| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44379 | ριμίξ | βλ. ρεμίξ | |
| 44380 | ριμπάουντ | ρι-μπά-ουντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) απόκτηση της μπάλας από παίκτη ύστερα από άστοχο σουτ: αμυντικό/επιθετικό/χαμένο ~. Διεκδίκηση του ~. Κερδίζω/μαζεύω/παίρνω το ~.|| (κατ' επέκτ. στο ποδόσφαιρο) Ισοφάρισε με κεφαλιά-~. Βλ. ασίστ. [< αμερικ. rebound, 1922] | |
| 44381 | ριμπάουντερ | ρι-μπά-ου-ντερ {άκλ.}: ΑΘΛ. μπασκετμπολίστας που έχει την ικανότητα να παίρνει πολλά ριμπάουντ κατά τη διάρκεια αγώνα. Βλ. μπλοκέρ, σκόρερ. [< αμερικ. rebounder, 1949] | |
| 44382 | ρίνα | [ῥῖνα] ρί-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. θαλάσσιο ψάρι (επιστ. ονομασ. Squatina squatina) με πεπλατυσμένο σώμα, αναπτυγμένα θωρακικά πτερύγια και μεγάλο κεφάλι. ΣΥΝ. αγγελόψαρο (1), ρίνη (2) [< μτγν. ῥῖνα] | |
| 44383 | ριναίος | , α, ο [ῥιναῖος] ρι-ναί-ος επίθ. & (σπάν.) ρινιαίος: ΑΕΡΟΝ. που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος, εμπρόσθιος: ~ος: κώνος πυραύλου/τροχός αεροπλάνου. ΑΝΤ. ουραίος [< αγγλ. nose] | |
| 44384 | ρινγκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ριγκ 1. ΑΘΛ. τετράγωνη εξέδρα που περιβάλλεται από ελαστικά σχοινιά για αγώνες πυγμαχίας ή κατς: ολυμπιακό ~. Ο μποξέρ εγκατέλειψε τραυματισμένος το ~. Βλ. καναβάτσο.|| Σε ~ (= πεδίο μάχης) μετατράπηκε η χθεσινή συνεδρίαση. 2. (μτφ.) κάθε χώρος αναμέτρησης, ανταγωνισμού: εκλογικό/πολιτικό ~. Το ~ των διαπραγματεύσεων. Πβ. αρένα, κονίστρα, παλαίστρα, στίβος. ● ΦΡ.: ανεβαίνω στο ρινγκ 1. παίρνω μέρος σε πυγμαχικό αγώνα. 2. γίνομαι πυγμάχος. [< αγγλ. ring] | |
| 44385 | ρινγκτόουν | ρινγκ-τό-ουν ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & ρινγκ τόουν: ιδιαίτερος ήχος κουδουνίσματος κινητών τηλεφώνων για εισερχόμενη κλήση, ο οποίος αποτελεί προσωπική επιλογή του κατόχου του κινητού: ιστοσελίδες με ~ς. Κατεβάζω ~ (ενν. στο κινητό μου). Βλ. μπλουτούθ. [< αμερικ. ring tone, 1983 | |
| 44386 | ρίνη | [ῥίνη] ρί-νη ουσ. (θηλ.) 1. λίμα. 2. ΙΧΘΥΟΛ. (σπάν.) ρίνα. [< αρχ. ῥίνη] | |
| 44387 | ρινιαίος | , α, ο βλ. ριναίος | |
| 44388 | ρινίζω | ρι-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ρίνισα} (λόγ.): λιμάρω. [< μτγν. ῥινίζω] | |
| 44389 | ρινικός | , ή, ό ρι-νι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη μύτη: ~ός: βλεννογόνος/ερεθισμός/κνησμός/ψεκασμός. ~ή: απόφυση/καταρροή (πβ. συνάχι)/κοιλότητα/πλύση/συμφόρηση/υγιεινή/φλεγμονή. ~ό: διάφραγμα/επίχρισμα/κάταγμα/σπρέι. ~ές: δίοδοι/θαλάμες (= ρουθούνια). Βλ. παραρρίνιος. 2. ΓΡΑΜΜ. (σπάν.) έρρινος. [< γαλλ. nasal] | |
| 44390 | ρινίσματα | ρι-νί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) {σπανιότ. στον εν. ρίνισμα} (τα): πολύ μικρά κομμάτια υλικού που αποσπώνται κατά το λιμάρισμά ή την κοπή του: ~ αλουμινίου/γυαλιού/ξύλου (= πριονίδια)/σιδήρου/χαλκού/χρυσού. Πβ. γρέζι, ψήγμα. [< μτγν. ῥίνισμα] | |
| 44391 | ρινίτιδα | ρι-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του βλεννογόνου της μύτης: ατροφική (πβ. όζαινα)/εποχική/καταρροϊκή/οξεία/πυώδης/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλεργική ρινίτιδα βλ. αλλεργικός [< γαλλ. rhinite, αγγλ. rhinitis] | |
| 44392 | ρινο- & ρινό- & ριν- | (λόγ.): α' συνθετικό ιατρικών κυρ. όρων με αναφορά στη μύτη: ρινο-πλαστική. Ρινό-ρροια. Ριν-ίτιδα. | |
| 44393 | ρινογαστρικός | , ή, ό ρι-νο-γα-στρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που φτάνει στο στομάχι μέσα από τις ρινικές διόδους ή γίνεται μέσω αυτών: ~ός: καθετήρας/σωλήνας. ~ή: αναρρόφηση/σίτιση. [< αγγλ. nasogastric, 1942, γαλλ. nasogastrique] | |
| 44394 | ρινοδέλφινο | ρι-νο-δέλ-φι-νο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος δελφινιού (επιστ. ονομασ. Tursiops truncatus) που ζει κοντά στις ακτές, κυρ. στη Μεσόγειο. Βλ. -δέλφινο. [< αγγλ. bottle-nose dolphin] | |
| 44395 | ρινοϊός | ρι-νο-ϊ-ός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ιός υπεύθυνος για λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος μεταξύ των οποίων και το κοινό κρυολόγημα. [< αγγλ. rhinovirus, 1961, γαλλ. ~, 1971] | |
| 44396 | ρινόκερος | ρι-νό-κε-ρος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) ρινόκερως: ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο παχύδερμο φυτοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των Rhinocerotidae, που έχει ένα ή δύο όρθια κέρατα στο ρύγχος και ζει στις θερμές περιοχές της Ασίας και της Αφρικής: ινδικός/λευκός/μαύρος ~. [< μτγν. ῥινόκερως, γαλλ. rhinocéros, αγγλ. rhinoceros] | |
| 44397 | ρινολαλία | ρι-νο-λα-λί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) ρινολαλιά: ΙΑΤΡ. διαταραχή του λόγου που συνεπάγεται έντονα έρρινη ομιλία. [< αγγλ. rhinolalia, γαλλ. rhinolalie] | |
| 44398 | ρινολογία | ρι-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ιατρικής που εξετάζει την ανατομία, τη φυσιολογία και την παθολογία της μύτης. Βλ. -λογία. [< γαλλ. rhinologie, αγγλ. rhinology] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ