Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44920-44940]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44358ριζοσπαστισμόςρι-ζο-σπα-στι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. κίνημα, τάση ή θεωρία που υποστηρίζει και προωθεί ανατρεπτικές ιδέες και αλλαγές, συνήθ. στον πολιτικό και κοινωνικό τομέα: θρησκευτικός/κοινωνικός ~. ~ στην οικονομία. Πβ. προοδευτικότητα. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. συντηρητισμός 2. ΠΟΛΙΤ. οι θέσεις των ριζοσπαστικών κομμάτων. [< γαλλ. radicalisme]
44359ριζότορι-ζό-το ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ρυζότο: ΜΑΓΕΙΡ. ιταλικό φαγητό από ρύζι μαγειρεμένο με ζωμό, στο οποίο προστίθενται διάφορα υλικά: ~ με γαρίδες/θαλασσινά/λαχανικά/μανιτάρια/σαφράν. ~ φούρνου. Βλ. κριθαρότο, παέγια. ● Υποκ.: ριζοτάκι (το) [< ιταλ. risotto, γαλλ. ~]
44360ριζόχαρτορι-ζό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ρυζόχαρτο: ημιδιαφανές λεπτό χαρτί: εικόνες ζωγραφισμένες σε ~. Άλμπουμ φωτογραφιών/φυτολόγιο με ειδικά διαχωριστικά από ~. Πβ. τσιγαρόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier de riz, γερμ. Reispapier]
44361ρίζωμα[ῥίζωμα] ρί-ζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. υπόγειος πολυετής βλαστός που αναπτύσσεται παράλληλα προς το έδαφος και από τον οποίο βγαίνουν ρίζες και βλαστάρια· γενικότ. οι ρίζες φυτού: παχύ/σαρκώδες ~. 2. (μτφ.) εδραίωση, παγίωση: το ~ της δημοκρατίας/πίστης. Πβ. σταθεροποίηση, στερέωση. 3. (μτφ.) μόνιμη εγκατάσταση σε έναν τόπο: το ~ των προσφύγων. Πβ. στέριωμα. ΑΝΤ. ξε~. 4. (σπάν.) ριζά, πρόποδες. [< αρχ. ῥίζωμα, γαλλ.-αγγλ. rhizome]
44362ριζωματώδης, ης, ες ρι-ζω-μα-τώ-δης επίθ. (επιστ.): που έχει ρίζωμα ή πολλαπλασιάζεται με αυτό: ~ες: φυτό. ~εις: ίριδες/πόες. Βλ. -ώδης.
44363ριζώνωρι-ζώ-νω ρ. (αμτβ.) {ρίζω-σε, ριζώ-σει, -θηκε, -μένος, ριζών-οντας} 1. εγκαθίσταμαι σταθερά, μόνιμα κάπου: Οι μετανάστες ~σαν σ' αυτά τα χώματα/στη νέα τους πατρίδα. Πβ. στεριώνω. ΑΝΤ. ξεριζώνομαι. 2. (μτφ.-προφ.) κάθομαι κάπου για πολλή ώρα: Έχει ~σει στο γραφείο/στην καρέκλα/(μπροστά) στον υπολογιστή. ΣΥΝ. βγάζω ρίζες ● ριζώνει 1. (για φυτό) βγάζει ρίζες: Χρειάζεται γόνιμο έδαφος για να ~σει (πβ. πιάνει). ΣΥΝ. ριζοβολά 2. (μτφ.) αποκτά γερές βάσεις, σταθεροποιείται: Έχει ~σει η αγάπη/ο φόβος στην καρδιά/στην ψυχή (πβ. θρονιάζει). Μια ιδέα/σκέψη έχει ~σει (: έχει καρφωθεί) στο μυαλό της. Πβ. εδραιώνω, θεμελιώνω, παγιώνω. [< αρχ. ῥιζῶ]
44364ριθμ εντ μπλουζουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσική που ξεκίνησε από Αφροαμερικανούς μουσικούς και συνδυάζει στοιχεία κυρ. μπλουζ και τζαζ. Βλ. ροκ εν ρολ, ροκαμπίλι. ΣΥΝ. αρ εν μπι [< αμερικ. rhythm and blues, 1933]
44365ΡΙΚ(το): Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου.
44366ρικέτσιαρι-κέ-τσι-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. παρασιτικός μικροοργανισμός που ταξινομείται μεταξύ βακτηρίων και ιών, αναπαράγεται στο εσωτερικό ζωντανών κυττάρων και η μετάδοσή του προκαλεί σοβαρά νοσήματα: εξάνθημα/λοίμωξη από ~. Βλ. ερλιχίωση, τύφος. [< γαλλ. rickettsie, 1910, αγγλ. rickettsia, 1916 < αμερικ. ανθρ. H. T. Ricketts]
44367ρίκινοςρί-κι-νος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΒΟΤ. ρετσινολαδιά. [< νεολατ. ricinus]
44368ρικνός, ή, ό [ῥικνός] ρι-κνός επίθ. (επιστ.): που έχει ζάρες, ρυτίδες: ~ός: νεφρός. ~ή: κύστη. Πβ. ζαρωμένος. [< αρχ. ῥικνός]
44369ρίκνωση[ῥίκνωση] ρί-κνω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): συρρίκνωση, ζάρωμα: νεφρική ~. ~ του δέρματος. [< αρχ. ῥίκνωσις]
44370ρικόταρι-κό-τα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό μαλακό ή κρεμώδες ανάλατο τυρί από ορό γάλακτος. [< ιταλ. ricotta, γαλλ. ~, 1911]
44371ριλάξρι-λάξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. ξεκούραση, χαλάρωση: Κάνει ~ σε σπα (= ηρεμεί, χαλαρώνει). 2. κάθισμα για μωρά. Βλ. κούνια, πορτ-μπεμπέ. ● Υποκ.: ριλαξάκι (το) [< αγγλ. relax, γαλλ. relax(e), περ. 1955]
44372ριλαξάρωρι-λα-ξά-ρω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (προφ.): ξεκουράζομαι, χαλαρώνω: ~ει στον κήπο/στην παραλία. Κουράστηκα πολύ, θέλω να ~. Πβ. ηρεμώ. [< ριλάξ + -άρω, πβ. γαλλ. relaxer, περ. 1950]
44373ρίμαρί-μα ουσ. (θηλ.) 1. ομοιοκαταληξία: ποίημα/τραγούδι με/χωρίς ~. Οι δύο στίχοι κάνουν ~. 2. ΛΟΓΟΤ. ριμάδα και κατ' επέκτ. κάθε ομοιοκατάληκτο ποίημα ή τραγούδι με περιπαικτικό κυρ. περιεχόμενο: σατιρική ~. [< μεσν. ρίμα < ιταλ. rima < γαλλ. rime]
44374ριμάδαρι-μά-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΛΟΓΟΤ. ομοιοκατάληκτο δημώδες αυτοσχέδιο δίστιχο· ποίημα από τέτοια δίστιχα. Πβ. λιανοτράγουδο. ΣΥΝ. ρίμα (2) [< μεσν. ριμάδα < υστερολατινικό rimada]
44375ριμαδόροςρι-μα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. συνθέτης αυτοσχέδιων ομοιοκατάληκτων δίστιχων, συνήθ. σκωπτικού περιεχομένου: επαγγελματίας/λαϊκός ~. Μαντινάδα ~ου. Πβ. ποιητάρης. Βλ. -αδόρος. 2. (μειωτ.) στιχοπλόκος. [< βεν. *rimador]
44377ριμέικρι-μέ-ικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. νέα εκδοχή παλιότερης κινηματογραφικής επιτυχίας: χολιγουντιανά ~. Πιστό ~ της κλασικής/πρωτότυπης ταινίας. Μοντέρνο ~ ασπρόμαυρου φιλμ νουάρ. [< αγγλ. remake, 1936, γαλλ. ~, 1946]
44378ρίμελρί-μελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): καλλυντικό χρωματιστό υγρό για τις βλεφαρίδες. Πβ. μάσκαρα. Βλ. αϊλάινερ, μολύβι. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. rimmel, 1929, γαλλ. ανθρ. E. Rimmel]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.