| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44256 | ρευστοποιήσιμος | , η, ο ρευ-στο-ποι-ή-σι-μος επίθ.: που μπορεί να ρευστοποιηθεί: (ΟΙΚΟΝ.) ~η: αξία. ~ες: επενδύσεις/μετοχές.|| (σπάν. ΦΥΣ.) ~ο: υλικό. Βλ. -ιμος. [< γαλλ. liquidatif] | |
| 44257 | ρευστοποιώ | [ρευστοποιῶ] ρευ-στο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ρευστοποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. ΟΙΚΟΝ. ανταλλάσσω περιουσιακά στοιχεία με ρευστό χρήμα: ~ημένα: κεφάλαια. Πβ. εξαργυρώνω. Βλ. ακινητοποιώ. 2. ΦΥΣ. κάνω κάτι ρευστό: Δυνατό καθαριστικό που ~εί το γράσο. ~ημένη: άμμος/άσφαλτος. ~ημένο: υλικό. Πβ. τήκω. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. υγροποιώ ΑΝΤ. στερεοποιώ [< 1: γαλλ. liquider 2: γαλλ. fluidifier] | |
| 44258 | ρευστός | , ή, ό [ῥευστός] ρευ-στός επίθ. 1. ΦΥΣ. (για ύλη, σώμα) που έχει την ιδιότητα να ρέει: ~ή: κόλλα/λάβα/μάζα. ~ό: μέταλλο/στοιχείο. Βλ. υπερ~. ΑΝΤ. στερεός (1) 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σταθερότητας, που μεταβάλλεται εύκολα: ~ός: χαρακτήρας (καθεστώτος). ~ή: αγορά. ~ό: αποτέλεσμα/(πολιτικό) κλίμα/πρόγραμμα. ~ές: συνθήκες (της οικονομίας). ~ά: όρια. Η κατάσταση παραμένει ~ή. Πβ. ασαφής, ασταθής, μεταβαλλόμενος. ΣΥΝ. ευμετάβλητος ΑΝΤ. αμετάβλητος, σταθερός (1) ● Ουσ.: ρευστό (το): ΦΥΣ. υγρό ή αέριο σώμα που βρίσκεται σε ρευστή κατάσταση: μηχανική των ~ών (= ρευστομηχανική). ● ΣΥΜΠΛ.: ρευστό χρήμα & (προφ.) ρευστό: μετρητά χρήματα που μπορούν άμεσα να χρησιμοποιηθούν: καταβολή/πληρωμή σε ~. Βλ. επιταγή, ομόλογα. ΣΥΝ. ζεστό χρήμα (1) [< 1: αρχ. ῥευστός 2: γαλλ. liquide] | |
| 44259 | ρευστότητα | ρευ-στό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. διαθεσιμότητα μετρητών χρημάτων, δυνατότητα άμεσης χρησιμοποίησής τους: αναγκαία/απόλυτη/έκτακτη/επαρκής/μακροπρόθεσμη/νομισματική/οικονομική/ταμειακή ~. Η ~ της αγοράς/των μετοχών/της οικονομίας/των συναλλαγών/του χρηματιστηρίου. Ανάσα/απορρόφηση/έλλειψη/ένεση/επάρκεια/κρίση/ποσοστά/πρόβλημα ~ας. Δείκτης τρέχουσας ~ας. Ενίσχυση της ~ας των τραπεζών. Το δάνειο προσφέρει άμεση ~. 2. ΦΥΣ. η ιδιότητα του ρευστού: ~ κόλλας/κρέμας/λάβας/λιπαντικού/μετάλλου/υγρών/ύλης. Η ~ του εσωτερικού της Γης. 3. (μτφ.-λόγ.) έλλειψη σταθερότητας, μονιμότητας: Επικρατεί/υπάρχει (κοινωνική) ~. ~ του προγράμματος/των συνθηκών/των συνόρων/του χαρακτήρα (: ευμετάβλητο). Εποχή/περίοδος έντονης οικονομικής/πολιτικής ~ας. Πβ. αβεβαι-, μεταβλητ-ότητα, αστάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: κίνδυνος ρευστότητας: ΟΙΚΟΝ. που προκύπτει από την αδυναμία διακανονισμού των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου έγκαιρα και σε εύλογη τιμή: πιστωτικός κίνδυνος και ~ ~. [< αγγλ. liquidity risk] [< 1: γαλλ. liquidité 2,3: γαλλ. fluidité] | |
| 44260 | ρεύω | βλ. ρέβω | |
| 44261 | ρεφάρω | ρε-φά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ρεφάρ-ισα κ. ρέφαρ-α, ρεφάρ-οντας} (λαϊκό) 1. (σε τυχερά παιχνίδια) ξανακερδίζω αυτά που έχασα: Ποντάρει διπλά για να ~ει. 2. (μτφ.) ξαναπαίρνω το προβάδισμα, αναπληρώνω ζημιά ή απώλεια: Η ομάδα θέλει τη νίκη για να ~ει (από) την ήττα. Θέλουν να ~ουν τα χαμένα όλης της χρονιάς. [< ιταλ. rifare] | |
| 44262 | ρεφενέ | ρε-φε-νέ επίρρ. (λαϊκό): με πληρωμή από κοινού: Πλήρωναν το νοίκι ~. [< τουρκ. refene] | |
| 44263 | ρεφενές | ρε-φε-νές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): από κοινού πληρωμή με το ποσό που αναλογεί στον καθένα. Βλ. -ές. [< μεσν. ρεφενές < τουρκ. refene] | |
| 44264 | ρέφερι | ρέ-φε-ρι ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (παλαιότ.-λαϊκό) ρέφερης: ΑΘΛ. (συνήθ. στο ποδόσφαιρο) διαιτητής: διεθνής ~. [< αγγλ. referee] | |
| 44265 | ρεφλέξ | ρε-φλέξ ουσ. (ουδ.) (τα): αντανακλαστικά: γρήγορα/δυνατά ~. Οδηγός/τερματοφύλακας που διαθέτει καλά ~.|| (ως επίθ.) ~ ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Βλ. -έξ. [< γαλλ. réflexe] | |
| 44266 | ρεφλεξολογία | ρε-φλε-ξο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): μορφή θεραπευτικού μασάζ σε συγκεκριμένα σημεία στα πόδια ή σπανιότ. στα χέρια, με σκοπό τη χαλάρωση και ανακούφιση του μέρους του σώματος που πονά. Βλ. βελονισμός, εναλλακτική ιατρική, ρέικι, σιάτσου, -λογία. [< αγγλ. reflexology, 1976, γαλλ. réflexologie] | |
| 44267 | ρεφλεξολόγος | ρε-φλε-ξο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): θεραπευτής ειδικευμένος στη ρεφλεξολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. reflexologist, 1976, γαλλ. réflexologue] | |
| 44268 | ρεφορμισμός | ρε-φορ-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. (στον σοσιαλισμό) τάση που επιδιώκει την αλλαγή του πολιτικού και κοινωνικού κατεστημένου μέσω βαθμιαίων μεταρρυθμίσεων και όχι με επανάσταση. Πβ. αναθεωρητ-, ρεβιζιον-ισμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. réformisme, αρχές του 20ού αι.] | |
| 44269 | ρεφορμιστής | ρε-φορ-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ρεφορμίστρια}: υποστηρικτής του ρεφορμισμού. Πβ. αναθεωρητής, ρεβιζιονιστής. [< γαλλ. réformiste] | |
| 44270 | ρεφορμιστικός | , ή, ό ρε-φορ-μι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ρεφορμισμό ή τον ρεφορμιστή: ~ά: κόμματα/συνδικάτα. Πβ. αναθεωρητ-, ρεβιζιονιστ-ικός. [< γαλλ. réformiste] | |
| 44271 | ρεφρέν | ρε-φρέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. οι στίχοι που ακολουθούν κάθε κουπλέ και έχουν διαφορετική μελωδία: Τραγουδά το ~. ΣΥΝ. επωδός (3) 2. (μτφ.) καθετί που λέγεται συνεχώς: Επαναλαμβάνει το ίδιο χιλιοειπωμένο ~. ΣΥΝ. επωδός (1) [< γαλλ. refrain] | |
| 44272 | ρέψιμο | ρέ-ψι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρεύομαι: το ~ του μωρού. ΣΥΝ. ερυγή ● Υποκ.: ρεψιματάκι (το) [< μεσν. ρέψιμον] | |
| 44273 | ρέω | βλ. ρέει | |
| 44274 | ρήγας | ρή-γας ουσ. (αρσ.) {ρηγ-άδες} 1. τραπουλόχαρτο με τη φιγούρα βασιλιά: ~ κούπα/μπαστούνι/σπαθί. Βλ. ντάμα, φάντης. ΣΥΝ. παπάς (2) 2. {σπάν. θηλ. ρήγισσα κ. ρήγαινα} (λαϊκό-λογοτ.) βασιλιάς. [< 1: ιταλ. ré 2: μεσν. ρήγας] | |
| 44275 | ρήγμα | [ῥῆγμα] ρήγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. διακοπή της συνέχειας του φλοιού της Γης, η οποία έχει προκληθεί συνήθ. από σεισμούς· γενικότ. ρωγμή, ράγισμα σε επιφάνεια: (ΓΕΩΛ.) βαθύ/γεωλογικό/ενεργό (: που έχει προκαλέσει τουλάχιστον έναν σεισμό κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δέκα χιλιάδων χρόνων)/κάθετο/οριζόντιο/σεισμικό ~. Η διεύθυνση/διεύρυνση/ενεργοποίηση/επιφάνεια/κλίση του ~ατος. Επιφανειακά/τεκτονικά/υποθαλάσσια ~ατα. Προκλήθηκε ~ βάθους/μήκους … Πβ. χάσμα. Βλ. διάκλαση, πτυχές, χάος.|| Το ~ του τοίχου. ~ σε πλοίο. Πβ. σχισμή. 2. (μτφ.) ρήξη: εσωκομματικό ~. ~ στις σχέσεις των δύο χωρών. Βαθαίνει το ~ μεταξύ τους. Πβ. διάσπαση. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάστροφο ρήγμα βλ. ανάστροφος [< 1: αρχ. ῥῆγμα 2: γαλλ. rupture] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ