| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44316 | ριάλ | ρι-άλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ριάλι: ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας και άλλων χωρών. [< αραβ. riyal] | |
| 44317 | ριάλια | ρι-ά-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (κυρ. στην Κύπρο): χρήματα, περιουσία. [< ισπαν. real] | |
| 44318 | ριάλιτι | ρι-ά-λι-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ριάλιτι σόου: ΜΜΕ τηλεοπτική εκπομπή στην οποία οι συμμετέχοντες δεν είναι ηθοποιοί και οι οποίοι είτε βρίσκονται σε πραγματικές συνθήκες ή αντιμετωπίζουν ακραίες καταστάσεις ή μιλούν για τα προβλήματά τους μπροστά σε κοινό και ειδικούς. [< αμερικ. reality show, 1968, γαλλ. ~, 1983] | |
| 44319 | ριβιέρα | ρι-βιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: Αθηναϊκή Ριβιέρα: οι νότιες ακτές της Αθήνας που εκτείνονται από τον Φάληρο ως το Σούνιο και βρέχονται από τη θάλασσα του Σαρωνικού. [< ιταλ. riviera ‘παραλία, ακτή’] | |
| 44320 | ριβονουκλεάση | ρι-βο-νου-κλε-ά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καταλύει την υδρόλυση του ριβονουκλεϊκού οξέος (RNA). [< αγγλ. ribonuclease, 1938, γαλλ. ribonucléase, 1963] | |
| 44321 | ριβονουκλεϊκό οξύ | ουσ. (ουδ.) & RNA & (σπάν.) ριβοζονουκλεϊκό οξύ: ΒΙΟΧ. μακρομοριακή ένωση των ζωντανών κυττάρων και πολλών ιών που αποτελείται από νουκλεοτίδια, είναι φορέας γενετικών πληροφοριών, συμμετέχει στην παραγωγή πρωτεϊνών και ελέγχει ορισμένες χημικές διαδικασίες. Βλ. δεσοξυριβο(ζο)νουκλεϊ(νι)κό οξύ. ΣΥΝ. Αρ-Εν-Έι [< αγγλ. ribonucleic acid (RNA), 1930] | |
| 44322 | ριβόσωμα | ρι-βό-σω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. κυτταρικό οργανίδιο που διαβάζει τον γενετικό κώδικα και τον μεταφράζει, συνθέτοντας πρωτεϊνικές αλυσίδες. Βλ. αγγελιοφόρο Αρ-Εν-Έι (RNA), πολύσωμα. [< γαλλ. ribosome, 1947, αγγλ. 1958] | |
| 44323 | ριβοφλαβίνη | ρι-βο-φλα-βί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η βιταμίνη Β2 (σύμβ. C17H20N4O6): φωσφορική ~. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. riboflavin, 1935, γαλλ. riboflavine, περ. 1953] | |
| 44324 | ρίγα | ρί-γα ουσ. (θηλ.) 1. ευθεία γραμμή κάθετη ή οριζόντια: γραβάτα/κασκόλ/κοστούμι με ~ες (= ριγέ). Αραιές/λεπτές/φαρδιές/χρωματιστές ~ες. Φόρμα με μία ~ στο πλάι. Οι ~ες της σημαίας. Πβ. λωρίδα, ραβδώσεις. 2. (παλαιότ.) χάρακας. [< μεσν. ρίγα < ιταλ. riga] | |
| 44325 | ριγανάτος | , η, ο [ριγανᾶτος] ρι-γα-νά-τος επίθ.: ΜΑΓΕΙΡ. (για φαγητό) που έχει ως βασικό καρύκευμα τη ρίγανη: γαύρος ~. Αρνάκι/κοτόπουλο/χταπόδι ~ο. Πατάτες φούρνου ~ες. Βλ. -άτος. ● Ουσ.: ριγανάτο (το): ψητό κρέας αρωματισμένο με ρίγανη. | |
| 44326 | ρίγανη | ρί-γα-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Origanum vulgare) με αρωματικά φύλλα και μικρά άνθη που χρησιμοποιούνται αποξηραμένα ως καρύκευμα, ενώ το έλαιο που εξάγεται από αυτά χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική: άγρια/ξερή/τριμμένη/φρέσκια/χλωρή ~. Ένα κλωνάρι/ματσάκι ~. Φέτα με λάδι και ~ (πβ. λαδο~). Πατατάκια με ~. Μια κουταλιά ~. Πασπαλίζετε το ψάρι με ~. Πβ. ορίγανο. Βλ. θυμάρι, μαντζουράνα. ● Υποκ.: ριγανίτσα (η) ● ΦΡ.: βαλ' του ρίγανη (προφ.): σε περιπτώσεις που μια δουλειά, μια κατάσταση δεν πάει καλά. Πβ. άστα (να πάνε) καλύτερα, βράσε ρύζι/όρυζα., κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)! βλ. κολοκύθι [< μεσν. ρίγανη] | |
| 44327 | ριγάτος | , η, ο [ῥιγᾶτος] ρι-γά-τος επίθ.: ριγέ: (ΜΑΓΕΙΡ.) πένες ~ες. | |
| 44328 | ριγγατόνι | βλ. ριγκατόνι | |
| 44329 | ριγέ | ρι-γέ επίθ. {άκλ.}: που έχει ρίγες: ~ μπλουζάκι/πουκάμισο/ύφασμα. ~ χαρτί. Πβ. γραμμωτός.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο σχέδιο:) Είναι στη μόδα τα ~. Πβ. ζεβρέ. Βλ. πουά. ΣΥΝ. ριγάτος, ριγωτός [< γαλλ. rayé, με επίδρ. της λ. ρίγα] | |
| 44330 | ριγηλός | , ή, ό [ῥιγηλός] ρι-γη-λός επίθ. (λογοτ.): που τρεμουλιάζει: ~ή: φωνή. Πβ. τρεμουλιαστός. Βλ. -ηλός. [< αρχ. ῥιγηλός ‘τρομακτικός’, μεσν. ~ ‘τρεμουλιάρης’] | |
| 44331 | ριγκ | βλ. ρινγκ | |
| 44332 | ριγκατόνι | ρι-γκα-τό-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ριγγατόνι: ΜΑΓΕΙΡ. είδος ζυμαρικού με μορφή κοντού ραβδωτού σωλήνα: ~ με τέσσερα τυριά/φούρνου. Βλ. πένες. [< ιταλ. rigatoni, 1931, πληθ. του rigatone, αμερικ. ~, περ. 1923, γαλλ. ~, 1990] | |
| 44333 | ριγμένος | , η, ο ριγ-μέ-νος επίθ. 1. που έχει ριχτεί: Το δέντρο είχε ~α όλα του τα φύλλα. Ζακέτα ~η στην πλάτη. 2. (μτφ.-προφ.) αδικημένος: Αισθάνεται ~ από τον εργοδότη/τους συνεργάτες του. ● βλ. ρίχνω | |
| 44336 | ριγωτός | , ή, ό ρι-γω-τός επίθ.: ριγέ: ~ή: ουρά/τέντα. ~ό: πουλόβερ/ύφασμα/χαρτί. Πβ. γραμμωτός. | |
| 44337 | ριζά | ρι-ζά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): πρόποδες: στα ~ του βουνού. Πβ. ρίζα, υπώρεια. ΣΥΝ. ριζοβούνια [< ρίζα, με κατέβασμα του τόνου κατά το χαμηλά] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ