| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44276 | ρηγματικός | , ή, ό ρηγ-μα-τι-κός επίθ. (σπάν.): που σχετίζεται με το ρήγμα: (ΓΕΩΛ.) ~ή: ζώνη.|| (μτφ.) ~ή: πολιτική. Πβ. διασπαστικός. | |
| 44277 | ρηγματώδης | , ης, ες [ῥηγματώδης] ρηγ-μα-τώ-δης επίθ. (επιστ.): που έχει ρήγματα ή μοιάζει με ρήγμα: (ΓΕΩΛ.) ~η: εδάφη.|| (ΑΝΑΤ.) ~ες: τρήμα. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ρωγμώδης [< αρχ. ῥηγματώδης] | |
| 44278 | ρηγματωμένος | , η, ο ρηγ-μα-τω-μέ-νος επίθ.: (για επιφάνεια) που έχει υποστεί ρωγμές: ~η: διατομή. ~ο: σκυρόδεμα. | |
| 44279 | ρηγμάτωση | ρηγ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): δημιουργία ρωγμών σε στερεό σώμα: εγκάρσια/εσωτερική ~. Τριχοειδείς ~ώσεις. ~ του σκυροδέματος/τοίχου. ~ώσεις σε φέρουσες τοιχοποιίες. ΣΥΝ. ρωγμάτωση.|| (μτφ.) Κοινωνική ~. Πβ. ρήγμα, ρήξη. [< γαλλ. fracture] | |
| 44280 | ρήμα | [ῥῆμα] ρή-μα ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. μέρος του λόγου που δηλώνει ότι το υποκείμενο ενεργεί ή παθαίνει κάτι ή βρίσκεται σε μία κατάσταση: αλληλοπαθές/ανώμαλο/απρόσωπο/αυτοπαθές/δίπτωτο/ελλειπτικό/μονόπτωτο/ομαλό/συνηρημένο ~. Το αντικείμενο/η (ενεργητική/ μέση/ουδέτερη/παθητική) διάθεση/οι εγκλίσεις/η θέση/η κατάληξη/η (γραμματική) κατηγορία/η κλίση/παράγωγο/τα πρόσωπα/η σημασία/οι συζυγίες/η σύνταξη/(ονοματικός) τύπος/η (ενεργητική/μεσοπαθητική) φωνή/η χρήση/οι χρόνοι (: ενεστώτας, παρατατικός, μέλλοντας, αόριστος, παρακείμενος, υπερσυντέλικος) του ~ατος. Το ποιόν (: ατελές, συνοπτικό, συντελεσμένο) ενεργείας του ~ατος. ~ατα της (αρχαίας/νέας) ελληνικής (γλώσσας). ~ατα (που λήγουν/τελειώνουν) σε -ίζω. Κλίνω ένα ~. Η λέξη συμπόνια παράγεται από το ~ συμπονώ. Δευτερεύουσα πρόταση που προηγείται του ~ατος/ακολουθεί το ~. ● Υποκ.: ρηματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αμετάβατο ρήμα βλ. αμετάβατος, αποθετικό ρήμα βλ. αποθετικός, απολεξικοποιημένο ρήμα βλ. απολεξικοποιημένος, βοηθητικά ρήματα βλ. βοηθητικός, δοξαστικά ρήματα βλ. δοξαστικός, λεκτικά ρήματα βλ. λεκτικός, μεταβατικό ρήμα βλ. μεταβατικός, συμπλήρωμα του ρήματος βλ. συμπλήρωμα, συνδετικό ρήμα βλ. συνδετικός, τριτοπρόσωπα ρήματα βλ. τριτοπρόσωπος, τροπικό ρήμα βλ. τροπικός [< αρχ. ῥῆμα] | |
| 44281 | ρήμαγμα | ρή-μαγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): καταστροφή, ερήμωση: το ~ της υπαίθρου. | |
| 44282 | ρημάδα | ρη-μά-δα επίθ./ουσ. & ρημάδης & ρημαδιασμένος, η, ο (προφ.-επιτατ.): σε φράσεις αγανάκτησης, απογοήτευσης, δυσφορίας, απαξίωσης: Καταπληκτική μπλούζα, αλλά κοστίζει ακριβά η ~.|| (ως επίθ.) Αυτή η ~ η ανάπτυξη/ζωή/τεχνολογία/χώρα. Η ~ (η) αλήθεια πονάει. Άντε να τελειώσει ο ρημάδης (ο) χειμώνας! Πβ. ρημάδι. | |
| 44283 | ρημάδι | ρη-μά-δι επίθ./ουσ. (προφ.-εμφατ.) 1. σε φράσεις αγανάκτησης, αποδοκιμασίας, εκνευρισμού: Κλείσ' το το ~ (: σταμάτα να μιλάς).|| (ως επίθ.) Κόψ' το το ~ το τσιγάρο! Πβ. ρημάδα. 2. ερειπωμένο κτίριο, χάλασμα: Το σπίτι στο χωριό είναι σκέτο ~. Ο πόλεμος άφησε πίσω του ~ια.|| (μτφ.) ~ η ζωή του. Πβ. ερείπιο, συντρίμμια. 3. (σπάν.-μτφ.) άνθρωπος μόνος κι έρημος: Έμεινε/κατάντησε ~. [< μεσν. ρημάδι < ερημάδιν] | |
| 44284 | ρημαδιό | ρη-μα-διό ουσ. (ουδ.) (προφ.): χώρος σε κατάσταση διάλυσης, ερήμωσης, καταστροφής: Μπήκαν στο σπίτι και τα έκαναν όλα ~. ~ έγινε το μαγαζί μετά τα επεισόδια. Πβ. ερείπιο, συντρίμμια, χάλασμα. | |
| 44285 | ρημαδο- | & ρημαδό- & ρημαδ- (προφ.): α’ συνθετικό ουσιαστικού που προσδίδει αρνητική σημασία στο προσδιοριζόμενο β΄συνθετικό και εκφράζει συνήθ. αγανάκτηση: ~καιρός/~κατάσταση/~λεφτά/~συζήτηση. Θα την κάνουμε ποτέ αυτή τη ~εκδρομή; Πβ. βρομο-, κωλο-, παλιο-. | |
| 44286 | ρημάζω | ρη-μά-ζω ρ. (μτβ.) {ρήμα-ξε, ρημά-χτηκε, ρημα-γμένος, ρημάζ-οντας} 1. καταστρέφω, φθείρω: Ο σεισμός ~ξε παλιά σπίτια. Πολλά δάση και καλλιέργειες ~χτηκαν από τη μεγάλη πυρκαγιά. Πβ. αφανίζω.|| (μτφ.) Η ανεργία ~ει τους νέους. Μας ~ει η ακρίβεια. Ο πιτσιρικάς ~ξε όλα τα γλυκά. Πβ. εξαφανίζω, εξοντώνω. 2. ερειπώνομαι: Το χωριό ~ξε (= ερήμωσε). ● ΦΡ.: σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. ρημάζω] | |
| 44287 | ρηματικός | , ή, ό ρη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το ρήμα ή προέρχεται από αυτό: ~ός: τύπος. ~ή: ενέργεια. ~ό: επίθετο/θέμα/ουσιαστικό/παράγωγο/σύνολο/σύστημα. ~οί: χρόνοι. Βλ. ονοματικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ρηματική διακοίνωση (διπλωματικός όρ.): ανεπίσημο και ανυπόγραφο διπλωματικό έγγραφο, διατυπωμένο σε τρίτο πρόσωπο: Ο πρεσβευτής απέστειλε/επέδωσε ~ ~ στην κυβέρνηση. Εκδόθηκε ~ ~ από το Υπουργείο Εξωτερικών. Βλ. μεμοράντουμ. [< γαλλ. note verbale] , ρηματική φράση: ΓΛΩΣΣ. αυτή που αποτελείται από το ρήμα, το συμπλήρωμά του, αν υπάρχει, και τους προσδιορισμούς που το συνοδεύουν. Βλ. ονοματική φράση. [< γαλλ. phrase verbale] [< μτγν. ῥηματικός] | |
| 44288 | ρημοκλήσι | βλ. ερημοκλήσι | |
| 44289 | ρήνιο | ρή-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. σπάνιο αργυρόλευκο μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Re, Ζ 75), ανθεκτικό και δύστηκτο. [< γερμ. Rhenium < νεολατ. rhenium < λατ. Rhenus, ο ποταμός Ρήνος, γαλλ. rhénium, 1925] | |
| 44290 | ρήξη | [ῥήξη] ρή-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μεγάλη διάσταση απόψεων που οδηγεί σε έντονη αντιπαράθεση: ανοιχτή/βίαιη/διπλωματική/κοινωνική/πολιτική/σοβαρή ~. ~ με το κατεστημένο/με την παράδοση/με το παρελθόν. ~ στο εσωτερικό του κόμματος/στις σχέσεις (ανθρώπων/κρατών). Βρίσκονται/έχουν οδηγηθεί σε ~. Ήρθε σε ~ με ... Δημιουργήθηκε/επέρχεται ~ (ανάμεσα/μεταξύ ...). Η ~ του με την ομάδα είναι οριστική. Προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις, αλλά δεν απέφυγε τη ~. Πβ. ρηγμάτωση. ΣΥΝ. διάρρηξη (2), ρήγμα (2) 2. ΙΑΤΡ. ξαφνική και συνήθ. επίπονη διακοπή της συνέχειας ιστού ζωντανού οργανισμού: τεχνητή ~ του θυλακίου. ~ αγγείου/ανευρύσματος/αορτής/ήπατος/μηνίσκου/μήτρας/μυός/σπλήνας/τένοντος/χιαστών (συνδέσμων). ~ των υμένων (: σπάσιμο των νερών). [< 1: γαλλ. rupture 2: αρχ. ῥῆξις] | |
| 44291 | ρηξιγενής | , ής, ές ρη-ξι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που προέκυψε από ρήξη του στερεού φλοιού της Γης: ~ής: επιφάνεια/ζώνη/κοιλάδα. Βλ. -γενής. | |
| 44292 | ρηξικέλευθος | , η/ος, ο ρη-ξι-κέ-λευ-θος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που έρχεται σε ρήξη με το καθιερωμένο, επιχειρεί κάτι νέο, πρωτοπόρος: ~ος: λόγος/χαρακτήρας. ~η: απόφαση/θεωρία/ιδέα/πολιτική. ~ες: λύσεις/προτάσεις. ~α: μέτρα. (για πρόσ.) ~οι διανοητές. Πβ. εικονοκλαστ-, νεωτεριστ-, ριζοσπαστ-ικός, καινοτόμος. [< μτγν. ῥηξικέλευθος ‘αυτός που ανοίγει τον δρόμο’] | |
| 44293 | ρήον | βλ. ραβέντι | |
| 44294 | ρήση | [ῥήση] ρή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απόφθεγμα, ρητό: αρχαία/βιβλική/γνωστή/ευαγγελική/λαϊκή ~. ~εις φιλοσόφων. "Ο επιμένων νικά" λέει μια σοφή ~. Πβ. γνωμικό. Βλ. πρόρρηση, προσρήσεις. [< αρχ. ῥῆσις ‘λόγος, ομιλία’] | |
| 44295 | ρήσος | [ῥῆσος] ρή-σος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. πίθηκος του γένους των μακάκων (επιστ. ονομασ. Macaca mulatta) ο οποίος χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο. [< αρχ. Ῥῆσος ‘μυθικός βασιλιάς της Θράκης’, γαλλ. rhésus, αγγλ. rhesus (monkey)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ