| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44367 | ρίκινος | ρί-κι-νος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΒΟΤ. ρετσινολαδιά. [< νεολατ. ricinus] | |
| 44368 | ρικνός | , ή, ό [ῥικνός] ρι-κνός επίθ. (επιστ.): που έχει ζάρες, ρυτίδες: ~ός: νεφρός. ~ή: κύστη. Πβ. ζαρωμένος. [< αρχ. ῥικνός] | |
| 44369 | ρίκνωση | [ῥίκνωση] ρί-κνω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): συρρίκνωση, ζάρωμα: νεφρική ~. ~ του δέρματος. [< αρχ. ῥίκνωσις] | |
| 44370 | ρικότα | ρι-κό-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό μαλακό ή κρεμώδες ανάλατο τυρί από ορό γάλακτος. [< ιταλ. ricotta, γαλλ. ~, 1911] | |
| 44371 | ριλάξ | ρι-λάξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. ξεκούραση, χαλάρωση: Κάνει ~ σε σπα (= ηρεμεί, χαλαρώνει). 2. κάθισμα για μωρά. Βλ. κούνια, πορτ-μπεμπέ. ● Υποκ.: ριλαξάκι (το) [< αγγλ. relax, γαλλ. relax(e), περ. 1955] | |
| 44372 | ριλαξάρω | ρι-λα-ξά-ρω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (προφ.): ξεκουράζομαι, χαλαρώνω: ~ει στον κήπο/στην παραλία. Κουράστηκα πολύ, θέλω να ~. Πβ. ηρεμώ. [< ριλάξ + -άρω, πβ. γαλλ. relaxer, περ. 1950] | |
| 44373 | ρίμα | ρί-μα ουσ. (θηλ.) 1. ομοιοκαταληξία: ποίημα/τραγούδι με/χωρίς ~. Οι δύο στίχοι κάνουν ~. 2. ΛΟΓΟΤ. ριμάδα και κατ' επέκτ. κάθε ομοιοκατάληκτο ποίημα ή τραγούδι με περιπαικτικό κυρ. περιεχόμενο: σατιρική ~. [< μεσν. ρίμα < ιταλ. rima < γαλλ. rime] | |
| 44374 | ριμάδα | ρι-μά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΛΟΓΟΤ. ομοιοκατάληκτο δημώδες αυτοσχέδιο δίστιχο· ποίημα από τέτοια δίστιχα. Πβ. λιανοτράγουδο. ΣΥΝ. ρίμα (2) [< μεσν. ριμάδα < υστερολατινικό rimada] | |
| 44375 | ριμαδόρος | ρι-μα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. συνθέτης αυτοσχέδιων ομοιοκατάληκτων δίστιχων, συνήθ. σκωπτικού περιεχομένου: επαγγελματίας/λαϊκός ~. Μαντινάδα ~ου. Πβ. ποιητάρης. Βλ. -αδόρος. 2. (μειωτ.) στιχοπλόκος. [< βεν. *rimador] | |
| 44377 | ριμέικ | ρι-μέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. νέα εκδοχή παλιότερης κινηματογραφικής επιτυχίας: χολιγουντιανά ~. Πιστό ~ της κλασικής/πρωτότυπης ταινίας. Μοντέρνο ~ ασπρόμαυρου φιλμ νουάρ. [< αγγλ. remake, 1936, γαλλ. ~, 1946] | |
| 44378 | ρίμελ | ρί-μελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): καλλυντικό χρωματιστό υγρό για τις βλεφαρίδες. Πβ. μάσκαρα. Βλ. αϊλάινερ, μολύβι. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. rimmel, 1929, γαλλ. ανθρ. E. Rimmel] | |
| 44379 | ριμίξ | βλ. ρεμίξ | |
| 44380 | ριμπάουντ | ρι-μπά-ουντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) απόκτηση της μπάλας από παίκτη ύστερα από άστοχο σουτ: αμυντικό/επιθετικό/χαμένο ~. Διεκδίκηση του ~. Κερδίζω/μαζεύω/παίρνω το ~.|| (κατ' επέκτ. στο ποδόσφαιρο) Ισοφάρισε με κεφαλιά-~. Βλ. ασίστ. [< αμερικ. rebound, 1922] | |
| 44381 | ριμπάουντερ | ρι-μπά-ου-ντερ {άκλ.}: ΑΘΛ. μπασκετμπολίστας που έχει την ικανότητα να παίρνει πολλά ριμπάουντ κατά τη διάρκεια αγώνα. Βλ. μπλοκέρ, σκόρερ. [< αμερικ. rebounder, 1949] | |
| 44382 | ρίνα | [ῥῖνα] ρί-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (επιστ. ονομασ. Squatina squatina) με πεπλατυσμένο σώμα, αναπτυγμένα θωρακικά πτερύγια και μεγάλο κεφάλι. ΣΥΝ. αγγελόψαρο (1), ρίνη (2) [< μτγν. ῥῖνα] | |
| 44383 | ριναίος | , α, ο [ῥιναῖος] ρι-ναί-ος επίθ. & (σπάν.) ρινιαίος: ΑΕΡΟΝ. που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος, εμπρόσθιος: ~ος: κώνος πυραύλου/τροχός αεροπλάνου. ΑΝΤ. ουραίος [< αγγλ. nose] | |
| 44384 | ρινγκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ριγκ 1. ΑΘΛ. τετράγωνη εξέδρα που περιβάλλεται από ελαστικά σχοινιά για αγώνες πυγμαχίας ή κατς: ολυμπιακό ~. Ο μποξέρ εγκατέλειψε τραυματισμένος το ~. Βλ. καναβάτσο.|| Σε ~ (= πεδίο μάχης) μετατράπηκε η χθεσινή συνεδρίαση. 2. (μτφ.) κάθε χώρος αναμέτρησης, ανταγωνισμού: εκλογικό/πολιτικό ~. Το ~ των διαπραγματεύσεων. Πβ. αρένα, κονίστρα, παλαίστρα, στίβος. ● ΦΡ.: ανεβαίνω στο ρινγκ 1. παίρνω μέρος σε πυγμαχικό αγώνα. 2. γίνομαι πυγμάχος. [< αγγλ. ring] | |
| 44385 | ρινγκτόουν | ρινγκ-τό-ουν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & ρινγκ τόουν: ιδιαίτερος ήχος κουδουνίσματος κινητών τηλεφώνων για εισερχόμενη κλήση, ο οποίος αποτελεί προσωπική επιλογή του κατόχου του κινητού: ιστοσελίδες με ~ς. Κατεβάζω ~ (ενν. στο κινητό μου). Βλ. μπλουτούθ. [< αμερικ. ring tone, 1983 | |
| 44386 | ρίνη | [ῥίνη] ρί-νη ουσ. (θηλ.) 1. λίμα. 2. ΙΧΘΥΟΛ. (σπάν.) ρίνα. [< αρχ. ῥίνη] | |
| 44387 | ρινιαίος | , α, ο βλ. ριναίος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ