Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44960-44980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44408ρίξιμορί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρίχνω: ~ της άγκυρας (= αγκυροβολία)/βόμβας/δακρυγόνων. ~ του ψηφοδελτίου στην κάλπη. ~ χαρτιών (= μοίρασμα). ~ στη θάλασσα (= πέταγμα). ~ αεροπλάνου (= κατάρριψη). ~ τοίχου (= γκρέμισμα, κατεδάφιση). Βλ. ριξιά. 2. (μτφ.) επίρριψη: ~ ευθυνών. Πβ. απόδοση. 3. (μτφ.) μείωση: ~ των τιμών. Πβ. ελάττωση. 4. (μτφ.) εξαπάτηση κάποιου, αδικία: ~ στη μοιρασιά. Πβ. κοροϊδία, ξεγέλασμα.
44409ριπαίος, α, ο [ριπαῖος] ρι-παί-ος επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. (για άνεμο) αιφνίδιος, δυνατός και σύντομος σε διάρκεια.
44410ριπή[ῥιπή] ρι-πή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) σύνολο ταυτόχρονων ή διαδοχικών πυροβολισμών: ~ές αυτόματου (όπλου)/πολυβόλου. ~ από σφαίρες. Απανωτές/εκκωφαντικές ~ές. Πβ. τουφεκιά. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. (σπάν.) ταχύτητα με την οποία γίνονται συνεχόμενες λήψεις φωτογραφικής μηχανής ή εκτελούνται ορισμένες λειτουργίες σε ηλεκτρονικό υπολογιστή: διάστημα/ρυθμός ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: ριπή (του) ανέμου: ΜΕΤΕΩΡ. ρεύμα αέρα που κινείται απότομα και γρήγορα. [< γαλλ. rafale] ● ΦΡ.: εν ριπή οφθαλμού (ΚΔ): ταχύτατα, αστραπιαία: Τα εισιτήρια του αγώνα/της πρεμιέρας εξαντλήθηκαν ~ ~. Πβ. αμέσως., βολή κατά ριπάς βλ. βολή1 [< αρχ. ῥιπή ‘φόρα, ορμή’]
43703ριπή

[πυροβολῶ] πυ-ρο-βο-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πυροβολ-είς ... | πυροβόλ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. εκτοξεύω πυρά με πυροβόλο όπλο· ρίχνω πυροβολισμό: ~ησε στον αέρα.|| Τον ~ησε με καραμπίνα/περίστροφο/πιστόλι. ~ήθηκαν εν ψυχρώ. Πβ. τουφεκίζω. Βλ. -βολώ. ΣΥΝ. βάλλω (1) 2. (μτφ.) πλήττω κάποιον φραστικά και κατ' επανάληψη. Πβ. εξαπέλυσε/εκτόξευσε μύδρους, μέμφομαι. ● ΦΡ.: μην πυροβολείτε τον πιανίστα!: μην καταφέρεστε εναντίον κάποιου που δεν φταίει. [< γαλλ. Ne tirez pas sur le pianiste] , χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό βλ. ψαχνό ● βλ. πυροβολημένος [< 1: μεσν. πυροβολώ]

44411ριπίδιορι-πί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & ριπίδι (λόγ.): βεντάλια. Βλ. -ίδιο. [< πβ. μτγν. ῥιπίδιον ‘μικρό φυσερό’ < αρχ. ῥιπίς ‘φυσερό (για υποδαύλιση της φωτιάς), βεντάλια’]
44412ριπιδοειδής, ής, ές ρι-πι-δο-ει-δής επίθ. (επιστ.) & ριπιδωτός, ή, ό: που έχει σχήμα ριπιδίου, βεντάλιας: ~ής: δίσκος (λείανσης). Βλ. -ειδής.
44413ριπίζει[ῥιπίζει] ρι-πί-ζει ρ. (μτβ.) {ρίπι-ζε, ριπίζ-οντας, κυρ. στο ενεστ. θ.} (σπάν.-λογοτ.) 1. χτυπά, μαστιγώνει: Το αεράκι/κύμα μου ~ζε το πρόσωπο. Πβ. δέρνει. 2. (μτφ.) εξάπτει: Οι δηλώσεις/υποσχέσεις του ~ουν τις μνήμες/σκέψεις ... ΣΥΝ. αναρριπίζω (1), ερεθίζω (2) [< αρχ. ῥιπίζω]
44414ριπίτρι-πίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): επανάληψη προηγούμενης, αθλητικής συνήθ. επιτυχίας: Έκανε το ~, κατακτώντας ξανά το πρωτάθλημα. [< αγγλ. repeat]
44415ριπλέιρι-πλέ-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. εκ νέου προβολή κυρ. αθλητικού στιγμιότυπου στην τηλεόραση με την ίδια ή πιο αργή ταχύτητα, συχνά από διάφορες οπτικές γωνίες: τηλεοπτικό ~. ~ του γκολ/της φάσης. Καλάθι/οφσάιντ σε ~. Το φάουλ φάνηκε (καθαρά) στο ~.|| (αργκό) Πιο αργός και από το ~ (: απελπιστικά αργός). 2. (γενικότ.-ειρων.) επανάληψη: Αρκέστηκε σε ένα ~ της προηγούμενης ανακοίνωσης. Βλ. μία από τα ίδια. ● ΦΡ.: κάνω ένα ριπλέι (αργκό): επαναλαμβάνω (κάτι): Δεν σε άκουσα, κάνεις ένα ~; [< αγγλ. replay]
44416ριπολίνηρι-πο-λί-νη ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ρεπουλίνη: ΧΗΜ. γυαλιστερό ελαιόχρωμα καλής ποιότητας: ακρυλική/οικολογική/υδατοδιαλυτή ~. ~ νερού/υψηλής αντοχής. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. ripolin, ολλανδικό ανθρ. Riep + -olin]
44417ρίπτηςρί-πτης ουσ. (αρσ.) {θηλ. ρίπτρια} (επίσ.) ΑΘΛ. 1. αθλητής αγωνισμάτων ρίψεων. Βλ. ακοντιστής, δισκο-, σφαιρο-, σφυρο-βόλος. 2. πίτσερ.
44418ρίπτω[ῥίπτω] ρί-πτω ρ. (μτβ.) (λόγ.): ρίχνω. ● ΦΡ.: (λίθοι,) πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα βλ. ατάκτως, ο κύβος ερρίφθη βλ. κύβος [< αρχ. ῥίπτω]
50512ρισκαδόρος

τζο-γα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.-συνήθ. μειωτ.): μανιώδης χαρτοπαίκτης ή γενικότ. αυτός που ασχολείται συστηματικά με τα τυχερά παιχνίδια· κατ' επέκτ. άτομο ριψοκίνδυνο στις επιλογές του: επαγγελματίας ~. Πβ. χαρτόμουτρο.|| (ως επίθ.) ~ επενδυτής/τραπεζίτης. Βλ. ρισκαδόρος, -αδόρος. [< βεν. zogador]

44419ρισκαδόροςρι-σκα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που ρισκάρει. Βλ. τζογαδόρος.
44420ρισκάρω

ρι-σκά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ρίσκαρ-α κ. ρισκάρ-ισα, ρισκάρ-οντας} (προφ.): ριψοκινδυνεύω: Δεν το/θα το ~. ~οντας τη ζωή του. Πβ. διακινδυνεύω, (απο)τολμώ. [< ιταλ. rischiare, γαλλ. risquer]

44421ρίσκο

ρί-σκο ουσ. (ουδ.) 1. διακινδύνευση: αυξημένο/ελεγχόμενο/μεγάλο/μικρό ~. ~ ατυχηµάτων/εκδήλωσης κακοήθειας (βλ. πιθανότητα). Απόφαση υψηλού ~ου. Ο φόβος του ~ου και της αποτυχίας. Με/χωρίς ~. Άνευ ~ου (: εκ του ασφαλούς). 2. έκθεση σε κίνδυνο με την ελπίδα αποκόμισης πλεονεκτημάτων, κερδών· συνεκδ. κάθε επικίνδυνη, παρακινδυνευμένη ενέργεια: πολιτικό ~ (= τόλμημα). Άνθρωπος του ~ου. Αξίζει το ~. Αποφυγή ~ων.|| Επιδίωξη ~ου. Ήταν ~ να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της ομάδας. 3. ΟΙΚΟΝ. ενδεχόμενο απωλειών, ζημιών σε χρηματοοικονομικές αποφάσεις: επιχειρηματικά ~α. Συνεργασία-~. Ανάλυση/εκτίμηση ~ου. Επενδύσεις υψηλού/χαμηλού ~ου. Στρατηγικές για αντιμετώπιση των ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: ανάληψη κινδύνου/ρίσκου βλ. ανάληψη ● ΦΡ.: παίρνω/αναλαμβάνω (το) ρίσκο/(τα) ρίσκα: διακινδυνεύω, εκτίθεμαι σε κίνδυνο: Πήρε το ~ και ανέβασε την παράσταση. Ανέλαβε αποκλειστικά/προσωπικά το ~ της δανειοδότησης. Δεν θέλω να παίρνω ρίσκα (: να ρισκάρω). [< παλαιότ. ιταλ. risco]

44422ριτσέλιβλ. ρετσέλι
44423ριφουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. σύντομη επαναλαμβανόμενη μουσική φράση που αποτελεί το αναγνωρίσιμο μελωδικό τμήμα συνήθ. τζαζ ή ροκ κομματιού: ~ του μπάσου. Βλ. σκοπός. ● Υποκ.: ριφάκι1 (το) [< αμερικ. riff, 1935, γαλλ. ~, 1946]
44424ρίφιρί-φι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κατσικάκι. ΣΥΝ. ερίφιο ● Υποκ.: ριφάκι2 (το) [< μεσν. ρίφι(ν) < μτγν. ἐρίφιον]
44425ριφιφήδεςρι-φι-φή-δες ουσ. (αρσ.) (οι) (προφ.): ληστές που κλέβουν με τη μέθοδο του ριφιφί.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.