| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44285 | ρημαδο- | & ρημαδό- & ρημαδ- (προφ.): α’ συνθετικό ουσιαστικού που προσδίδει αρνητική σημασία στο προσδιοριζόμενο β΄συνθετικό και εκφράζει συνήθ. αγανάκτηση: ~καιρός/~κατάσταση/~λεφτά/~συζήτηση. Θα την κάνουμε ποτέ αυτή τη ~εκδρομή; Πβ. βρομο-, κωλο-, παλιο-. | |
| 44286 | ρημάζω | ρη-μά-ζω ρ. (μτβ.) {ρήμα-ξε, ρημά-χτηκε, ρημα-γμένος, ρημάζ-οντας} 1. καταστρέφω, φθείρω: Ο σεισμός ~ξε παλιά σπίτια. Πολλά δάση και καλλιέργειες ~χτηκαν από τη μεγάλη πυρκαγιά. Πβ. αφανίζω.|| (μτφ.) Η ανεργία ~ει τους νέους. Μας ~ει η ακρίβεια. Ο πιτσιρικάς ~ξε όλα τα γλυκά. Πβ. εξαφανίζω, εξοντώνω. 2. ερειπώνομαι: Το χωριό ~ξε (= ερήμωσε). ● ΦΡ.: σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. ρημάζω] | |
| 44287 | ρηματικός | , ή, ό ρη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το ρήμα ή προέρχεται από αυτό: ~ός: τύπος. ~ή: ενέργεια. ~ό: επίθετο/θέμα/ουσιαστικό/παράγωγο/σύνολο/σύστημα. ~οί: χρόνοι. Βλ. ονοματικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ρηματική διακοίνωση (διπλωματικός όρ.): ανεπίσημο και ανυπόγραφο διπλωματικό έγγραφο, διατυπωμένο σε τρίτο πρόσωπο: Ο πρεσβευτής απέστειλε/επέδωσε ~ ~ στην κυβέρνηση. Εκδόθηκε ~ ~ από το Υπουργείο Εξωτερικών. Βλ. μεμοράντουμ. [< γαλλ. note verbale] , ρηματική φράση: ΓΛΩΣΣ. αυτή που αποτελείται από το ρήμα, το συμπλήρωμά του, αν υπάρχει, και τους προσδιορισμούς που το συνοδεύουν. Βλ. ονοματική φράση. [< γαλλ. phrase verbale] [< μτγν. ῥηματικός] | |
| 44288 | ρημοκλήσι | βλ. ερημοκλήσι | |
| 44289 | ρήνιο | ρή-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. σπάνιο αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Re, Ζ 75), ανθεκτικό και δύστηκτο. [< γερμ. Rhenium < νεολατ. rhenium < λατ. Rhenus, ο ποταμός Ρήνος, γαλλ. rhénium, 1925] | |
| 44290 | ρήξη | [ῥήξη] ρή-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μεγάλη διάσταση απόψεων που οδηγεί σε έντονη αντιπαράθεση: ανοιχτή/βίαιη/διπλωματική/κοινωνική/πολιτική/σοβαρή ~. ~ με το κατεστημένο/με την παράδοση/με το παρελθόν. ~ στο εσωτερικό του κόμματος/στις σχέσεις (ανθρώπων/κρατών). Βρίσκονται/έχουν οδηγηθεί σε ~. Ήρθε σε ~ με ... Δημιουργήθηκε/επέρχεται ~ (ανάμεσα/μεταξύ ...). Η ~ του με την ομάδα είναι οριστική. Προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις, αλλά δεν απέφυγε τη ~. Πβ. ρηγμάτωση. ΣΥΝ. διάρρηξη (2), ρήγμα (2) 2. ΙΑΤΡ. ξαφνική και συνήθ. επίπονη διακοπή της συνέχειας ιστού ζωντανού οργανισμού: τεχνητή ~ του θυλακίου. ~ αγγείου/ανευρύσματος/αορτής/ήπατος/μηνίσκου/μήτρας/μυός/σπλήνας/τένοντος/χιαστών (συνδέσμων). ~ των υμένων (: σπάσιμο των νερών). [< 1: γαλλ. rupture 2: αρχ. ῥῆξις] | |
| 44291 | ρηξιγενής | , ής, ές ρη-ξι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που προέκυψε από ρήξη του στερεού φλοιού της Γης: ~ής: επιφάνεια/ζώνη/κοιλάδα. Βλ. -γενής. | |
| 44292 | ρηξικέλευθος | , η/ος, ο ρη-ξι-κέ-λευ-θος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έρχεται σε ρήξη με το καθιερωμένο, επιχειρεί κάτι νέο, πρωτοπόρος: ~ος: λόγος/χαρακτήρας. ~η: απόφαση/θεωρία/ιδέα/πολιτική. ~ες: λύσεις/προτάσεις. ~α: μέτρα. (για πρόσ.) ~οι διανοητές. Πβ. εικονοκλαστ-, νεωτεριστ-, ριζοσπαστ-ικός, καινοτόμος. [< μτγν. ῥηξικέλευθος ‘αυτός που ανοίγει τον δρόμο’] | |
| 44293 | ρήον | βλ. ραβέντι | |
| 44294 | ρήση | [ῥήση] ρή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απόφθεγμα, ρητό: αρχαία/βιβλική/γνωστή/ευαγγελική/λαϊκή ~. ~εις φιλοσόφων. "Ο επιμένων νικά" λέει μια σοφή ~. Πβ. γνωμικό. Βλ. πρόρρηση, προσρήσεις. [< αρχ. ῥῆσις ‘λόγος, ομιλία’] | |
| 44295 | ρήσος | [ῥῆσος] ρή-σος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. πίθηκος του γένους των μακάκων (επιστ. ονομασ. Macaca mulatta) ο οποίος χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο. [< αρχ. Ῥῆσος ‘μυθικός βασιλιάς της Θράκης’, γαλλ. rhésus, αγγλ. rhesus (monkey)] | |
| 44296 | ρητινέλαιο | ρη-τι-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. έλαιο από απόσταξη ρητίνης. 2. ρετσινόλαδο. Βλ. -έλαιο. [< αγγλ. resin oil] | |
| 44297 | ρητίνευση | ρη-τί-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συγκομιδή ρητίνης: ~ των πεύκων. | |
| 44298 | ρητίνη | [ῥητίνη] ρη-τί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ημιδιαφανής στερεή ή παχύρρευστη κολλώδης ουσία που εκκρίνεται από τον φλοιό κωνοφόρων συνήθ. δέντρων στα σημεία όπου υπάρχει φυσική ή τεχνητή τομή: αρωματική ~ (βλ. μύρο). ~ πεύκου. Βλ. μαστίχα. ΣΥΝ. ρετσίνι 2. ΧΗΜ. μακρομοριακή χημική ένωση με χρήση στη βιομηχανία: ακρυλική/εποξειδική/θερμοπλαστική/πολυεστερική/συγκολλητική/σύνθετη ~. Συνθετικές (βλ. βακελίτης, μελαμίνη, νάιλον, πολυμερές)/φυσικές ~ες. Βλ. -ίνη. [< 1: αρχ. ῥητίνη 2: γαλλ. résine] | |
| 44299 | ρητινίτης | ρη-τι-νί-της ουσ. (αρσ.) & ρητινίτης οίνος:: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ρετσίνα. [< μτγν. ῥητινίτης] | |
| 44300 | ρητινούχος | , ος/α, ο [ῥητινοῦχος] ρη-τι-νού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει ρητίνη: ~ο: κερί (επίπλων)/ξύλο/υλικό. ~α: δάπεδα. Πβ. ρητινώδης. Βλ. -ούχος2. | |
| 44301 | ρητινώδης | , ης, ες [ῥητινώδης] ρη-τι-νώ-δης επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στη ρητίνη, μοιάζει με αυτή ή την περιέχει: ~ες: άρωμα.|| ~εις: όψεις.|| ~ης: κονία/ουσία. ~ες: υγρό. ~η: υλικά. Πβ. ρητινούχος.|| ~ες: δέντρο (= που παράγει ρητίνη). Βλ. -ώδης. [< αρχ. ῥητινώδης, γαλλ. résineux] | |
| 44302 | ρητό | ρη-τό ουσ. (ουδ.): περιεκτική και εύστοχη φράση που εκφράζει μια γενική αλήθεια ή αρχή: λατινικό/σοφό ~. Αρχαία/κινέζικα ~ά. Βλ. ρητός. ΣΥΝ. απόφθεγμα, γνωμικό, ρήση [< μτγν. ῥητόν, γαλλ. dicton] | |
| 44303 | ρήτορας | [ῥήτορας] ρή-το-ρας ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που διαθέτει ευφράδεια, ευγλωττία, εκφραστικότητα στον λόγο: δεινός ~. Ήταν ικανός ηγέτης/πολιτικός και έξοχος ~. Βλ. -τορας. 2. αυτός που αγορεύει ενώπιον κοινού, συνήθ. από επίσημο βήμα: εκκλησιαστικός/θρησκευτικός ~.|| Οι αρχαίοι ~ες. Πβ. αγορ-, ομιλ-ητής. [< μεσν. ρήτορας < αρχ. ῥήτωρ, γαλλ. rhéteur, rhétoricien, αγγλ. rhetor(ician)] | |
| 44304 | ρητορεία | [ῥητορεία] ρη-το-ρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. (ειρων.) μεγαλόστομος, στομφώδης λόγος χωρίς νόημα και περιεχόμενο: δημαγωγική/πομπώδης/προεκλογική/υποκριτική ~. Κούφιες/λαϊκίστικες ~ες. Σοφιστείες και κενές ~ες. Πβ. βερμπαλισμός, κενολογία, ρητορικότητα, ρητορισμός, στόμφος. 2. ρητορική: οι κανόνες της ~ας. Πβ. ευγλωττία, ευφράδεια.|| (ΦΙΛΟΛ.) Αττική ~. [< αρχ. ῥητορεία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ