Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44860-44880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44305ρητορεύω[ῥητορεύω] ρη-το-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ρητόρευσα, ρητορεύ-οντας} (ειρων.): αγορεύω: Όλη την ώρα ~ει αντί να προτείνει λύσεις.|| (παλαιότ.) ~ει (= βγάζει λόγο) στο δικαστήριο/στη Βουλή. [< αρχ. ῥητορεύω]
44306ρητορική[ῥητορική] ρη-το-ρι-κή ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ρητορεία 1. η τέχνη και η επιστήμη της γλωσσικής επικοινωνίας και πειθούς με χρήση σχημάτων λόγου, καθώς και οι κανόνες και τεχνικές που τη διέπουν: οι νόμοι/τα σχήματα της ~ής. Πβ. ευγλωττία, ευφράδεια. Βλ. ποιητική.|| (αρνητ. συνυποδ.) διχαστική/λαϊκίστικη ~. Πολιτική ~ (= η ~ των πολιτικών). Η ~ του Τύπου. 2. ΦΙΛΟΛ. είδος του πεζού λόγου στο οποίο ανήκουν τα ρητορικά κείμενα· το σύνολο αυτών των κειμένων: αρχαία/βυζαντινή/εκκλησιαστική/φιλοσοφική ~. [< αρχ. ῥητορική (τέχνη), γαλλ. rhétorique, αγγλ. rhetoric]
44307ρητορικός, ή, ό [ῥητορικός] ρη-το-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον ρήτορα, τη ρητορική ή τη ρητορεία: ~ός: κανόνας/λόγος/ομιλητής. ~ή: ανάλυση/δεινότητα/έκφραση/επιστήμη/ικανότητα/στρατηγική/τέχνη. ~ό: τέχνασμα/ύφος. ~οί: αγώνες. ~ά: κείμενα/σχήματα. 2. (μτφ.) (για λόγο, συνήθ. προφορικό) στομφώδης, που επιδιώκει να προκαλέσει εντυπωσιασμό: ~ή: επιτήδευση. ~ές: εκφράσεις/εξαγγελίες/μεγαλοστομίες (κόμματος, πολιτικού). Πβ. επιδεικτικός, πομπώδης. ● επίρρ.: ρητορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ρητορική ερώτηση & ρητορικό ερώτημα: σχήμα λόγου με μορφή ερώτησης που διατυπώνεται συνήθ. ως ισχυρισμός χωρίς απάντηση, γιατί αυτή θεωρείται αυτονόητη., λεκτικές/ρητορικές ακροβασίες βλ. ακροβασία [< αρχ. ῥητορικός, γαλλ. rhétorique, αγγλ. rhetorical]
44308ρητορικότηταρη-το-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ευγλωττία, ευχέρεια λόγου: ανεπιτήδευτη ~. Πβ. ευφράδεια. 2. στομφώδες ύφος στον λόγο: κείμενο με έντονη, κουραστική ~. Πβ. ρητορεία, στόμφος. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ρητορισμός
44309ρητορισμόςρη-το-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): επιδεικτικό ύφος λόγου. Πβ. βερμπαλισμός, ρητορεία. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ρητορικότητα (2) ● ρητορισμοί (οι): τα ρητορικά σχήματα λόγου, οι πολύπλοκες, επιτηδευμένες εκφράσεις: Εκφράζεται με γλώσσα απλή, χωρίς ~ούς και μεγαλοστομίες. [< γαλλ. style déclamatoire, αγγλ. rhetorism]
44310ρητός, ή, ό ρη-τός επίθ. (λόγ.): που λέγεται ή διατυπώνεται με ευθύτητα και σαφήνεια, που δεν αφήνει περιθώρια για αμφισβήτηση ή παρανόηση: ~ός: κανόνας/ορισμός/περιορισμός/στόχος (= εμφανής). ~ή: αντίθεση/απαγόρευση/γνώση/δέσμευση/διαταγή/διάταξη (νόμου)/διατύπωση/εγγύηση/εντολή/θέση/προειδοποίηση/πρόθεση. Σύμφωνα με ~ό όρο του διαγωνισμού/του συμβολαίου/της συνθήκης ... Πβ. απερίφραστος, κατηγορηματικός. Βλ. ρητό, υπόρρητος. ΑΝΤ. ασαφής (1) ● επίρρ.: ρητά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ρητός αριθμός: ΜΑΘ. κάθε αριθμός που μπορεί να εκφραστεί ως κλάσμα δύο ακέραιων αριθμών, με παρονομαστή διαφορετικό του μηδενός. ΑΝΤ. άρρητος αριθμός [< γαλλ. nombre rationnel] ● ΦΡ.: ρητά και κατηγορηματικά & (σπάν.-λόγ.) ρητώς και κατηγορηματικώς (εμφατ.): με απόλυτη σαφήνεια: Ο νόμος/το Σύνταγμα ~ ~ ορίζει ότι ... Η εταιρεία διαψεύδει ~ ~ το δημοσίευμα. [< αρχ. ῥητός]
44311ρήτρα[ῥήτρα] ρή-τρα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. όρος σύμβασης: απαλλακτική (= ~ απαλλαγής)/ασφαλιστήρια/γενική/διαιτητική/ειδική/κοινωνική/συμβατική/συμπληρωματική/τιμαριθμική/υποχρεωτική ~. ~ αγοράς/αναπροσαρμογής/αποδέσμευσης/αποζημίωσης/διαιτησίας/διαφάνειας/εμπιστευτικότητας/επιφύλαξης/παραίτησης/συμβολαίου. Άρση/εφαρμογή/κατάργηση/ισχύς/χρήση ~ας. ~ες συλλογικής δράσης. || ~ διαφυγής (από το σύμφωνο σταθερότητας). Πβ. διάταξη.|| (προφ., για φοιτητή) Έβαλα ~ 9, γιατί θέλω να πάρω πτυχίο με άριστα (: να επανεξεταστώ, αν βαθμολογηθώ κάτω από 9). ● ΣΥΜΠΛ.: ποινική ρήτρα: ΝΟΜ. σύμφωνα με την οποία, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, δεσμεύεται να καταβάλει στον δανειστή κάποια παροχή, συνήθ. χρηματική., ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου: ΟΙΚΟΝ. όρος οικονομικής συναλλαγής με βάση τον οποίο η αντιστοιχία του εθνικού νομίσματος γίνεται προς το αναφερόμενο συνάλλαγμα ή νόμισμα, τον χρυσό ή τον τιμάριθμο., ρήτρα εξαίρεσης βλ. εξαίρεση ● ΦΡ.: ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. (στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία) υποχρέωση παροχής βοήθειας από όλα τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κράτος-μέλος που δέχεται ένοπλη ή τροµοκρατική επίθεση ή πλήττεται από φυσική καταστροφή., ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους: ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) σύμφωνα με την οποία ένα κράτος δεσμεύεται για ευνοϊκότερη μεταχείριση κράτους με το οποίο έχει συνάψει εμπορική συνθήκη, σε σχέση με τρίτο. [< γαλλ. clause de la nation la plus favorisée] [< αρχ. ῥήτρα ‘συμφωνία, διάταγμα, λόγος’, γαλλ. clause]
44312ρηχαίνειρη-χαί-νει ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.}: γίνεται (πιο) ρηχός: Τα νερά ~ουν απότομα. ΑΝΤ. βαθαίνει (1)
44313ρηχία[ῥηχία] ρη-χί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. το χαμηλότερο σημείο στο οποίο φτάνει η στάθμη της θάλασσας κατά την άμπωτη· η αντίστοιχη φάση της άμπωτης. ΑΝΤ. πλήμμη [< αρχ. ῥαχία, ιωνική διάλεκτος ῥηχία ‘πλημμυρίδα’]
44314ρηχός, ή, ό [ῥηχός] ρη-χός επίθ. 1. που δεν έχει μεγάλο βάθος: ~ός: κόλπος/ποταμός. ~ή: θάλασσα/πισίνα. ~ό: πηγάδι. ~ά: νερά.|| ~ή: κατσαρόλα. ~ό: πιάτο. Πβ. ανάβαθος. ΣΥΝ. αβαθής (1) ΑΝΤ. άπατος, βαθύς (1) 2. (μτφ.) που δεν προχωρά σε βάθος, δεν έχει ουσία, επιφανειακός: ~ός: διάλογος/συλλογισμός. ~ή: ανάλυση/προσέγγιση/σκέψη. ΑΝΤ. βαθυστόχαστος, διεισδυτικός.|| ~ός: χαρακτήρας. ~ή: ομορφιά. ~ό: συναίσθημα (: επιπόλαιο). ● ΦΡ.: σε ρηχά νερά/στα ρηχά 1. σε πολύ μικρό βάθος, κοντά στην ακτή: Βουτώ/κολυμπώ/ψαρεύω ~ ~. ΣΥΝ. στα βαθιά/στα (/σε) βαθιά νερά (2) 2. (μτφ.) επιδερμικά, υποτονικά: Η ομάδα/ο παίκτης φέτος κινήθηκε σε ~ ~ (: είχε μέτρια απόδοση). Σε ~ ~ η αγορά.|| Πνίγεται στα ~ (: δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε τις μικρές δυσκολίες· πβ. πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό). [< 1: μεσν. ρηχός]
44315ρηχότηταρη-χό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ρηχού, έλλειψη βάθους· (συνεκδ. στον πληθ.) οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από αυτή: (μτφ.) ιδεολογική/πνευματική/πολιτική/τηλεοπτική ~ (πβ. κενότητα, κουφότητα). ~ του λόγου. Η ~ (= επιπολαιότητα) της σκέψης κάποιου. Εμμένει σε ~ες και προχειρότητες. Πβ. επιδερμικ-, επιφανειακ-ότητα.|| (σπάν. κυριολ.) Η ~ των νερών. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. βαθύτητα
44316ριάλρι-άλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ριάλι: ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας και άλλων χωρών. [< αραβ. riyal]
44317ριάλιαρι-ά-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (κυρ. στην Κύπρο): χρήματα, περιουσία. [< ισπαν. real]
44318ριάλιτιρι-ά-λι-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ριάλιτι σόου: ΜΜΕ τηλεοπτική εκπομπή στην οποία οι συμμετέχοντες δεν είναι ηθοποιοί και οι οποίοι είτε βρίσκονται σε πραγματικές συνθήκες ή αντιμετωπίζουν ακραίες καταστάσεις ή μιλούν για τα προβλήματά τους μπροστά σε κοινό και ειδικούς. [< αμερικ. reality show, 1968, γαλλ. ~, 1983]
44319ριβιέραρι-βιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Αθηναϊκή Ριβιέρα: οι νότιες ακτές της Αθήνας που εκτείνονται από τον Φάληρο ως το Σούνιο και βρέχονται από τη θάλασσα του Σαρωνικού. [< ιταλ. riviera ‘παραλία, ακτή’]
44320ριβονουκλεάσηρι-βο-νου-κλε-ά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καταλύει την υδρόλυση του ριβονουκλεϊκού οξέος (RNA). [< αγγλ. ribonuclease, 1938, γαλλ. ribonucléase, 1963]
44321ριβονουκλεϊκό οξύουσ. (ουδ.) & RNA & (σπάν.) ριβοζονουκλεϊκό οξύ: ΒΙΟΧ. μακρομοριακή ένωση των ζωντανών κυττάρων και πολλών ιών που αποτελείται από νουκλεοτίδια, είναι φορέας γενετικών πληροφοριών, συμμετέχει στην παραγωγή πρωτεϊνών και ελέγχει ορισμένες χημικές διαδικασίες. Βλ. δεσοξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύ. ΣΥΝ. Αρ-Εν-Έι [< αγγλ. ribonucleic acid (RNA), 1930]
44322ριβόσωμαρι-βό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. κυτταρικό οργανίδιο που διαβάζει τον γενετικό κώδικα και τον μεταφράζει, συνθέτοντας πρωτεϊνικές αλυσίδες. Βλ. αγγελιοφόρο Αρ-Εν-Έι (RNA), πολύσωμα. [< γαλλ. ribosome, 1947, αγγλ. 1958]
44323ριβοφλαβίνηρι-βο-φλα-βί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η βιταμίνη Β2 (σύμβ. C17H20N4O6): φωσφορική ~. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. riboflavin, 1935, γαλλ. riboflavine, περ. 1953]
44324ρίγαρί-γα ουσ. (θηλ.) 1. ευθεία γραμμή κάθετη ή οριζόντια: γραβάτα/κασκόλ/κοστούμι με ~ες (= ριγέ). Αραιές/λεπτές/φαρδιές/χρωματιστές ~ες. Φόρμα με μία ~ στο πλάι. Οι ~ες της σημαίας. Πβ. λωρίδα, ραβδώσεις. 2. (παλαιότ.) χάρακας. [< μεσν. ρίγα < ιταλ. riga]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.