Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44860-44880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44296ρητινέλαιορη-τι-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.) 1. έλαιο από απόσταξη ρητίνης. 2. ρετσινόλαδο. Βλ. -έλαιο. [< αγγλ. resin oil]
44297ρητίνευσηρη-τί-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): συγκομιδή ρητίνης: ~ των πεύκων.
44298ρητίνη[ῥητίνη] ρη-τί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ημιδιαφανής στερεή ή παχύρρευστη κολλώδης ουσία που εκκρίνεται από τον φλοιό κωνοφόρων συνήθ. δέντρων στα σημεία όπου υπάρχει φυσική ή τεχνητή τομή: αρωματική ~ (βλ. μύρο). ~ πεύκου. Βλ. μαστίχα. ΣΥΝ. ρετσίνι 2. ΧΗΜ. μακρομοριακή χημική ένωση με χρήση στη βιομηχανία: ακρυλική/εποξειδική/θερμοπλαστική/πολυεστερική/συγκολλητική/σύνθετη ~. Συνθετικές (βλ. βακελίτης, μελαμίνη, νάιλον, πολυμερές)/φυσικές ~ες. Βλ. -ίνη. [< 1: αρχ. ῥητίνη 2: γαλλ. résine]
44299ρητινίτηςρη-τι-νί-της ουσ. (αρσ.) & ρητινίτης οίνος:: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ρετσίνα. [< μτγν. ῥητινίτης]
44300ρητινούχος, ος/α, ο [ῥητινοῦχος] ρη-τι-νού-χος επίθ. (λόγ.): που περιέχει ρητίνη: ~ο: κερί (επίπλων)/ξύλο/υλικό. ~α: δάπεδα. Πβ. ρητινώδης. Βλ. -ούχος2.
44301ρητινώδης, ης, ες [ῥητινώδης] ρη-τι-νώ-δης επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στη ρητίνη, μοιάζει με αυτή ή την περιέχει: ~ες: άρωμα.|| ~εις: όψεις.|| ~ης: κονία/ουσία. ~ες: υγρό. ~η: υλικά. Πβ. ρητινούχος.|| ~ες: δέντρο (= που παράγει ρητίνη). Βλ. -ώδης. [< αρχ. ῥητινώδης, γαλλ. résineux]
44302ρητόρη-τό ουσ. (ουδ.): περιεκτική και εύστοχη φράση που εκφράζει μια γενική αλήθεια ή αρχή: λατινικό/σοφό ~. Αρχαία/κινέζικα ~ά. Βλ. ρητός. ΣΥΝ. απόφθεγμα, γνωμικό, ρήση [< μτγν. ῥητόν, γαλλ. dicton]
44303ρήτορας[ῥήτορας] ρή-το-ρας ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που διαθέτει ευφράδεια, ευγλωττία, εκφραστικότητα στον λόγο: δεινός ~. Ήταν ικανός ηγέτης/πολιτικός και έξοχος ~. Βλ. -τορας. 2. αυτός που αγορεύει ενώπιον κοινού, συνήθ. από επίσημο βήμα: εκκλησιαστικός/θρησκευτικός ~.|| Οι αρχαίοι ~ες. Πβ. αγορ-, ομιλ-ητής. [< μεσν. ρήτορας < αρχ. ῥήτωρ, γαλλ. rhéteur, rhétoricien, αγγλ. rhetor(ician)]
44304ρητορεία[ῥητορεία] ρη-το-ρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. (ειρων.) μεγαλόστομος, στομφώδης λόγος χωρίς νόημα και περιεχόμενο: δημαγωγική/πομπώδης/προεκλογική/υποκριτική ~. Κούφιες/λαϊκίστικες ~ες. Σοφιστείες και κενές ~ες. Πβ. βερμπαλισμός, κενολογία, ρητορικότητα, ρητορισμός, στόμφος. 2. ρητορική: οι κανόνες της ~ας. Πβ. ευγλωττία, ευφράδεια.|| (ΦΙΛΟΛ.) Αττική ~. [< αρχ. ῥητορεία]
44305ρητορεύω[ῥητορεύω] ρη-το-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ρητόρευσα, ρητορεύ-οντας} (ειρων.): αγορεύω: Όλη την ώρα ~ει αντί να προτείνει λύσεις.|| (παλαιότ.) ~ει (= βγάζει λόγο) στο δικαστήριο/στη Βουλή. [< αρχ. ῥητορεύω]
44306ρητορική[ῥητορική] ρη-το-ρι-κή ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. ρητορεία 1. η τέχνη και η επιστήμη της γλωσσικής επικοινωνίας και πειθούς με χρήση σχημάτων λόγου, καθώς και οι κανόνες και τεχνικές που τη διέπουν: οι νόμοι/τα σχήματα της ~ής. Πβ. ευγλωττία, ευφράδεια. Βλ. ποιητική.|| (αρνητ. συνυποδ.) διχαστική/λαϊκίστικη ~. Πολιτική ~ (= η ~ των πολιτικών). Η ~ του Τύπου. 2. ΦΙΛΟΛ. είδος του πεζού λόγου στο οποίο ανήκουν τα ρητορικά κείμενα· το σύνολο αυτών των κειμένων: αρχαία/βυζαντινή/εκκλησιαστική/φιλοσοφική ~. [< αρχ. ῥητορική (τέχνη), γαλλ. rhétorique, αγγλ. rhetoric]
44307ρητορικός, ή, ό [ῥητορικός] ρη-το-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον ρήτορα, τη ρητορική ή τη ρητορεία: ~ός: κανόνας/λόγος/ομιλητής. ~ή: ανάλυση/δεινότητα/έκφραση/επιστήμη/ικανότητα/στρατηγική/τέχνη. ~ό: τέχνασμα/ύφος. ~οί: αγώνες. ~ά: κείμενα/σχήματα. 2. (μτφ.) (για λόγο, συνήθ. προφορικό) στομφώδης, που επιδιώκει να προκαλέσει εντυπωσιασμό: ~ή: επιτήδευση. ~ές: εκφράσεις/εξαγγελίες/μεγαλοστομίες (κόμματος, πολιτικού). Πβ. επιδεικτικός, πομπώδης. ● επίρρ.: ρητορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ρητορική ερώτηση & ρητορικό ερώτημα: σχήμα λόγου με μορφή ερώτησης που διατυπώνεται συνήθ. ως ισχυρισμός χωρίς απάντηση, γιατί αυτή θεωρείται αυτονόητη., λεκτικές/ρητορικές ακροβασίες βλ. ακροβασία [< αρχ. ῥητορικός, γαλλ. rhétorique, αγγλ. rhetorical]
44308ρητορικότηταρη-το-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ευγλωττία, ευχέρεια λόγου: ανεπιτήδευτη ~. Πβ. ευφράδεια. 2. στομφώδες ύφος στον λόγο: κείμενο με έντονη, κουραστική ~. Πβ. ρητορεία, στόμφος. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ρητορισμός
44309ρητορισμόςρη-το-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): επιδεικτικό ύφος λόγου. Πβ. βερμπαλισμός, ρητορεία. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ρητορικότητα (2) ● ρητορισμοί (οι): τα ρητορικά σχήματα λόγου, οι πολύπλοκες, επιτηδευμένες εκφράσεις: Εκφράζεται με γλώσσα απλή, χωρίς ~ούς και μεγαλοστομίες. [< γαλλ. style déclamatoire, αγγλ. rhetorism]
44310ρητός, ή, ό ρη-τός επίθ. (λόγ.): που λέγεται ή διατυπώνεται με ευθύτητα και σαφήνεια, που δεν αφήνει περιθώρια για αμφισβήτηση ή παρανόηση: ~ός: κανόνας/ορισμός/περιορισμός/στόχος (= εμφανής). ~ή: αντίθεση/απαγόρευση/γνώση/δέσμευση/διαταγή/διάταξη (νόμου)/διατύπωση/εγγύηση/εντολή/θέση/προειδοποίηση/πρόθεση. Σύμφωνα με ~ό όρο του διαγωνισμού/του συμβολαίου/της συνθήκης ... Πβ. απερίφραστος, κατηγορηματικός. Βλ. ρητό, υπόρρητος. ΑΝΤ. ασαφής (1) ● επίρρ.: ρητά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ρητός αριθμός: ΜΑΘ. κάθε αριθμός που μπορεί να εκφραστεί ως κλάσμα δύο ακέραιων αριθμών, με παρονομαστή διαφορετικό του μηδενός. ΑΝΤ. άρρητος αριθμός [< γαλλ. nombre rationnel] ● ΦΡ.: ρητά και κατηγορηματικά & (σπάν.-λόγ.) ρητώς και κατηγορηματικώς (εμφατ.): με απόλυτη σαφήνεια: Ο νόμος/το Σύνταγμα ~ ~ ορίζει ότι ... Η εταιρεία διαψεύδει ~ ~ το δημοσίευμα. [< αρχ. ῥητός]
44311ρήτρα[ῥήτρα] ρή-τρα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. όρος σύμβασης: απαλλακτική (= ~ απαλλαγής)/ασφαλιστήρια/γενική/διαιτητική/ειδική/κοινωνική/συμβατική/συμπληρωματική/τιμαριθμική/υποχρεωτική ~. ~ αγοράς/αναπροσαρμογής/αποδέσμευσης/αποζημίωσης/διαιτησίας/διαφάνειας/εμπιστευτικότητας/επιφύλαξης/παραίτησης/συμβολαίου. Άρση/εφαρμογή/κατάργηση/ισχύς/χρήση ~ας. ~ες συλλογικής δράσης. || ~ διαφυγής (από το σύμφωνο σταθερότητας). Πβ. διάταξη.|| (προφ., για φοιτητή) Έβαλα ~ 9, γιατί θέλω να πάρω πτυχίο με άριστα (: να επανεξεταστώ, αν βαθμολογηθώ κάτω από 9). ● ΣΥΜΠΛ.: ποινική ρήτρα: ΝΟΜ. σύμφωνα με την οποία, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του, δεσμεύεται να καταβάλει στον δανειστή κάποια παροχή, συνήθ. χρηματική., ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου: ΟΙΚΟΝ. όρος οικονομικής συναλλαγής με βάση τον οποίο η αντιστοιχία του εθνικού νομίσματος γίνεται προς το αναφερόμενο συνάλλαγμα ή νόμισμα, τον χρυσό ή τον τιμάριθμο., ρήτρα εξαίρεσης βλ. εξαίρεση ● ΦΡ.: ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. (στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία) υποχρέωση παροχής βοήθειας από όλα τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κράτος-μέλος που δέχεται ένοπλη ή τροµοκρατική επίθεση ή πλήττεται από φυσική καταστροφή., ρήτρα του μάλλον ευνοούμενου κράτους: ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) σύμφωνα με την οποία ένα κράτος δεσμεύεται για ευνοϊκότερη μεταχείριση κράτους με το οποίο έχει συνάψει εμπορική συνθήκη, σε σχέση με τρίτο. [< γαλλ. clause de la nation la plus favorisée] [< αρχ. ῥήτρα ‘συμφωνία, διάταγμα, λόγος’, γαλλ. clause]
44312ρηχαίνειρη-χαί-νει ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.}: γίνεται (πιο) ρηχός: Τα νερά ~ουν απότομα. ΑΝΤ. βαθαίνει (1)
44313ρηχία[ῥηχία] ρη-χί-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. το χαμηλότερο σημείο στο οποίο φτάνει η στάθμη της θάλασσας κατά την άμπωτη· η αντίστοιχη φάση της άμπωτης. ΑΝΤ. πλήμμη [< αρχ. ῥαχία, ιωνική διάλεκτος ῥηχία ‘πλημμυρίδα’]
44314ρηχός, ή, ό [ῥηχός] ρη-χός επίθ. 1. που δεν έχει μεγάλο βάθος: ~ός: κόλπος/ποταμός. ~ή: θάλασσα/πισίνα. ~ό: πηγάδι. ~ά: νερά.|| ~ή: κατσαρόλα. ~ό: πιάτο. Πβ. ανάβαθος. ΣΥΝ. αβαθής (1) ΑΝΤ. άπατος, βαθύς (1) 2. (μτφ.) που δεν προχωρά σε βάθος, δεν έχει ουσία, επιφανειακός: ~ός: διάλογος/συλλογισμός. ~ή: ανάλυση/προσέγγιση/σκέψη. ΑΝΤ. βαθυστόχαστος, διεισδυτικός.|| ~ός: χαρακτήρας. ~ή: ομορφιά. ~ό: συναίσθημα (: επιπόλαιο). ● ΦΡ.: σε ρηχά νερά/στα ρηχά 1. σε πολύ μικρό βάθος, κοντά στην ακτή: Βουτώ/κολυμπώ/ψαρεύω ~ ~. ΣΥΝ. στα βαθιά/στα (/σε) βαθιά νερά (2) 2. (μτφ.) επιδερμικά, υποτονικά: Η ομάδα/ο παίκτης φέτος κινήθηκε σε ~ ~ (: είχε μέτρια απόδοση). Σε ~ ~ η αγορά.|| Πνίγεται στα ~ (: δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ούτε τις μικρές δυσκολίες· πβ. πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό). [< 1: μεσν. ρηχός]
44315ρηχότηταρη-χό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ρηχού, έλλειψη βάθους· (συνεκδ. στον πληθ.) οτιδήποτε χαρακτηρίζεται από αυτή: (μτφ.) ιδεολογική/πνευματική/πολιτική/τηλεοπτική ~ (πβ. κενότητα, κουφότητα). ~ του λόγου. Η ~ (= επιπολαιότητα) της σκέψης κάποιου. Εμμένει σε ~ες και προχειρότητες. Πβ. επιδερμικ-, επιφανειακ-ότητα.|| (σπάν. κυριολ.) Η ~ των νερών. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. βαθύτητα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.