Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4460-4480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3527ανάτρηση[ἀνάτρηση] α-νά-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διάνοιξη τρύπας σε οστική κοιλότητα: ~ κρανίου. ΣΥΝ. τρυπανισμός [< μτγν. ἀνάτρησις ‘τρύπημα, οπή’]
3528ανατριχιάζω[ἀνατριχιάζω] α-να-τρι-χιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ανατρίχια-σα, -σμένος, ανατριχιάζ-οντας} (προφ.): νιώθω ανατριχίλα: ~σα από αηδία/το κρύο/τρόμο. Εικόνες που με κάνουν ν' ~ (= φρίττω).|| Η φωνή της με ~ει. Πβ. (ανα)ριγώ, μου σηκώθηκε η τρίχα. ● ΦΡ.: ανατριχιάζω και μόνο ...: για έμφαση: ~ ~ με την ιδέα/στο άκουσμα της λέξης! Και μόνο που το σκέφτομαι/στη σκέψη ότι θα μπορούσα να ..., ~! [< μεσν. ανατριχιάζω]
3529ανατρίχιασμα[ἀνατρίχιασμα] α-να-τρί-χια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η κατάσταση του ανθρώπου που ανατριχιάζει: ~ από το δέος/κρύο. Πβ. ανατριχίλα.
3530ανατριχιαστικός, ή, ό [ἀνατριχιαστικός] α-να-τρι-χια-στι-κός επίθ.: που προκαλεί ανατριχίλα: ~ός: ήχος. ~ό: τρίξιμο.|| ~ή: ερμηνεία (: συγκλονιστική)/ιστορία/περιγραφή/σκηνή. ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ές: εικόνες/λεπτομέρειες/φωτογραφίες. ~ά: βασανιστήρια/στοιχεία. Πβ. απαίσιος, φρικιαστικός, φρικτός.|| (εμφατ.) ~ ο αριθμός των θυμάτων (= υπερβολικά μεγάλος). ● επίρρ.: ανατριχιαστικά
3531ανατριχίλα[ἀνατριχίλα] α-να-τρι-χί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): αίσθηση ανόρθωσης των τριχών, η οποία προκαλείται κυρ. από το κρύο ή από έντονο συναίσθημα (φόβο ή δυνατή συγκίνηση): Ένιωσα μια ~ να με διαπερνά (από την κορυφή ως τα νύχια). Μ' έπιασαν ~ες (: λόγω πυρετού). Πβ. ρίγος, σύγκρυο.|| Έγκλημα/σκηνή που προκαλεί/φέρνει ~ (= τρόμο). Είδηση που σκόρπισε ρίγη ~ας. Πβ. αποτροπιασμός, φρίκη, φρικίαση.|| Αισθάνομαι δέος και ~ μπροστά του. Πβ. ανατρίχιασμα. Βλ. -ίλα.
3532ανατροπέας[ἀνατροπέας] α-να-τρο-πέ-ας ουσ. (αρσ.) {ανατροπ-είς, -έων} 1. πρόσωπο που επιφέρει ανατροπή: ~ των θεσμών/της καθεστηκυίας τάξης. (Υπονομευτές και) ~είς του πολιτεύματος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα ανατροπής ογκωδών αντικειμένων: ~ βαρελιών/κιβωτίων. [< 1: αρχ. ἀνατροπεύς. 2: αγγλ. tipper]
3533ανατροπή[ἀνατροπή] α-να-τρο-πή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) αιφνιδιαστική διακοπή της ισχύος δεδομένης κατάστασης και συνήθ. επικράτηση της αντίθετής της: απίστευτη/κοινωνική/μεγάλη/πλήρης/πολιτική/ριζική/συγκλονιστική ~. ~ της αρνητικής συγκυρίας/του σκορ/των συσχετισμών (= ανα-, αντι-στροφή). ~ των δεδομένων/επιχειρημάτων (= ανασκευή, κατάρριψη)/θέσεων (= αναίρεση, αντίκρουση)/προσδοκιών (: διάψευση)/σχεδίων (= ακύρωση, ματαίωση). 2. αναποδογύρισμα: ~ του αυτοκινήτου (πβ. ντελαπάρισμα)/της βάρκας (πβ. μπατάρ-, τουμπάρ-ισμα). 3. καθαίρεση, βίαιη συνήθ. κατάλυση: ~ του δικτάτορα/της κυβέρνησης (πβ. ξήλωμα). Απόπειρα/προσπάθεια/σχέδιο ~ής του πολιτεύματος. 4. (σε αθλητικό αγώνα) ρίξιμο αντιπάλου στο έδαφος: (στο ποδόσφαιρο) ~ του παίκτη στη μεγάλη περιοχή.ανατροπές (οι): ανατρεπτικές καταστάσεις, ριζικές μεταβολές: απρόβλεπτες/εργασιακές/ιστορικές/κοινωνικές ~. Συγκρούσεις και ~. Περίοδος ~ών και κοσμογονικών αλλαγών στην οικονομία και την επιστήμη.|| Ταινία με διαρκείς ~ (: αναπάντεχες εξελίξεις). ● ΣΥΜΠΛ.: ανατροπή (του) σκηνικού (μτφ.): πλήρης αλλαγή μιας κατάστασης: δραματική ~ ~. ~ του πολιτικού σκηνικού. ~ ~ στο χρηματιστήριο., δημιουργική ανατροπή: κατάργηση του παλιού με σκοπό την ανανέωση, αναδημιουργία. [< αρχ. ἀνατροπή ‘αναποδογύρισμα, καταστροφή, ανασκευή, κατάργηση’, γαλλ. renversement]
3534ανατροφή[ἀνατροφή] α-να-τρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανατρέφω: ~ με στοργή και φροντίδα. Γονική άδεια ~ής. Πβ. ανάθρεμμα, μεγάλωμα. 2. αγωγή, διαπαιδαγώγηση: θρησκευτική ~. Παιδί με κακή/καλή ~. Του έχει δοθεί/έχει πάρει (από τους γονείς του) εξαίρετη ~.|| Η ~ (: παιδεία) μου δεν μου επιτρέπει να ... [< μτγν. ἀνατροφή]
3535ανατροφοδότηση[ἀνατροφοδότηση] α-να-τρο-φο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. κάθε είδους μήνυμα, πληροφορία, απάντηση (σχόλιο, έπαινος, χαμόγελο, τιμωρία), που λαμβάνει κάποιος για τη συμπεριφορά ή τον τρόπο δράσης του και η οποία δρα ενθαρρυντικά ή αποθαρρυντικά: λεκτική/οπτική/προφορική ~. Δραστηριότητες με άμεση/συνεχή ~ (από τον εκπαιδευτή). (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ των μαθητών και του εκπαιδευτικού. Τεστ αυτοαξιολόγησης µε ~. Δέχομαι/λαμβάνω/παρέχω ~.|| ~ του συστήματος (με την ανταπόκριση των πελατών). Αναθεώρηση των στόχων της εταιρείας βάσει της ~ης από την αγορά. Βλ. βιο~. ΣΥΝ. ανάδραση, φίντμπακ 2. εκ νέου τροφοδότηση: ~ δικτύου/πληροφοριών (πβ. παροχή).|| (μτφ.) ~ της κρίσης (πβ. αναζωπύρωση)/του πληθωρισμού (πβ. αύξηση, ενίσχυση). 3. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. επιστροφή τμήματος του σήματος εξόδου στην είσοδο συστήματος ή κυκλώματος, με σκοπό τη ρύθμιση της λειτουργίας του: κύκλωμα ~ης ρεύματος. ΣΥΝ. ανάδραση ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική ανάδραση βλ. ανάδραση, θετική ανάδραση βλ. ανάδραση [< αγγλ. feedback, γαλλ. feed-back, 1950 3: αγγλ. ~, 1919]
3536ανατροφοδοτικός, ή, ό [ἀνατροφοδοτικός] α-να-τρο-φο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανατροφοδότηση: ~ή: διαδικασία. Η ~ή λειτουργία της αξιολόγησης. Η ~ή σχέση εκπαιδευτικού και τάξης. Βλ. δια-δραστικός, -μορφωτικός. ΣΥΝ. αναδραστικός ● επίρρ.: ανατροφοδοτικά
3537ανατροφοδοτώ[ἀνατροφοδοτῶ] α-να-τρο-φο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {ανατροφοδοτ-είς ... | ανατροφοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. τροφοδοτώ εκ νέου: ~είται ο ανταγωνισμός/το κλίμα οργής (= αναζωπυρώνεται) Συνεχώς ~ούμενος κύκλος βίας. 2. παρέχω ανατροφοδότηση.
3538ανάτυπο[ἀνάτυπο] α-νά-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {ανατύπ-ου}: άρθρο ή τμήμα έκδοσης, κυρ. συλλογικής, που τυπώνεται αυτοτελώς: ~ από το περιοδικό/τα πρακτικά του συνεδρίου. Πβ. ανατύπωση. [< αγγλ. offprint]
3539ανατυπώνω[ἀνατυπώνω] α-να-τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {ανατύπω-σε | ανατυπώ-θηκε, -μένος}: κάνω ανατύπωση: Το μυθιστόρημα εξαντλήθηκε και πρόκειται να ~θεί. ~μένη: έκδοση. Έργο ~μένο σε πολυτελές χαρτί. Βλ. αναδημοσιεύω, επανεκδίδω. [< μτγν. ἀνατυπῶ, γαλλ. réimprimer]
3540ανατύπωση[ἀνατύπωση] α-να-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου εκτύπωση εντύπου, εικόνας, φωτογραφίας, χωρίς ή με ελάχιστες αλλαγές· κατ' επέκτ. το ανατυπωμένο έργο: ακριβής/φωτογραφική/ψηφιακή ~ βιβλίου. Βλ. αναδημοσίευση, επανέκδοση.|| Σπάνιες ~ώσεις (πβ. ανάτυπο). [< μτγν. ἀνατύπωσις, γαλλ. réimpression]
3541άναυδος, η, ο [ἄναυδος] ά-ναυ-δος επίθ. (λόγ.): άφωνος, κατάπληκτος: Έμεινε ~η από τη συμπεριφορά του/μόλις τον αντίκρισε/μπροστά στη φρίκη των εικόνων. Το θλιβερό γεγονός μάς άφησε όλους ~ους. Πβ. άλαλος, αποσβολωμένος, εμβρόντητος, ενεός, σοκαρισμένος, με ανοιχτό το στόμα. [< αρχ. ἄναυδος]
3542αναύξητος, η, ο [ἀναύξητος] α-ναύ-ξη-τος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για ρηματικό τύπο) που δεν παίρνει αύξηση. ΑΝΤ. αυξημένος (2) [< αρχ. ἀναύξητος]
3543αναφαίνεται[ἀναφαίνεται] α-να-φαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {αναφάνηκε (λόγ. ανεφάνη), αναφανεί} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εμφανίζεται, παρουσιάζεται: Προκλήσεις/προοπτικές που ~ονται. Νέα προβλήματα ~ονται (= ανακύπτουν, αναφύονται) στο πολιτικό σκηνικό. Το πραγματικό ταλέντο θα αναφανεί (= αναδειχθεί, φανερωθεί). 2. ξαναεμφανίζεται: Με εργασίες ριζικού καθαρισμού, αναφάνηκε μεγάλο μέρος του μνημείου. [< αρχ. ἀναφαίνομαι]
3544αναφαίρετος, η, ο [ἀναφαίρετος] α-να-φαί-ρε-τος επίθ.: που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από κάποιον: ~α: προνόμια. Η απεργία αποτελεί ~ο δικαίωμα των εργαζομένων. Πβ. αναπαλλοτρίωτος, απαράγραπτος. ● επίρρ.: αναφαίρετα [< μτγν. ἀναφαίρετος]
3545αναφανδόν[ἀναφανδόν] α-να-φαν-δόν επίρρ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. φανερά, ανεπιφύλακτα: Τάχθηκαν ~ υπέρ του νομοσχεδίου. Συμφωνώ ~ με το αίτημά σας. 2. (αρνητ. συνυποδ.) ολοφάνερα, απροκάλυπτα: Παραβιάζουν ~ τις συνθήκες. Πβ. πασιφανώς. [< αρχ. ἀναφανδόν]
3546ανάφαση[ἀνάφαση] α-νά-φα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. το τρίτο στάδιο της μίτωσης, κατά το οποίο οι αδερφές χρωματίδες αποχωρίζονται μεταξύ τους και κινούνται προς τους πόλους (άκρα) του κυττάρου. Βλ. μετά-, πρό-, τελό-φαση. [< γερμ. Anaphase, γαλλ.-αγγλ. anaphase]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.