| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44215 | ρετάλι | ρε-τά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. το τελευταίο κομμάτι υφάσματος που πωλείται φθηνότερα· κατ' επέκτ. υπόλοιπο, υπόλειμμα: ~ια μοκέτας/πανιών.|| ~ια ξύλου. 2. (μτφ.) κουρασμένος, εξαντλημένος, κατάκοπος: Γυρνάει κάθε μέρα ~ από τη δουλειά (= πτώμα, ψόφιος). 3. (μτφ.-αργκό-μειωτ.) άνθρωπος ανάξιος, που έχει εξευτελιστεί: ~ της κοινωνίας. Τον έκανε ~ (= ρεζίλι). Πβ. κατακάθι, τιποτένιος. 4. ΟΙΚΟΝ. τίτλος μετοχής που αντιπροσωπεύει αριθμό μικρότερο από τη μονάδα διαπραγμάτευσης. [< ιταλ. ritaglio (ή διαλεκτ. retaglio)] | |
| 44216 | ρετάρισμα | ρε-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρετάρω. Βλ. -ισμα. | |
| 44217 | ρετάρω | ρε-τά-ρω ρ. (αμτβ.) {ρετάρ-ισα κ. ρέταρ-α, ρετάρ-οντας} (προφ.): (συνήθ. για όχημα) δεν λειτουργώ κανονικά· υπολειτουργώ: ~ει ο κινητήρας/η μηχανή. Το αμάξι άρχισε να ~ει και μετά από λίγο έσβησε τελείως.|| (μτφ.) Η δημόσια διοίκηση ~ει. [< γαλλ. retard] | |
| 44218 | ρετινοβλάστωμα | ρε-τι-νο-βλά-στω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος του αμφιβληστροειδούς που αναπτύσσεται κυρ. σε παιδιά. Βλ. μυελο-, νεφρο-, νευρο-βλάστωμα, -ωμα2. [< αγγλ. retinoblastoma, 1924, γαλλ. rétinoblastome] | |
| 44219 | ρετινόλη | ρε-τι-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. συστατικό της βιταμίνης Α (C20H29OH). Βλ. καροτενοειδή, -όλη. [< αγγλ. retinol, 1960, γαλλ. rétinol, 1972] | |
| 44220 | ρετιρέ | ρε-τι-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΡΧΙΤ. ο τελευταίος συνήθ. όροφος πολυώροφου κτιρίου με χαρακτηριστική εσοχή που δημιουργεί μεγάλη βεράντα· το διαμέρισμα αυτού του ορόφου: το ~ της πολυκατοικίας. ~ με καταπληκτική θέα. Μένει σε ~. Βλ. δώμα, σοφίτα. 2. (μτφ.) κορυφή: μισθολογικά ~. Το ~ της βαθμολογίας. [< γαλλ. retiré] | |
| 44221 | ρετουσάρισμα | ρε-του-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & ρετούς: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρετουσάρω: (ΦΩΤΟΓΡ.) Ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~ φωτογραφιών. Βλ. φώτοσοπ.|| (προφ.) ~ του κειμένου (πβ. χτένισμα). Το αμάξι/μενού θέλει ~ (πβ. βελτίωση, τελειοποίηση). Βλ. -ισμα. [< γαλλ. retouche] | |
| 44222 | ρετουσάρω | ρε-του-σά-ρω ρ. (μτβ.) {ρετουσάρ-ισα, -ίστηκε, -ισμένος, ρετουσάρ-οντας} 1. ΦΩΤΟΓΡ. επεξεργάζομαι φωτογραφία με σκοπό τη διόρθωση ατελειών και την αισθητική της τελειοποίηση: ~ισμένη: εικόνα. 2. (μτφ.-προφ.) διορθώνω ή μεταβάλλω κάτι, για να βελτιώσω τη μορφή του: ~ το σενάριο (πβ. χτενίζω). Κάλεσε διακοσμητή να ~ει το σαλόνι. [< γαλλ. retoucher] | |
| 44223 | ρετρό | ρε-τρό επίθ. {άκλ.}: που αποτελεί στιλ του παρελθόντος ή σχετίζεται με αυτό: ~ λουκ/ρούχα/φωτογραφία/χτένισμα. Πβ. βιντάζ, παλιομοδίτικος. ● Ουσ.: ρετρό (το): τάση κυρ. στη μόδα και τη διακόσμηση, που αναβιώνει ή μιμείται το στιλ παλιότερης εποχής (συνήθ. του πρώτου μισού του 20ού αι.). [< γαλλ. rétro(grade), 1973] | |
| 44224 | ρετροϊός | ρε-τρο-ϊ-ός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. ομάδα RNA ιών που φέρουν την αντίστροφη μεταγραφάση. Βλ. έιτζ. [< αγγλ. retrovirus, 1975,γαλλ. rétrovirus, 1978] | |
| 44225 | ρετροσπεκτίβα | ρε-τρο-σπε-κτί-βα: κινηματογραφικό αφιέρωμα στη φιλμογραφία ενός σκηνοθέτη ή σε ταινίες συγκεκριμένου είδους· γενικότ. αναδρομική έκθεση καλλιτέχνη: Διοργανώνεται ~ στα φιλμ νουάρ/προς τιμήν του ... [< γαλλ. rétrospective, 1920] | |
| 44226 | ρετσέλι | ρε-τσέ-λι ουσ. (ουδ.) & ριτσέλι: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκό του κουταλιού ή μαρμελάδα από κυδώνι, σύκο ή κολοκύθι που έχει βραστεί μέσα σε πετιμέζι. [< τουρκ. reçel] | |
| 44227 | ρετσέτα | ρε-τσέ-τα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) υπόδειγμα ή οδηγία που εφαρμόζεται πιστά και μηχανικά: Δεν υπάρχουν ~ες για το πρόβλημά μας. Πβ. μπούσουλας, τυφλοσούρτης. 2. (παλαιότ.) συνταγή: ~ του γιατρού.|| Οι παλιές ~ες της γιαγιάς. Βλ. -έτα. [< μεσν. ρετσέτα < βεν. receta] | |
| 44228 | ρετσίνα | ρε-τσί-να ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ελληνικού λευκού κρασιού που περιέχει ρετσίνι πεύκων: βαρελίσια/χύμα ~. ΣΥΝ. ρετσινάτο, ρητινίτης [< μεσν. ρετσίνα· πβ. γαλλ. retsina, αγγλ. ~, 1940, γερμ. Retsina] | |
| 44229 | ρετσινάτο | ρε-τσι-νά-το επίθ./ουσ.: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρασί με ρετσίνι. Βλ. -άτο. ΣΥΝ. ρετσίνα ΑΝΤ. αρετσίνωτο | |
| 44230 | ρετσίνι | ρε-τσί-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΒΟΤ. ρητίνη. [< μεσν. ρετσίνι] | |
| 44231 | ρετσινιά | ρε-τσι-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): προσβλητικός χαρακτηρισμός ο οποίος στιγματίζει κάποιον: Του έμεινε/του κόλλησε η ~ (του ρατσιστή/ψεύτη). Του φόρτωσαν τη ~ πως ... Πβ. αβανιά, κηλίδα, στάμπα, στίγμα, ταμπέλα. | |
| 44232 | ρετσινολαδιά | ρε-τσι-νο-λα-διά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. δενδρώδες ή ποώδες αειθαλές φυτό (επιστ. ονομασ. Ricinus communis) με μεγάλα οδοντωτά φύλλα, που αναπτύσσεται σε τροπικά ή εύκρατα κλίματα. ΣΥΝ. ρίκινος | |
| 44233 | ρετσινόλαδο | ρε-τσι-νό-λα-δο ουσ. (ουδ.): αιθέριο έλαιο που παράγεται από τους σπόρους της ρετσινολαδιάς και χρησιμοποιείται κυρ. ως καθαρτικό. ΣΥΝ. καστορέλαιο, ρητινέλαιο (2) ● ΦΡ.: ο φάντης με το ρετσινόλαδο: για πράγματα που δεν σχετίζονται καθόλου μεταξύ τους: Όση σχέση έχει ~ ~, άλλη τόση έχει ο/η ... με ... [< ιταλ. olio di ricino] | |
| 44234 | ρετσιτατίβο | ρε-τσι-τα-τί-βο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής απαγγελίας, με οργανική συνοδεία, που πλησιάζει τον ρυθμό της φυσικής ομιλίας και χρησιμοποιείται στην όπερα, στο ορατόριο ή στην καντάτα για διάλογο και αφήγηση· το αντίστοιχο μουσικό κομμάτι. [< ιταλ. recitativo] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ