Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44900-44920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44347ριζίτικος, η, ο ρι-ζί-τι-κος επίθ. 1. που σχετίζεται με το ριζίτικο τραγούδι: ~ος: στίχος.|| (ως ουσ.) Συρτός ~. 2. (σπάν.) που βρίσκεται στις ρίζες βουνού: ~α: χωριά. Βλ. -ίτικος. ● Ουσ.: ριζίτικο (το): δημοτικό τραγούδι των ορεινών περιοχών κυρ. της δυτικής Κρήτης: ~α του γάμου/της στράτας/της τάβλας. Βλ. μαντινάδα.
44348ριζοβολά[ῥιζοβολᾷ] ρι-ζο-βο-λά ρ. (αμτβ.) {ριζοβολ-ά κ. -εί ... | ριζοβόλ-ησε} & ριζοβολάει (λαϊκό): ριζώνει. ● ριζοβολώ (μτφ.): στεριώνω. Βλ. -βολώ. [< μτγν. ῥιζοβολῶ]
44349ριζοβόλησηρι-ζο-βό-λη-ση ουσ. (θηλ.) & ριζοβόλημα (το) (κυριολ. κ. μτφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ριζοβολώ. Πβ. ρίζωμα, στέριωμα. [< μεσν. ριζοβόλησις]
44350ριζοβολίαρι-ζο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ανάπτυξη ριζών: ~ μοσχευμάτων. Ορμόνη/υπόστρωμα ~ας. Βλ. -βολία.
44351ριζοβούνιαρι-ζο-βού-νια ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): πρόποδες βουνού. Πβ. ρίζα, υπώρεια. ΣΥΝ. ριζά
44352ριζόμορφος, η, ο ρι-ζό-μορ-φος επίθ.: που έχει μορφή ρίζας: ~α: (οδοντικά) εμφυτεύματα. Βλ. -μορφος. ● Ουσ.: ριζόμορφα (τα): ΒΟΤ. σχηματισμοί από μυκήλια που μοιάζουν με ρίζα. [< γαλλ. rhizomorphe, αγγλ. rhizomorph]
44353ριζοσπάστηςρι-ζο-σπά-στης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ριζοσπάστρια}: υποστηρικτής του ριζοσπαστισμού: το κίνημα των ~ών. Πβ. αναμορφωτής, επαναστάτης, μεταρρυθμιστής.|| (ως επίθ.) ~: αγωνιστής/δημοσιογράφος/διανοούμενος/επιστήμονας. [< γαλλ. radical]
44354ριζοσπαστικοποίησηρι-ζο-σπα-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ριζοσπαστικοποιώ: βίαιη/ιδεολογική/κοινωνική ~. ~ της εργατικής τάξης/της νεολαίας. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. radicalisation, 1929]
44355ριζοσπαστικοποιώ[ριζοσπαστικοποιῶ] ρι-ζο-σπα-στι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.): δίνω σε κάποιον ή κάτι ριζοσπαστικό, επαναστατικό χαρακτήρα: Η καταπίεση/κρίση ~ησε τον πληθυσμό. ~ημένο: κίνημα. ~ημένοι: εργάτες/φοιτητές. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. radicaliser, 1917]
44356ριζοσπαστικός, ή, ό ρι-ζο-σπα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ριζοσπαστισμό: ~ός: εκσυγχρονισμός/μετασχηματισμός/φεµινισµός/φιλελευθερισμός/χαρακτήρας. ~ή: ιδεολογία/μεταρρύθμιση/πρόταση. ~ό: έργο/κείμενο/κίνημα. ~ές: απόψεις. ~ά: κόμματα/μέτρα/ρεύματα.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= ριζοσπάστες). Πβ. αιρετ-, αντικομφορμιστ-, εικονοκλαστ-, επαναστατ-, νεωτεριστ-, προοδευτ-ικός, πρωτοποριακός, ρηξικέλευθος. ΑΝΤ. συντηρητικός (1) ● επίρρ.: ριζοσπαστικά [< γαλλ. radical]
44357ριζοσπαστικότηταρι-ζο-σπα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ριζοσπάστη. Πβ. επαναστατικ-, προοδευτικ-ότητα. [< γαλλ. radicalité]
44358ριζοσπαστισμόςρι-ζο-σπα-στι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. κίνημα, τάση ή θεωρία που υποστηρίζει και προωθεί ανατρεπτικές ιδέες και αλλαγές, συνήθ. στον πολιτικό και κοινωνικό τομέα: θρησκευτικός/κοινωνικός ~. ~ στην οικονομία. Πβ. προοδευτικότητα. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. συντηρητισμός 2. ΠΟΛΙΤ. οι θέσεις των ριζοσπαστικών κομμάτων. [< γαλλ. radicalisme]
44359ριζότορι-ζό-το ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ρυζότο: ΜΑΓΕΙΡ. ιταλικό φαγητό από ρύζι μαγειρεμένο με ζωμό, στο οποίο προστίθενται διάφορα υλικά: ~ με γαρίδες/θαλασσινά/λαχανικά/μανιτάρια/σαφράν. ~ φούρνου. Βλ. κριθαρότο, παέγια. ● Υποκ.: ριζοτάκι (το) [< ιταλ. risotto, γαλλ. ~]
44360ριζόχαρτορι-ζό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ρυζόχαρτο: ημιδιαφανές λεπτό χαρτί: εικόνες ζωγραφισμένες σε ~. Άλμπουμ φωτογραφιών/φυτολόγιο με ειδικά διαχωριστικά από ~. Πβ. τσιγαρόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier de riz, γερμ. Reispapier]
44361ρίζωμα[ῥίζωμα] ρί-ζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. υπόγειος πολυετής βλαστός που αναπτύσσεται παράλληλα προς το έδαφος και από τον οποίο βγαίνουν ρίζες και βλαστάρια· γενικότ. οι ρίζες φυτού: παχύ/σαρκώδες ~. 2. (μτφ.) εδραίωση, παγίωση: το ~ της δημοκρατίας/πίστης. Πβ. σταθεροποίηση, στερέωση. 3. (μτφ.) μόνιμη εγκατάσταση σε έναν τόπο: το ~ των προσφύγων. Πβ. στέριωμα. ΑΝΤ. ξε~. 4. (σπάν.) ριζά, πρόποδες. [< αρχ. ῥίζωμα, γαλλ.-αγγλ. rhizome]
44362ριζωματώδης, ης, ες ρι-ζω-μα-τώ-δης επίθ. (επιστ.): που έχει ρίζωμα ή πολλαπλασιάζεται με αυτό: ~ες: φυτό. ~εις: ίριδες/πόες. Βλ. -ώδης.
44363ριζώνωρι-ζώ-νω ρ. (αμτβ.) {ρίζω-σε, ριζώ-σει, -θηκε, -μένος, ριζών-οντας} 1. εγκαθίσταμαι σταθερά, μόνιμα κάπου: Οι μετανάστες ~σαν σ' αυτά τα χώματα/στη νέα τους πατρίδα. Πβ. στεριώνω. ΑΝΤ. ξεριζώνομαι. 2. (μτφ.-προφ.) κάθομαι κάπου για πολλή ώρα: Έχει ~σει στο γραφείο/στην καρέκλα/(μπροστά) στον υπολογιστή. ΣΥΝ. βγάζω ρίζες ● ριζώνει 1. (για φυτό) βγάζει ρίζες: Χρειάζεται γόνιμο έδαφος για να ~σει (πβ. πιάνει). ΣΥΝ. ριζοβολά 2. (μτφ.) αποκτά γερές βάσεις, σταθεροποιείται: Έχει ~σει η αγάπη/ο φόβος στην καρδιά/στην ψυχή (πβ. θρονιάζει). Μια ιδέα/σκέψη έχει ~σει (: έχει καρφωθεί) στο μυαλό της. Πβ. εδραιώνω, θεμελιώνω, παγιώνω. [< αρχ. ῥιζῶ]
44364ριθμ εντ μπλουζουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσική που ξεκίνησε από Αφροαμερικανούς μουσικούς και συνδυάζει στοιχεία κυρ. μπλουζ και τζαζ. Βλ. ροκ εν ρολ, ροκαμπίλι. ΣΥΝ. αρ εν μπι [< αμερικ. rhythm and blues, 1933]
44365ΡΙΚ(το): Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου.
44366ρικέτσιαρι-κέ-τσι-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. παρασιτικός μικροοργανισμός που ταξινομείται μεταξύ βακτηρίων και ιών, αναπαράγεται στο εσωτερικό ζωντανών κυττάρων και η μετάδοσή του προκαλεί σοβαρά νοσήματα: εξάνθημα/λοίμωξη από ~. Βλ. ερλιχίωση, τύφος. [< γαλλ. rickettsie, 1910, αγγλ. rickettsia, 1916 < αμερικ. ανθρ. H. T. Ricketts]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.