| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44325 | ριγανάτος | , η, ο [ριγανᾶτος] ρι-γα-νά-τος επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που έχει ως βασικό καρύκευμα τη ρίγανη: γαύρος ~. Αρνάκι/κοτόπουλο/χταπόδι ~ο. Πατάτες φούρνου ~ες. Βλ. -άτος. ● Ουσ.: ριγανάτο (το): ψητό κρέας αρωματισμένο με ρίγανη. | |
| 44326 | ρίγανη | ρί-γα-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Origanum vulgare) με αρωματικά φύλλα και μικρά άνθη που χρησιμοποιούνται αποξηραμένα ως καρύκευμα, ενώ το έλαιο που εξάγεται από αυτά χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική: άγρια/ξερή/τριμμένη/φρέσκια/χλωρή ~. Ένα κλωνάρι/ματσάκι ~. Φέτα με λάδι και ~ (πβ. λαδο~). Πατατάκια με ~. Μια κουταλιά ~. Πασπαλίζετε το ψάρι με ~. Πβ. ορίγανο. Βλ. θυμάρι, μαντζουράνα. ● Υποκ.: ριγανίτσα (η) ● ΦΡ.: βαλ' του ρίγανη (προφ.): σε περιπτώσεις που μια δουλειά, μια κατάσταση δεν πάει καλά. Πβ. άστα (να πάνε) καλύτερα, βράσε ρύζι/όρυζα., κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)! βλ. κολοκύθι [< μεσν. ρίγανη] | |
| 44327 | ριγάτος | , η, ο [ῥιγᾶτος] ρι-γά-τος επίθ.: ριγέ: (ΜΑΓΕΙΡ.) πένες ~ες. | |
| 44328 | ριγγατόνι | βλ. ριγκατόνι | |
| 44329 | ριγέ | ρι-γέ επίθ. {άκλ.}: που έχει ρίγες: ~ μπλουζάκι/πουκάμισο/ύφασμα. ~ χαρτί. Πβ. γραμμωτός.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο σχέδιο:) Είναι στη μόδα τα ~. Πβ. ζεβρέ. Βλ. πουά. ΣΥΝ. ριγάτος, ριγωτός [< γαλλ. rayé, με επίδρ. της λ. ρίγα] | |
| 44330 | ριγηλός | , ή, ό [ῥιγηλός] ρι-γη-λός επίθ. (λογοτ.): που τρεμουλιάζει: ~ή: φωνή. Πβ. τρεμουλιαστός. Βλ. -ηλός. [< αρχ. ῥιγηλός ‘τρομακτικός’, μεσν. ~ ‘τρεμουλιάρης’] | |
| 44331 | ριγκ | βλ. ρινγκ | |
| 44332 | ριγκατόνι | ρι-γκα-τό-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ριγγατόνι: ΜΑΓΕΙΡ. είδος ζυμαρικού με μορφή κοντού ραβδωτού σωλήνα: ~ με τέσσερα τυριά/φούρνου. Βλ. πένες. [< ιταλ. rigatoni, 1931, πληθ. του rigatone, αμερικ. ~, περ. 1923, γαλλ. ~, 1990] | |
| 44333 | ριγμένος | , η, ο ριγ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει ριχτεί: Το δέντρο είχε ~α όλα του τα φύλλα. Ζακέτα ~η στην πλάτη. 2. (μτφ.-προφ.) αδικημένος: Αισθάνεται ~ από τον εργοδότη/τους συνεργάτες του. ● βλ. ρίχνω | |
| 44336 | ριγωτός | , ή, ό ρι-γω-τός επίθ.: ριγέ: ~ή: ουρά/τέντα. ~ό: πουλόβερ/ύφασμα/χαρτί. Πβ. γραμμωτός. | |
| 44337 | ριζά | ρι-ζά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): πρόποδες: στα ~ του βουνού. Πβ. ρίζα, υπώρεια. ΣΥΝ. ριζοβούνια [< ρίζα, με κατέβασμα του τόνου κατά το χαμηλά] | |
| 44338 | ρίζα | [ῥίζα] ρί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. το υπόγειο συνήθ. τμήμα του φυτού, το οποίο το στηρίζει και μεταφέρει στα υπόλοιπα μέρη του νερό και θρεπτικές ουσίες από το χώμα· συνεκδ. το ίδιο το φυτό ως μονάδα: βαθιά/εναέρια/επίκτητη/θυσανωτή/μυζητική/πασσαλώδης/πρωτογενής/στηρικτική ~. ~ αποταμίευσης. Βλαστάρι που βγάζει ~ες (= ριζώνει). Πβ. ρίζωμα.|| Χωράφι με λίγες ~ες λεμονιές. Πβ. δέντρο. 2. (μτφ.) κατώτερο τμήμα ή βάση οργάνου ή σπανιότ. κατασκευής: (ΑΝΑΤ.) νευρική ~. ~ δοντιού (βλ. μύλη)/μαλλιών/τρίχας.|| ~ κολόνας/τοιχίου. (ΠΛΗΡΟΦ.) Κόμβος-~.|| (ειδικότ. πρόποδες) ~ες βουνού. Πβ. ριζά, ριζοβούνια. 3. (μτφ.) βασική αιτία ή απώτερη αρχή αρνητικού φαινομένου, προβλήματος: βαθύτερη ~ της αποτυχίας/της κρίσης. Οι ~ες της εγκληματικότητας/τρομοκρατίας. Πβ. αίτιο, απαρχή. 4. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) καταγωγή προσώπου· καταβολές συνόλου προσώπων και κατ' επέκτ. οτιδήποτε τα ενώνει με το παρελθόν: αριστοκρατικές ~ες. Αναζητώ/αποκόπτομαι από/αρνούμαι τις ~ες μου. Όσο ψηλά κι αν έφτασε, δεν ξέχασε τις ~ες του. Πβ. αίμα, γενιά, φύτρα.|| Αρχαίες/βιολογικές/κοινές/φυλετικές/χαμένες ~ες. ~ες ενός λαού (πβ. προέλευση). Επιστροφή στις ~ες. 5. ΜΑΘ. θετικός αριθμός που, όταν πολλαπλασιαστεί με τον εαυτό του μία ή περισσότερες φορές, δίνει δεδομένο πραγματικό αριθμό διάφορο του μηδενός: κυβική (: ο αριθμός του οποίου η τρίτη δύναμη ισούται με τον αρχικό αριθμό)/νιοστή ~. ~ εξίσωσης (: αριθμός ή αλγεβρική έκφραση που αποτελεί λύση της). 6. ΓΛΩΣΣ. τμήμα λέξης, που αποτελεί φορέα της κύριας σημασίας της και βάση για τη δημιουργία των διαφόρων τύπων και παραγώγων της: ελληνική/ινδοευρωπαϊκή/λατινική ~. Η ~ του "αντικατοπτρίζω" είναι "κατοπτρ-". Βλ. θέμα, κατάληξη, μόρφημα, πρόσφυμα. 7. ΧΗΜ. ομάδα ατόμων που δεν μεταβάλλονται στη διάρκεια χημικής αντίδρασης: οργανικές ~ες. ● Υποκ.: ριζάκι (το), ριζούλα & ριζίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερες ρίζες: ΧΗΜ. πολύ δραστικά και ασταθή μόρια ή άτομα που προκαλούν βλάβες στα κύτταρα: ~ ~ οξυγόνου. Βλ. λιπιδική υπεροξείδωση. [< γαλλ. radicaux libres, αγγλ. free radicals] , τετραγωνική ρίζα βλ. τετραγωνικός ● ΦΡ.: βγάζω ρίζες (μτφ.-νεαν. αργκό): ριζώνω., χτυπώ/αντιμετωπίζω/καταπολεμώ/πολεμώ το κακό στη ρίζα του (μτφ.): εφαρμόζω δραστικές μεθόδους για την επίλυση προβλήματος: Για ν' αλλάξουν τα πράγματα, πρέπει να χτυπηθεί/να πολεμήσουμε ~ ~. Το νέο νομοσχέδιο αντιμετωπίζει ~ ~. [< γαλλ. couper le mal à la racine] , η πηγή/η ρίζα του κακού βλ. κακό [< 1,2,3,4: αρχ. ῥίζα 5,6,7: γαλλ. racine, γερμ. Wurzel] | |
| 44339 | ριζάρι | ρι-ζά-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αυτοφυές φυτό (επιστ. ονομασ. Rubia tinctorum) γνωστό για την κόκκινη χρωστική ουσία των ριζών του. ΣΥΝ. ερυθρόδανο, ρουβία [< μεσν. ριζάριν] | |
| 44340 | ριζίδιο | ρι-ζί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. ΒΟΤ. φυτικός εμβρυϊκός ιστός από τον οποίο διαμορφώνεται η ρίζα του φυτού· γενικότ. μικρή ρίζα. Βλ. βλαστίδιο. 2. ΑΝΑΤ. λεπτή νευρική ρίζα. Βλ. -ίδιο. [< μεσν. ριζίδιον 'μικρή ρίζα', αγγλ. radicle] | |
| 44341 | ριζικό1 | ρι-ζι-κό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μοίρα, πεπρωμένο: Ας γίνει ό,τι γράφει το ~ (= γραφτό) μου. Αυτό ήταν το ~ του. Το 'χει το ~ μου. Φταίει το ~ μας. Πβ. γραμμένο, ειμαρμένη, κισμέτ. ● ΦΡ.: αν έχεις τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει βλ. διαβαίνω [< μεσν. ριζικό(ν)] | |
| 44342 | ριζικό2 | ρι-ζι-κό ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. σύμβολο (√) που δηλώνει την τετραγωνική ρίζα θετικού αριθμού. [< γαλλ. radical] | |
| 44343 | ριζικός | , ή, ό ρι-ζι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη ρίζα: ~ή: αποτρίχωση. Ο ~ σωλήνας του δοντιού.|| ~ό: σύστημα (δέντρου). 2. (μτφ.) που γίνεται από τη βάση, θεμελιώδης: ~ή: αλλαγή/ανανέωση/εξυγίανση/μεταβολή/μεταρρύθμιση. Πβ. βασικός, θεμελιακός. 3. (μτφ.) ολοκληρωτικός, πλήρης: ~ός: εκσυγχρονισμός. ~ή: αναβάθμιση/διαφορά (απόψεων)/εκτομή (όγκου)/θεραπεία (νόσου)/λύση. ~ά: μέτρα. ● επίρρ.: ριζικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] (μτφ.): ~ ανακαινισμένος/ανανεωμένος χώρος. Θα αλλάξει ~ το (πολιτικό) τοπίο. Πβ. εκ βάθρων. [< 1: μτγν. ῥιζικός 2,3: γαλλ. radical] | |
| 44344 | ριζιμιός | , ιά, ό ρι-ζι-μιός επίθ. (διαλεκτ.): που έχει βαθιές, γερές ρίζες, καλά στερεωμένος, ακλόνητος: ~ιός: βράχος (βλ. χαράκι). ~ιά: πέτρα. ~ιά: δέντρα. [< μεσν. ριζιμαίος] | |
| 44345 | ριζίτης | ρι-ζί-της ουσ. (αρσ.) 1. ΜΟΥΣ. μουσικός που τραγουδά ριζίτικα τραγούδια: παραδοσιακός ~. 2. (κυρ. στην Κρήτη) άτομο που κατοικεί στα ριζά, στους πρόποδες βουνού. | |
| 44346 | ριζίτιδα | ρι-ζί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή ρίζας νωτιαίου νεύρου: αυχενική ~. Μυϊκές ατροφίες λόγω ~ας. Βλ. -ίτιδα, νευρίτιδα. [< γαλλ. radiculite, 1923] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ