Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44800-44820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44245ρευματολογικός, ή, ό ρευ-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη ρευματολογία ή στον ρευματολόγο. [< αγγλ. rheumatologic, γαλλ. rhumatologique, 1956]
44246ρευματολόγοςρευ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη ρευματολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. rheumatologist, γαλλ. rhumatologue, 1956]
44247ρευματοπάθειαρευ-μα-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. καθεμία από τις διαταραχές του ερειστικού ή συνδετικού ιστού που προσβάλλουν κυρ. τις αρθρώσεις και τους μυς. Βλ. -πάθεια.
44248ρευματοπαθήςρευ-μα-το-πα-θής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. ασθενής που πάσχει από ρευματικές παθήσεις. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. ρευματικός, ρευματική
44249ρευματοφόρος, ος, ο ρευ-μα-το-φό-ρος επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτροφόρος. [< μεσν. ρευματοφόρος 'για ποταμό με ισχυρό ρεύμα']
44250ρεύομαιρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {ρεύ-τηκα}: βγάζω στομαχικά αέρια από το στόμα με ηχηρό τρόπο, κυρ. κατά τη χώνεψη φαγητού: Το μωρό ~τηκε. [< μεσν. ρεύγομαι < αρχ. ἐρεύγομαι]
44251ρεύσηρεύ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ονείρωξη. Βλ. σπερματόρροια. [< μτγν. ῥεῦσις ‘ροή’]
44252ρευστοδυναμικήρευ-στο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος της ρευστομηχανικής που μελετά τις ιδιότητες των ρευστών κατά την κίνησή τους: πειραματική/υπολογιστική ~. Βλ. υδροδυναμική. [< αγγλ. fluid dynamics, γαλλ. dynamique des fluides]
44253ρευστοκονίαμαρευ-στο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. ένεμα.
44254ρευστομηχανικήρευ-στο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μηχανική των ρευστών: εφαρμοσμένη/περιβαλλοντική ~. Βλ. υδραυλική, αερο-, υδρο-μηχανική. [< αγγλ. fluid mechanics, 1937, γαλλ. mécanique des fluides]
44255ρευστοποίησηρευ-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. πώληση περιουσιακών στοιχείων, ώστε να μετατραπούν σε μετρητά: ~ ακίνητης περιουσίας/αξιογράφου/επένδυσης/κεφαλαίων/μετοχών/οµολόγων/τίτλων/χαρτοφυλακίου. Οι επενδυτές προχώρησαν σε ~ κερδών. Πβ. εξαργύρωση. Βλ. ακινητοποίηση, εκκαθάριση. 2. ΦΥΣ. μετατροπή σώματος σε ρευστό ή αύξηση της ρευστότητάς του: ~ των αερίων/του εδάφους (λόγω σεισμού)/μετάλλου.|| Τα υγρά βοηθούν στη ~ των εκκρίσεων της μύτης και του λαιμού. Πβ. υγροποίηση. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. στερεοποίηση [< 1: γαλλ. liquidation 2: γαλλ. fluidification]
44256ρευστοποιήσιμος, η, ο ρευ-στο-ποι-ή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να ρευστοποιηθεί: (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αξία. ~ες: επενδύσεις/μετοχές.|| (σπάν. ΦΥΣ.) ~ο: υλικό. Βλ. -ιμος. [< γαλλ. liquidatif]
44257ρευστοποιώ[ρευστοποιῶ] ρευ-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ρευστοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. ΟΙΚΟΝ. ανταλλάσσω περιουσιακά στοιχεία με ρευστό χρήμα: ~ημένα: κεφάλαια. Πβ. εξαργυρώνω. Βλ. ακινητοποιώ. 2. ΦΥΣ. κάνω κάτι ρευστό: Δυνατό καθαριστικό που ~εί το γράσο. ~ημένη: άμμος/άσφαλτος. ~ημένο: υλικό. Πβ. τήκω. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. υγροποιώ ΑΝΤ. στερεοποιώ [< 1: γαλλ. liquider 2: γαλλ. fluidifier]
44258ρευστός, ή, ό [ῥευστός] ρευ-στός επίθ. 1. ΦΥΣ. (για ύλη, σώμα) που έχει την ιδιότητα να ρέει: ~ή: κόλλα/λάβα/μάζα. ~ό: μέταλλο/στοιχείο. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. στερεός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σταθερότητας, που μεταβάλλεται εύκολα: ~ός: χαρακτήρας (καθεστώτος). ~ή: αγορά. ~ό: αποτέλεσμα/(πολιτικό) κλίμα/πρόγραμμα. ~ές: συνθήκες (της οικονομίας). ~ά: όρια. Η κατάσταση παραμένει ~ή. Πβ. ασαφής, ασταθής, μεταβαλλόμενος. ΣΥΝ. ευμετάβλητος ΑΝΤ. αμετάβλητος, σταθερός (1) ● Ουσ.: ρευστό (το): ΦΥΣ. υγρό ή αέριο σώμα που βρίσκεται σε ρευστή κατάσταση: μηχανική των ~ών (= ρευστομηχανική). ● ΣΥΜΠΛ.: ρευστό χρήμα & (προφ.) ρευστό: μετρητά χρήματα που μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν: καταβολή/πληρωμή σε ~. Βλ. επιταγή, ομόλογα. ΣΥΝ. ζεστό χρήμα (1) [< 1: αρχ. ῥευστός 2: γαλλ. liquide]
44259ρευστότηταρευ-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. διαθεσιμότητα μετρητών χρημάτων, δυνατότητα άμεσης χρησιμοποίησής τους: αναγκαία/απόλυτη/έκτακτη/επαρκής/μακροπρόθεσμη/νομισματική/οικονομική/ταμειακή ~. Η ~ της αγοράς/των μετοχών/της οικονομίας/των συναλλαγών/του χρηματιστηρίου. Ανάσα/απορρόφηση/έλλειψη/ένεση/επάρκεια/κρίση/ποσοστά/πρόβλημα ~ας. Δείκτης τρέχουσας ~ας. Ενίσχυση της ~ας των τραπεζών. Το δάνειο προσφέρει άμεση ~. 2. ΦΥΣ. η ιδιότητα του ρευστού: ~ κόλλας/κρέμας/λάβας/λιπαντικού/μετάλλου/υγρών/ύλης. Η ~ του εσωτερικού της Γης. 3. (μτφ.-λόγ.) έλλειψη σταθερότητας, μονιμότητας: Επικρατεί/υπάρχει (κοινωνική) ~. ~ του προγράμματος/των συνθηκών/των συνόρων/του χαρακτήρα (: ευμετάβλητο). Εποχή/περίοδος έντονης οικονομικής/πολιτικής ~ας. Πβ. αβεβαι-, μεταβλητ-ότητα, αστάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: κίνδυνος ρευστότητας: ΟΙΚΟΝ. που προκύπτει από την αδυναμία διακανονισμού των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου έγκαιρα και σε εύλογη τιμή: πιστωτικός κίνδυνος και ~ ~. [< αγγλ. liquidity risk] [< 1: γαλλ. liquidité 2,3: γαλλ. fluidité]
44260ρεύωβλ. ρέβω
44261ρεφάρωρε-φά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ρεφάρ-ισα κ. ρέφαρ-α, ρεφάρ-οντας} (λαϊκό) 1. (σε τυχερά παιχνίδια) ξανακερδίζω αυτά που έχασα: Ποντάρει διπλά για να ~ει. 2. (μτφ.) ξαναπαίρνω το προβάδισμα, αναπληρώνω ζημιά ή απώλεια: Η ομάδα θέλει τη νίκη για να ~ει (από) την ήττα. Θέλουν να ~ουν τα χαμένα όλης της χρονιάς. [< ιταλ. rifare]
44262ρεφενέρε-φε-νέ επίρρ. (λαϊκό): με πληρωμή από κοινού: Πλήρωναν το νοίκι ~. [< τουρκ. refene]
44263ρεφενέςρε-φε-νές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): από κοινού πληρωμή με το ποσό που αναλογεί στον καθένα. Βλ. -ές. [< μεσν. ρεφενές < τουρκ. refene]
44264ρέφεριρέ-φε-ρι ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (παλαιότ.-λαϊκό) ρέφερης: ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) διαιτητής: διεθνής ~. [< αγγλ. referee]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.