| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44235 | ρεύμα | [ῥεῦμα] ρεύ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. {χωρ. πληθ.} προσανατολισμένη μετακίνηση ηλεκτρικών φορτίων, η ηλεκτρική ενέργεια και η παροχή της και συνεκδ. το τιμολόγιο ή ο σχετικός λογαριασμός της ΔΕΗ ή άλλου πάροχου: η ένταση (βλ. αμπέρ)/ισχύς (βλ. βατ)/ροή/(ισχυρή/χαμηλή) τάση (βλ. βολτ)/φορά του ~ατος. Τον χτύπησε το ~ (: έπαθε ηλεκτροπληξία).|| ~ από (αιολική/ηλιακή/πυρηνική) ενέργεια. Γεννήτρια/(γενική) διακοπή/καλώδιο/μετασχηματιστής/μετρητής/μονάδα παραγωγής/πρίζα/σταθμός/σύνδεση/τροφοδοσία ~ατος. Xωρίς ~ έμειναν πολλά χωριά λόγω της κακοκαιρίας. Μου έκοψαν το ~. Πβ. ηλεκτρισμός.|| Ακριβό/βιομηχανικό/νυχτερινό ~. Πλήρωσα το ~. Πβ. ηλεκτρικό. ΣΥΝ. ηλεκτρικό ρεύμα 2. μαζική μετακίνηση συνόλου προσώπων ή οχημάτων προς ορισμένη κατεύθυνση· η αντίστοιχη λωρίδα κυκλοφορίας σε δρόμο: τουριστικό ~. ~ μετανάστευσης. ~ επισκεπτών/φιλάθλων. Πβ. κύμα.|| Παρατηρείται (αραιό/πυκνό) ~ αυτοκινήτων στην είσοδο/έξοδο της πόλης.|| Αντίθετο ~. ~ ανόδου/καθόδου. Η λεωφόρος ... παραμένει κλειστή και στα δύο ~ατα. 3. τάση που διαμορφώνεται σε συγκεκριμένο τομέα και ακολουθείται από μεγάλο αριθμό ανθρώπων: αντιπολεμικό/αρχιτεκτονικό/επαναστατικό/ιδεολογικό/καλλιτεχνικό/μοντέρνο/μουσικό/πολιτικό/φιλοσοφικό ~. ~ ιδεών. Σχολές και ~ατα στη λογοτεχνία/στην τέχνη. Το ~ της εποχής/μόδας. Προοδευτικό/συντηρητικό ~ ενός κόμματος. Αντιστέκονται στο κυρίαρχο ~ (βλ. μέινστριμ). 4. ροή αέριας, ρευστής, υγρής ή ατμοσφαιρικής μάζας· κάθε κίνηση αέρα: ασθενές/ισχυρό/παγωμένο/υδάτινο/ψυχρό ~. Ανοδικά/γεωστροφικά/θαλάσσια (κατακόρυφες ή οριζόντιες κινήσεις θαλάσσιων μαζών)/καθοδικά/υπόγεια ~ατα. ~ λάβας. Το θερμό ~ του Ατλαντικού/Κόλπου του Μεξικού. Ταχύτητα ~ατος. Παρασύρθηκε από το ορμητικό ~ του ποταμού.|| Κάνει ~ από την πόρτα/το παράθυρο. Έκατσε ιδρωμένος στο ~ και κρυολόγησε. Πβ. πνοή, φύσημα. ● ΣΥΜΠΛ.: εναλλασσόμενο ρεύμα (σύμβ. AC): ΗΛΕΚΤΡ. που η ένταση και η φορά του μεταβάλλονται περιοδικά. [< γαλλ. courant alternatif] , συνεχές ρεύμα (σύμβ. DC): ΗΛΕΚΤΡ. που η ένταση και η φορά του παραμένουν σταθερά: κύκλωμα ~ούς ~ατος. [< γαλλ. courant continu] , εναλλάκτης ρεύματος βλ. εναλλάκτης, πυκνότητα ρεύματος βλ. πυκνότητα, τριφασικό ρεύμα βλ. τριφασικός, υψίσυχνο ρεύμα βλ. υψίσυχνος ● ΦΡ.: έχει ρεύμα (μτφ.): είναι δημοφιλής., κόντρα/αντίθετα/ενάντια στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο βλ. κόντρα [< 1-3: γαλλ. courant 4: αρχ. ῥεῦμα] | |
| 44237 | ρευματισμοί | [ῥευματισμοί] ρευ-μα-τι-σμοί ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. ρευματισμός}: ΙΑΤΡ. πάθηση που χαρακτηρίζεται από πόνο στις αρθρώσεις, στους μυς και σε άλλους ιστούς: παραμορφωτικοί/φλεγμονώδεις ~. Με πιάνουν ~. Πάσχει/υποφέρει από ~ούς. Χρόνιος/ψυχογενής ~ός. Βλ. (οστεο)αρθρίτιδα. [< αρχ. ῥευματισμός ‘εκροή, σωματικό υγρό’, γαλλ. rhumatisme, αγγλ. rheumatism] | |
| 44238 | ρευματοδότης | ρευ-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΗΛΕΚΤΡ. πρίζα. Βλ. -δότης, ρευματολήπτης. | |
| 44239 | ρευματοδότηση | ρευ-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτροδότηση. Βλ. -δότηση. | |
| 44240 | ρευματοειδής | , ής, ές ρευ-μα-το-ει-δής επίθ.: ΙΑΤΡ. που οφείλεται σε ρευματισμούς ή σχετίζεται με αυτούς: ~ής: πόνος/πυρετός. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: ρευματοειδής αρθρίτιδα : αυτοάνοση πάθηση που προκαλεί πόνο, δυσκαμψία και οίδημα στις αρθρώσεις, καθώς και φλεγμονή σε άλλα εξωαρθρικά όργανα του σώματος., ρευματοειδής παράγοντας: αυτοαντίσωμα του αίματος που παρουσιάζεται αυξημένο συνήθ. σε άτομα με ρευματοειδή αρθρίτιδα. [< αγγλ. rheumatoid factor, 1949] [< γαλλ. rhumatoïde, αγγλ. rheumatoid] | |
| 44241 | ρευματοκλοπή | ρευ-μα-το-κλο-πή ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. κλοπή ρεύματος, αυθαίρετη και με δόλο επέμβαση στον μετρητή ή και στις εγκαταστάσεις δικτύου, με σκοπό την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς την καταγραφή της. | |
| 44242 | ρευματολήπτης | ρευ-μα-το-λή-πτης ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΗΛΕΚΤΡ. φις. Βλ. -λήπτης, βύσμα, ρευματοδότης. [< γαλλ. fiche] | |
| 44243 | ρευματοληψία | ρευ-μα-το-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. λήψη ρεύματος: ~ συσκευής από πρίζα/των τρόλεϊ από δύο κεραίες. ~ μέσω μετασχηματιστή. Καλώδιο ~ας. | |
| 44244 | ρευματολογία | ρευ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ρ): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη, διάγνωση και αντιμετώπιση των ρευματικών παθήσεων· η σχετική ειδικότητα: αθλητιατρική/εργαστηριακή/κλινική/παιδιατρική ~. Βλ. -λογία. [< αγγλ. rheumatology, 1936, γαλλ. rhumatologie, 1945] | |
| 44245 | ρευματολογικός | , ή, ό ρευ-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη ρευματολογία ή στον ρευματολόγο. [< αγγλ. rheumatologic, γαλλ. rhumatologique, 1956] | |
| 44246 | ρευματολόγος | ρευ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη ρευματολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. rheumatologist, γαλλ. rhumatologue, 1956] | |
| 44247 | ρευματοπάθεια | ρευ-μα-το-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. καθεμία από τις διαταραχές του ερειστικού ή συνδετικού ιστού που προσβάλλουν κυρ. τις αρθρώσεις και τους μυς. Βλ. -πάθεια. | |
| 44248 | ρευματοπαθής | ρευ-μα-το-πα-θής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. ασθενής που πάσχει από ρευματικές παθήσεις. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. ρευματικός, ρευματική | |
| 44249 | ρευματοφόρος | , ος, ο ρευ-μα-το-φό-ρος επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτροφόρος. [< μεσν. ρευματοφόρος 'για ποταμό με ισχυρό ρεύμα'] | |
| 44250 | ρεύομαι | ρεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {ρεύ-τηκα}: βγάζω στομαχικά αέρια από το στόμα με ηχηρό τρόπο, κυρ. κατά τη χώνεψη φαγητού: Το μωρό ~τηκε. [< μεσν. ρεύγομαι < αρχ. ἐρεύγομαι] | |
| 44251 | ρεύση | ρεύ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ονείρωξη. Βλ. σπερματόρροια. [< μτγν. ῥεῦσις ‘ροή’] | |
| 44252 | ρευστοδυναμική | ρευ-στο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος της ρευστομηχανικής που μελετά τις ιδιότητες των ρευστών κατά την κίνησή τους: πειραματική/υπολογιστική ~. Βλ. υδροδυναμική. [< αγγλ. fluid dynamics, γαλλ. dynamique des fluides] | |
| 44253 | ρευστοκονίαμα | ρευ-στο-κο-νί-α-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. ένεμα. | |
| 44254 | ρευστομηχανική | ρευ-στο-μη-χα-νι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μηχανική των ρευστών: εφαρμοσμένη/περιβαλλοντική ~. Βλ. υδραυλική, αερο-, υδρο-μηχανική. [< αγγλ. fluid mechanics, 1937, γαλλ. mécanique des fluides] | |
| 44255 | ρευστοποίηση | ρευ-στο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. πώληση περιουσιακών στοιχείων, ώστε να μετατραπούν σε μετρητά: ~ ακίνητης περιουσίας/αξιογράφου/επένδυσης/κεφαλαίων/μετοχών/οµολόγων/τίτλων/χαρτοφυλακίου. Οι επενδυτές προχώρησαν σε ~ κερδών. Πβ. εξαργύρωση. Βλ. ακινητοποίηση, εκκαθάριση. 2. ΦΥΣ. μετατροπή σώματος σε ρευστό ή αύξηση της ρευστότητάς του: ~ των αερίων/του εδάφους (λόγω σεισμού)/μετάλλου.|| Τα υγρά βοηθούν στη ~ των εκκρίσεων της μύτης και του λαιμού. Πβ. υγροποίηση. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. στερεοποίηση [< 1: γαλλ. liquidation 2: γαλλ. fluidification] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ