Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44820-44840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44265ρεφλέξρε-φλέξ ουσ. (ουδ.) (τα): αντανακλαστικά: γρήγορα/δυνατά ~. Οδηγός/τερματοφύλακας που διαθέτει καλά ~.|| (ως επίθ.) ~ ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Βλ. -έξ. [< γαλλ. réflexe]
44266ρεφλεξολογίαρε-φλε-ξο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μορφή θεραπευτικού μασάζ σε συγκεκριμένα σημεία στα πόδια ή σπανιότ. στα χέρια, με σκοπό τη χαλάρωση και ανακούφιση του μέρους του σώματος που πονά. Βλ. βελονισμός, εναλλακτική ιατρική, ρέικι, σιάτσου, -λογία. [< αγγλ. reflexology, 1976, γαλλ. réflexologie]
44267ρεφλεξολόγοςρε-φλε-ξο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): θεραπευτής ειδικευμένος στη ρεφλεξολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. reflexologist, 1976, γαλλ. réflexologue]
44268ρεφορμισμόςρε-φορ-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. (στον σοσιαλισμό) τάση που επιδιώκει την αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου μέσω βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων και όχι με επανάσταση. Πβ. αναθεωρητ-, ρεβιζιον-ισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. réformisme, αρχές του 20ού αι.]
44269ρεφορμιστήςρε-φορ-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ρεφορμίστρια}: υποστηρικτής του ρεφορμισμού. Πβ. αναθεωρητής, ρεβιζιονιστής. [< γαλλ. réformiste]
44270ρεφορμιστικός, ή, ό ρε-φορ-μι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ρεφορμισμό ή τον ρεφορμιστή: ~ά: κόμματα/συνδικάτα. Πβ. αναθεωρητ-, ρεβιζιονιστ-ικός. [< γαλλ. réformiste]
44271ρεφρένρε-φρέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. οι στίχοι που ακολουθούν κάθε κουπλέ και έχουν διαφορετική μελωδία: Τραγουδά το ~. ΣΥΝ. επωδός (3) 2. (μτφ.) καθετί που λέγεται συνεχώς: Επαναλαμβάνει το ίδιο χιλιοειπωμένο ~. ΣΥΝ. επωδός (1) [< γαλλ. refrain]
44272ρέψιμορέ-ψι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρεύομαι: το ~ του μωρού. ΣΥΝ. ερυγή ● Υποκ.: ρεψιματάκι (το) [< μεσν. ρέψιμον]
44273ρέωβλ. ρέει
44274ρήγαςρή-γας ουσ. (αρσ.) {ρηγ-άδες} 1. τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα βασιλιά: ~ κούπα/μπαστούνι/σπαθί. Βλ. ντάμα, φάντης. ΣΥΝ. παπάς (2) 2. {σπάν. θηλ. ρήγισσα κ. ρήγαινα} (λαϊκό-λογοτ.) βασιλιάς. [< 1: ιταλ. ré 2: μεσν. ρήγας]
44275ρήγμα[ῥῆγμα] ρήγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. διακοπή της συνέχειας του φλοιού της Γης, η οποία έχει προκληθεί συνήθ. από σεισμούς· γενικότ. ρωγμή, ράγισμα σε επιφάνεια: (ΓΕΩΛ.) βαθύ/γεωλογικό/ενεργό (: που έχει προκαλέσει τουλάχιστον έναν σεισμό κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δέκα χιλιάδων χρόνων)/κάθετο/οριζόντιο/σεισμικό ~. Η διεύθυνση/διεύρυνση/ενεργοποίηση/επιφάνεια/κλίση του ~ατος. Επιφανειακά/τεκτονικά/υποθαλάσσια ~ατα. Προκλήθηκε ~ βάθους/μήκους … Πβ. χάσμα. Βλ. διάκλαση, πτυχές, χάος.|| Το ~ του τοίχου. ~ σε πλοίο. Πβ. σχισμή. 2. (μτφ.) ρήξη: εσωκομματικό ~. ~ στις σχέσεις των δύο χωρών. Βαθαίνει το ~ μεταξύ τους. Πβ. διάσπαση. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάστροφο ρήγμα βλ. ανάστροφος [< 1: αρχ. ῥῆγμα 2: γαλλ. rupture]
44276ρηγματικός, ή, ό ρηγ-μα-τι-κός επίθ. (σπάν.): που σχετίζεται με το ρήγμα: (ΓΕΩΛ.) ~ή: ζώνη.|| (μτφ.) ~ή: πολιτική. Πβ. διασπαστικός.
44277ρηγματώδης, ης, ες [ῥηγματώδης] ρηγ-μα-τώ-δης επίθ. (επιστ.): που έχει ρήγματα ή μοιάζει με ρήγμα: (ΓΕΩΛ.) ~η: εδάφη.|| (ΑΝΑΤ.) ~ες: τρήμα. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ρωγμώδης [< αρχ. ῥηγματώδης]
44278ρηγματωμένος, η, ο ρηγ-μα-τω-μέ-νος επίθ.: (για επιφάνεια) που έχει υποστεί ρωγμές: ~η: διατομή. ~ο: σκυρόδεμα.
44279ρηγμάτωσηρηγ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): δημιουργία ρωγμών σε στερεό σώμα: εγκάρσια/εσωτερική ~. Τριχοειδείς ~ώσεις. ~ του σκυροδέματος/τοίχου. ~ώσεις σε φέρουσες τοιχοποιίες. ΣΥΝ. ρωγμάτωση.|| (μτφ.) Κοινωνική ~. Πβ. ρήγμα, ρήξη. [< γαλλ. fracture]
44280ρήμα[ῥῆμα] ρή-μα ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. μέρος του λόγου που δηλώνει ότι το υποκείμενο ενεργεί ή παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μία κατάσταση: αλληλοπαθές/ανώμαλο/απρόσωπο/αυτοπαθές/δίπτωτο/ελλειπτικό/μονόπτωτο/ομαλό/συνηρημένο ~. Το αντικείμενο/η (ενεργητική/ μέση/ουδέτερη/παθητική) διάθεση/οι εγκλίσεις/η θέση/η κατάληξη/η (γραμματική) κατηγορία/η κλίση/παράγωγο/τα πρόσωπα/η σημασία/οι συζυγίες/η σύνταξη/(ονοματικός) τύπος/η (ενεργητική/μεσοπαθητική) φωνή/η χρήση/οι χρόνοι (: ενεστώτας, παρατατικός, μέλλοντας, αόριστος, παρακείμενος, υπερσυντέλικος) του ~ατος. Το ποιόν (: ατελές, συνοπτικό, συντελεσμένο) ενεργείας του ~ατος. ~ατα της (αρχαίας/νέας) ελληνικής (γλώσσας). ~ατα (που λήγουν/τελειώνουν) σε -ίζω. Κλίνω ένα ~. Η λέξη συμπόνια παράγεται από το ~ συμπονώ. Δευτερεύουσα πρόταση που προηγείται του ~ατος/ακολουθεί το ~. ● Υποκ.: ρηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αμετάβατο ρήμα βλ. αμετάβατος, αποθετικό ρήμα βλ. αποθετικός, απολεξικοποιημένο ρήμα βλ. απολεξικοποιημένος, βοηθητικά ρήματα βλ. βοηθητικός, δοξαστικά ρήματα βλ. δοξαστικός, λεκτικά ρήματα βλ. λεκτικός, μεταβατικό ρήμα βλ. μεταβατικός, συμπλήρωμα του ρήματος βλ. συμπλήρωμα, συνδετικό ρήμα βλ. συνδετικός, τριτοπρόσωπα ρήματα βλ. τριτοπρόσωπος, τροπικό ρήμα βλ. τροπικός [< αρχ. ῥῆμα]
44281ρήμαγμαρή-μαγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): καταστροφή, ερήμωση: το ~ της υπαίθρου.
44282ρημάδαρη-μά-δα επίθ./ουσ. & ρημάδης & ρημαδιασμένος, η, ο (προφ.-επιτατ.): σε φράσεις αγανάκτησης, απογοήτευσης, δυσφορίας, απαξίωσης: Καταπληκτική μπλούζα, αλλά κοστίζει ακριβά η ~.|| (ως επίθ.) Αυτή η ~ η ανάπτυξη/ζωή/τεχνολογία/χώρα. Η ~ (η) αλήθεια πονάει. Άντε να τελειώσει ο ρημάδης (ο) χειμώνας! Πβ. ρημάδι.
44283ρημάδιρη-μά-δι επίθ./ουσ. (προφ.-εμφατ.) 1. σε φράσεις αγανάκτησης, αποδοκιμασίας, εκνευρισμού: Κλείσ' το το ~ (: σταμάτα να μιλάς).|| (ως επίθ.) Κόψ' το το ~ το τσιγάρο! Πβ. ρημάδα. 2. ερειπωμένο κτίριο, χάλασμα: Το σπίτι στο χωριό είναι σκέτο ~. Ο πόλεμος άφησε πίσω του ~ια.|| (μτφ.) ~ η ζωή του. Πβ. ερείπιο, συντρίμμια. 3. (σπάν.-μτφ.) άνθρωπος μόνος κι έρημος: Έμεινε/κατάντησε ~. [< μεσν. ρημάδι < ερημάδιν]
44284ρημαδιόρη-μα-διό ουσ. (ουδ.) (προφ.): χώρος σε κατάσταση διάλυσης, ερήμωσης, καταστροφής: Μπήκαν στο σπίτι και τα έκαναν όλα ~. ~ έγινε το μαγαζί μετά τα επεισόδια. Πβ. ερείπιο, συντρίμμια, χάλασμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.