Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44940-44960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44388ρινίζωρι-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ρίνισα} (λόγ.): λιμάρω. [< μτγν. ῥινίζω]
44389ρινικός, ή, ό ρι-νι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μύτη: ~ός: βλεννογόνος/ερεθισμός/κνησμός/ψεκασμός. ~ή: απόφυση/καταρροή (πβ. συνάχι)/κοιλότητα/πλύση/συμφόρηση/υγιεινή/φλεγμονή. ~ό: διάφραγμα/επίχρισμα/κάταγμα/σπρέι. ~ές: δίοδοι/θαλάμες (= ρουθούνια). Βλ. παραρρίνιος. 2. ΓΡΑΜΜ. (σπάν.) έρρινος. [< γαλλ. nasal]
44390ρινίσματαρι-νί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον εν. ρίνισμα} (τα): πολύ μικρά κομμάτια υλικού που αποσπώνται κατά το λιμάρισμά ή την κοπή του: ~ αλουμινίου/γυαλιού/ξύλου (= πριονίδια)/σιδήρου/χαλκού/χρυσού. Πβ. γρέζι, ψήγμα. [< μτγν. ῥίνισμα]
44391ρινίτιδαρι-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης: ατροφική (πβ. όζαινα)/εποχική/καταρροϊκή/οξεία/πυώδης/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλεργική ρινίτιδα βλ. αλλεργικός [< γαλλ. rhinite, αγγλ. rhinitis]
44392ρινο- & ρινό- & ριν-(λόγ.): α' συνθετικό ιατρικών κυρ. όρων με αναφορά στη μύτη: ρινο-πλαστική. Ρινό-ρροια. Ριν-ίτιδα.
44393ρινογαστρικός, ή, ό ρι-νο-γα-στρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που φτάνει στο στομάχι μέσα από τις ρινικές διόδους ή γίνεται μέσω αυτών: ~ός: καθετήρας/σωλήνας. ~ή: αναρρόφηση/σίτιση. [< αγγλ. nasogastric, 1942, γαλλ. nasogastrique]
44394ρινοδέλφινορι-νο-δέλ-φι-νο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος δελφινιού (επιστ. ονομασ. Tursiops truncatus) που ζει κοντά στις ακτές, κυρ. στη Μεσόγειο. Βλ. -δέλφινο. [< αγγλ. bottle-nose dolphin]
44395ρινοϊόςρι-νο-ϊ-ός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ιός υπεύθυνος για λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος μεταξύ των οποίων και το κοινό κρυολόγημα. [< αγγλ. rhinovirus, 1961, γαλλ. ~, 1971]
44396ρινόκεροςρι-νό-κε-ρος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) ρινόκερως: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο παχύδερμο φυτοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Rhinocerotidae, που έχει ένα ή δύο όρθια κέρατα στο ρύγχος και ζει στις θερμές περιοχές της Ασίας και της Αφρικής: ινδικός/λευκός/μαύρος ~. [< μτγν. ῥινόκερως, γαλλ. rhinocéros, αγγλ. rhinoceros]
44397ρινολαλίαρι-νο-λα-λί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ρινολαλιά: ΙΑΤΡ. διαταραχή του λόγου που συνεπάγεται έντονα έρρινη ομιλία. [< αγγλ. rhinolalia, γαλλ. rhinolalie]
44398ρινολογίαρι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ιατρικής που εξετάζει την ανατομία, τη φυσιολογία και την παθολογία της μύτης. Βλ. -λογία. [< γαλλ. rhinologie, αγγλ. rhinology]
44399ρινολογικός, ή, ό ρι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη ρινολογία. [< αγγλ. rhinological, γαλλ. rhinologique]
44400ρινοπλαστικήρι-νο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική επέμβαση στη μύτη: αισθητική/επανορθωτική/λειτουργική ~. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. rhinoplastique, rhinoplastie, αγγλ. rhinoplasty]
44401ρινορραγίαρι-νορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιμορραγία από τη μύτη: οπίσθια/πρόσθια/υποτροπιάζουσα ~. ~ μετά από φτέρνισμα/χτύπημα. Πβ. άνοιγμα της μύτης. Βλ. -ρραγία. ΣΥΝ. επίσταξη [< γαλλ. rhinorragie, αγγλ. rhinorrhagia]
44402ρινόρροιαρι-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. επίμονη εκροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τη μύτη λόγω κατάγματος στη βάση του κρανίου. Βλ. -ρροια, ωτόρροια. 2. καταρροή. [< γαλλ. rhinorrhée, αγγλ. rhinorrhea]
44403ρινοφάρυγγαςρι-νο-φά-ρυγ-γας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κοιλότητα πίσω από τις ρινικές θαλάμες που αποτελεί το ανώτερο τμήμα του φάρυγγα. [< γαλλ. rhinopharynx, 1902, αγγλ. ~]
44404ρινοφαρυγγικός, ή, ό ρι-νο-φα-ρυγ-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη μύτη και τον φάρυγγα ή τον ρινοφάρυγγα: ~ές: εκκρίσεις. [< γαλλ. rhinopharyngé, 1901, αγγλ. rhinopharyngeal]
44405ρινοφαρυγγίτιδαρι-νο-φα-ρυγ-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των βλεννογόνων της μύτης και του φάρυγγα: οξεία ~ (= κοινό κρυολόγημα). Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. rhinopharyngite, αγγλ. rhinopharyngitis]
44406ριντόρι-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κουρτίνα από βαρύ ύφασμα που πλαισιώνει άλλη πιο λεπτή και στηρίζεται αριστερά και δεξιά στην κάσα της μπαλκονόπορτας: βελούδινο ~.|| Τα ~ του θεάτρου (= αυλαία). [< γαλλ. rideau]
44407ριξιάρι-ξιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ρίψη με μια κίνηση: καλή/χαμένη ~. Με μια ~. Έφερε/πέτυχε εξάρες με την πρώτη ~ (= ζαριά). Πβ. βολή, ρίξιμο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.