ~.|| ~ του συστήματος (με την ανταπόκριση των πελατών). Αναθεώρηση των στόχων της εταιρείας βάσει της ~ης από την αγορά. Βλ. βιο~. ΣΥΝ. ανάδραση, φίντμπακ 2. εκ νέου τροφοδότηση: ~ δικτύου/πληροφοριών (πβ. παροχή).|| (μτφ.) ~ της κρίσης (πβ. αναζωπύρωση)/του πληθωρισμού (πβ. αύξηση, ενίσχυση). 3. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. επιστροφή τμήματος του σήματος εξόδου στην είσοδο συστήματος ή κυκλώματος, με σκοπό τη ρύθμιση της λειτουργίας του: κύκλωμα ~ης ρεύματος. ΣΥΝ. ανάδραση ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική ανάδραση βλ. ανάδραση, θετική ανάδραση βλ. ανάδραση [< αγγλ. feedback, γαλλ. feed-back, 1950 3: αγγλ. ~, 1919]
3536ανατροφοδοτικός, ή, ό [ἀνατροφοδοτικός] α-να-τρο-φο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανατροφοδότηση: ~ή: διαδικασία. Η ~ή λειτουργία της αξιολόγησης. Η ~ή σχέση εκπαιδευτικού και τάξης. Βλ. δια-δραστικός, -μορφωτικός. ΣΥΝ. αναδραστικός ● επίρρ.: ανατροφοδοτικά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.