Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44780-44800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44224ρετροϊόςρε-τρο-ϊ-ός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. ομάδα RNA ιών που φέρουν την αντίστροφη μεταγραφάση. Βλ. έιτζ. [< αγγλ. retrovirus, 1975,γαλλ. rétrovirus, 1978]
44225ρετροσπεκτίβαρε-τρο-σπε-κτί-βα: κινηματογραφικό αφιέρωμα στη φιλμογραφία ενός σκηνοθέτη ή σε ταινίες συγκεκριμένου είδους· γενικότ. αναδρομική έκθεση καλλιτέχνη: Διοργανώνεται ~ στα φιλμ νουάρ/προς τιμήν του ... [< γαλλ. rétrospective, 1920]
44226ρετσέλιρε-τσέ-λι ουσ. (ουδ.) & ριτσέλι: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκό του κουταλιού ή μαρμελάδα από κυδώνι, σύκο ή κολοκύθι που έχει βραστεί μέσα σε πετιμέζι. [< τουρκ. reçel]
44227ρετσέταρε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) υπόδειγμα ή οδηγία που εφαρμόζεται πιστά και μηχανικά: Δεν υπάρχουν ~ες για το πρόβλημά μας. Πβ. μπούσουλας, τυφλοσούρτης. 2. (παλαιότ.) συνταγή: ~ του γιατρού.|| Οι παλιές ~ες της γιαγιάς. Βλ. -έτα. [< μεσν. ρετσέτα < βεν. receta]
44228ρετσίναρε-τσί-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ελληνικού λευκού κρασιού που περιέχει ρετσίνι πεύκων: βαρελίσια/χύμα ~. ΣΥΝ. ρετσινάτο, ρητινίτης [< μεσν. ρετσίνα· πβ. γαλλ. retsina, αγγλ. ~, 1940, γερμ. Retsina]
44229ρετσινάτορε-τσι-νά-το επίθ./ουσ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρασί με ρετσίνι. Βλ. -άτο. ΣΥΝ. ρετσίνα ΑΝΤ. αρετσίνωτο
44230ρετσίνιρε-τσί-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΒΟΤ. ρητίνη. [< μεσν. ρετσίνι]
44231ρετσινιάρε-τσι-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): προσβλητικός χαρακτηρισμός ο οποίος στιγματίζει κάποιον: Του έμεινε/του κόλλησε η ~ (του ρατσιστή/ψεύτη). Του φόρτωσαν τη ~ πως ... Πβ. αβανιά, κηλίδα, στάμπα, στίγμα, ταμπέλα.
44232ρετσινολαδιάρε-τσι-νο-λα-διά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. δενδρώδες ή ποώδες αειθαλές φυτό (επιστ. ονομασ. Ricinus communis) με μεγάλα οδοντωτά φύλλα, που αναπτύσσεται σε τροπικά ή εύκρατα κλίματα. ΣΥΝ. ρίκινος
44233ρετσινόλαδορε-τσι-νό-λα-δο ουσ. (ουδ.): αιθέριο έλαιο που παράγεται από τους σπόρους της ρετσινολαδιάς και χρησιμοποιείται κυρ. ως καθαρτικό. ΣΥΝ. καστορέλαιο, ρητινέλαιο (2) ● ΦΡ.: ο φάντης με το ρετσινόλαδο: για πράγματα που δεν σχετίζονται καθόλου μεταξύ τους: Όση σχέση έχει ~ ~, άλλη τόση έχει ο/η ... με ... [< ιταλ. olio di ricino]
44234ρετσιτατίβορε-τσι-τα-τί-βο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής απαγγελίας, με οργανική συνοδεία, που πλησιάζει τον ρυθμό της φυσικής ομιλίας και χρησιμοποιείται στην όπερα, στο ορατόριο ή στην καντάτα για διάλογο και αφήγηση· το αντίστοιχο μουσικό κομμάτι. [< ιταλ. recitativo]
44235ρεύμα[ῥεῦμα] ρεύ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. {χωρ. πληθ.} προσανατολισμένη μετακίνηση ηλεκτρικών φορτίων, η ηλεκτρική ενέργεια και η παροχή της και συνεκδ. το τιμολόγιο ή ο σχετικός λογαριασμός της ΔΕΗ ή άλλου πάροχου: η ένταση (βλ. αμπέρ)/ισχύς (βλ. βατ)/ροή/(ισχυρή/χαμηλή) τάση (βλ. βολτ)/φορά του ~ατος. Τον χτύπησε το ~ (: έπαθε ηλεκτροπληξία).|| ~ από (αιολική/ηλιακή/πυρηνική) ενέργεια. Γεννήτρια/(γενική) διακοπή/καλώδιο/μετασχηματιστής/μετρητής/μονάδα παραγωγής/πρίζα/σταθμός/σύνδεση/τροφοδοσία ~ατος. Xωρίς ~ έμειναν πολλά χωριά λόγω της κακοκαιρίας. Μου έκοψαν το ~. Πβ. ηλεκτρισμός.|| Ακριβό/βιομηχανικό/νυχτερινό ~. Πλήρωσα το ~. Πβ. ηλεκτρικό. ΣΥΝ. ηλεκτρικό ρεύμα 2. μαζική μετακίνηση συνόλου προσώπων ή οχημάτων προς ορισμένη κατεύθυνση· η αντίστοιχη λωρίδα κυκλοφορίας σε δρόμο: τουριστικό ~. ~ μετανάστευσης. ~ επισκεπτών/φιλάθλων. Πβ. κύμα.|| Παρατηρείται (αραιό/πυκνό) ~ αυτοκινήτων στην είσοδο/έξοδο της πόλης.|| Αντίθετο ~. ~ ανόδου/καθόδου. Η λεωφόρος ... παραμένει κλειστή και στα δύο ~ατα. 3. τάση που διαμορφώνεται σε συγκεκριμένο τομέα και ακολουθείται από μεγάλο αριθμό ανθρώπων: αντιπολεμικό/αρχιτεκτονικό/επαναστατικό/ιδεολογικό/καλλιτεχνικό/μοντέρνο/μουσικό/πολιτικό/φιλοσοφικό ~. ~ ιδεών. Σχολές και ~ατα στη λογοτεχνία/στην τέχνη. Το ~ της εποχής/μόδας. Προοδευτικό/συντηρητικό ~ ενός κόμματος. Αντιστέκονται στο κυρίαρχο ~ (βλ. μέινστριμ). 4. ροή αέριας, ρευστής, υγρής ή ατμοσφαιρικής μάζας· κάθε κίνηση αέρα: ασθενές/ισχυρό/παγωμένο/υδάτινο/ψυχρό ~. Ανοδικά/γεωστροφικά/θαλάσσια (κατακόρυφες ή οριζόντιες κινήσεις θαλάσσιων μαζών)/καθοδικά/υπόγεια ~ατα. ~ λάβας. Το θερμό ~ του Ατλαντικού/Κόλπου του Μεξικού. Ταχύτητα ~ατος. Παρασύρθηκε από το ορμητικό ~ του ποταμού.|| Κάνει ~ από την πόρτα/το παράθυρο. Έκατσε ιδρωμένος στο ~ και κρυολόγησε. Πβ. πνοή, φύσημα. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλασσόμενο ρεύμα (σύμβ. AC): ΗΛΕΚΤΡ. που η ένταση και η φορά του μεταβάλλονται περιοδικά. [< γαλλ. courant alternatif] , συνεχές ρεύμα (σύμβ. DC): ΗΛΕΚΤΡ. που η ένταση και η φορά του παραμένουν σταθερά: κύκλωμα ~ούς ~ατος. [< γαλλ. courant continu] , εναλλάκτης ρεύματος βλ. εναλλάκτης, πυκνότητα ρεύματος βλ. πυκνότητα, τριφασικό ρεύμα βλ. τριφασικός, υψίσυχνο ρεύμα βλ. υψίσυχνος ● ΦΡ.: έχει ρεύμα (μτφ.): είναι δημοφιλής., κόντρα/αντίθετα/ενάντια στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο βλ. κόντρα [< 1-3: γαλλ. courant 4: αρχ. ῥεῦμα]
44237ρευματισμοί[ῥευματισμοί] ρευ-μα-τι-σμοί ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. ρευματισμός}: ΙΑΤΡ. πάθηση που χαρακτηρίζεται από πόνο στις αρθρώσεις, στους μυς και σε άλλους ιστούς: παραμορφωτικοί/φλεγμονώδεις ~. Με πιάνουν ~. Πάσχει/υποφέρει από ~ούς. Χρόνιος/ψυχογενής ~ός. Βλ. (οστεο)αρθρίτιδα. [< αρχ. ῥευματισμός ‘εκροή, σωματικό υγρό’, γαλλ. rhumatisme, αγγλ. rheumatism]
44238ρευματοδότηςρευ-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΗΛΕΚΤΡ. πρίζα. Βλ. -δότης, ρευματολήπτης.
44239ρευματοδότησηρευ-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτροδότηση. Βλ. -δότηση.
44240ρευματοειδής, ής, ές ρευ-μα-το-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ρευματισμούς ή σχετίζεται με αυτούς: ~ής: πόνος/πυρετός. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρευματοειδής αρθρίτιδα : αυτοάνοση πάθηση που προκαλεί πόνο, δυσκαμψία και οίδημα στις αρθρώσεις, καθώς και φλεγμονή σε άλλα εξωαρθρικά όργανα του σώματος., ρευματοειδής παράγοντας: αυτοαντίσωμα του αίματος που παρουσιάζεται αυξημένο συνήθ. σε άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα. [< αγγλ. rheumatoid factor, 1949] [< γαλλ. rhumatoïde, αγγλ. rheumatoid]
44241ρευματοκλοπήρευ-μα-το-κλο-πή ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. κλοπή ρεύματος, αυθαίρετη και με δόλο επέμβαση στον μετρητή ή και στις εγκαταστάσεις δικτύου, με σκοπό την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς την καταγραφή της.
44242ρευματολήπτηςρευ-μα-το-λή-πτης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΗΛΕΚΤΡ. φις. Βλ. -λήπτης, βύσμα, ρευματοδότης. [< γαλλ. fiche]
44243ρευματοληψίαρευ-μα-το-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. λήψη ρεύματος: ~ συσκευής από πρίζα/των τρόλεϊ από δύο κεραίες. ~ μέσω μετασχηματιστή. Καλώδιο ~ας.
44244ρευματολογίαρευ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ρ): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη, διάγνωση και αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων· η σχετική ειδικότητα: αθλητιατρική/εργαστηριακή/κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< αγγλ. rheumatology, 1936, γαλλ. rhumatologie, 1945]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.