| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44399 | ρινολογικός | , ή, ό ρι-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη ρινολογία. [< αγγλ. rhinological, γαλλ. rhinologique] | |
| 44400 | ρινοπλαστική | ρι-νο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πλαστική επέμβαση στη μύτη: αισθητική/επανορθωτική/λειτουργική ~. Βλ. -πλαστική. [< γαλλ. rhinoplastique, rhinoplastie, αγγλ. rhinoplasty] | |
| 44401 | ρινορραγία | ρι-νορ-ρα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αιμορραγία από τη μύτη: οπίσθια/πρόσθια/υποτροπιάζουσα ~. ~ μετά από φτέρνισμα/χτύπημα. Πβ. άνοιγμα της μύτης. Βλ. -ρραγία. ΣΥΝ. επίσταξη [< γαλλ. rhinorragie, αγγλ. rhinorrhagia] | |
| 44402 | ρινόρροια | ρι-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. επίμονη εκροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού από τη μύτη λόγω κατάγματος στη βάση του κρανίου. Βλ. -ρροια, ωτόρροια. 2. καταρροή. [< γαλλ. rhinorrhée, αγγλ. rhinorrhea] | |
| 44403 | ρινοφάρυγγας | ρι-νο-φά-ρυγ-γας ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κοιλότητα πίσω από τις ρινικές θαλάμες που αποτελεί το ανώτερο τμήμα του φάρυγγα. [< γαλλ. rhinopharynx, 1902, αγγλ. ~] | |
| 44404 | ρινοφαρυγγικός | , ή, ό ρι-νο-φα-ρυγ-γι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη μύτη και τον φάρυγγα ή τον ρινοφάρυγγα: ~ές: εκκρίσεις. [< γαλλ. rhinopharyngé, 1901, αγγλ. rhinopharyngeal] | |
| 44405 | ρινοφαρυγγίτιδα | ρι-νο-φα-ρυγ-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των βλεννογόνων της μύτης και του φάρυγγα: οξεία ~ (= κοινό κρυολόγημα). Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. rhinopharyngite, αγγλ. rhinopharyngitis] | |
| 44406 | ριντό | ρι-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κουρτίνα από βαρύ ύφασμα που πλαισιώνει άλλη πιο λεπτή και στηρίζεται αριστερά και δεξιά στην κάσα της μπαλκονόπορτας: βελούδινο ~.|| Τα ~ του θεάτρου (= αυλαία). [< γαλλ. rideau] | |
| 44407 | ριξιά | ρι-ξιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ρίψη με μια κίνηση: καλή/χαμένη ~. Με μια ~. Έφερε/πέτυχε εξάρες με την πρώτη ~ (= ζαριά). Πβ. βολή, ρίξιμο. | |
| 44408 | ρίξιμο | ρί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρίχνω: ~ της άγκυρας (= αγκυροβολία)/βόμβας/δακρυγόνων. ~ του ψηφοδελτίου στην κάλπη. ~ χαρτιών (= μοίρασμα). ~ στη θάλασσα (= πέταγμα). ~ αεροπλάνου (= κατάρριψη). ~ τοίχου (= γκρέμισμα, κατεδάφιση). Βλ. ριξιά. 2. (μτφ.) επίρριψη: ~ ευθυνών. Πβ. απόδοση. 3. (μτφ.) μείωση: ~ των τιμών. Πβ. ελάττωση. 4. (μτφ.) εξαπάτηση κάποιου, αδικία: ~ στη μοιρασιά. Πβ. κοροϊδία, ξεγέλασμα. | |
| 44409 | ριπαίος | , α, ο [ριπαῖος] ρι-παί-ος επίθ.: ΜΕΤΕΩΡ. (για άνεμο) αιφνίδιος, δυνατός και σύντομος σε διάρκεια. | |
| 44410 | ριπή | [ῥιπή] ρι-πή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) σύνολο ταυτόχρονων ή διαδοχικών πυροβολισμών: ~ές αυτόματου (όπλου)/πολυβόλου. ~ από σφαίρες. Απανωτές/εκκωφαντικές ~ές. Πβ. τουφεκιά. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. (σπάν.) ταχύτητα με την οποία γίνονται συνεχόμενες λήψεις φωτογραφικής μηχανής ή εκτελούνται ορισμένες λειτουργίες σε ηλεκτρονικό υπολογιστή: διάστημα/ρυθμός ~ής. ● ΣΥΜΠΛ.: ριπή (του) ανέμου: ΜΕΤΕΩΡ. ρεύμα αέρα που κινείται απότομα και γρήγορα. [< γαλλ. rafale] ● ΦΡ.: εν ριπή οφθαλμού (ΚΔ): ταχύτατα, αστραπιαία: Τα εισιτήρια του αγώνα/της πρεμιέρας εξαντλήθηκαν ~ ~. Πβ. αμέσως., βολή κατά ριπάς βλ. βολή1 [< αρχ. ῥιπή ‘φόρα, ορμή’] | |
| 43703 | ριπή | [πυροβολῶ] πυ-ρο-βο-λώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πυροβολ-είς ... | πυροβόλ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. εκτοξεύω πυρά με πυροβόλο όπλο· ρίχνω πυροβολισμό: ~ησε στον αέρα.|| Τον ~ησε με καραμπίνα/περίστροφο/πιστόλι. ~ήθηκαν εν ψυχρώ. Πβ. τουφεκίζω. Βλ. -βολώ. ΣΥΝ. βάλλω (1) 2. (μτφ.) πλήττω κάποιον φραστικά και κατ' επανάληψη. Πβ. εξαπέλυσε/εκτόξευσε μύδρους, μέμφομαι. ● ΦΡ.: μην πυροβολείτε τον πιανίστα!: μην καταφέρεστε εναντίον κάποιου που δεν φταίει. [< γαλλ. Ne tirez pas sur le pianiste] , χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό βλ. ψαχνό ● βλ. πυροβολημένος [< 1: μεσν. πυροβολώ] | |
| 44411 | ριπίδιο | ρι-πί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & ριπίδι (λόγ.): βεντάλια. Βλ. -ίδιο. [< πβ. μτγν. ῥιπίδιον ‘μικρό φυσερό’ < αρχ. ῥιπίς ‘φυσερό (για υποδαύλιση της φωτιάς), βεντάλια’] | |
| 44412 | ριπιδοειδής | , ής, ές ρι-πι-δο-ει-δής επίθ. (επιστ.) & ριπιδωτός, ή, ό: που έχει σχήμα ριπιδίου, βεντάλιας: ~ής: δίσκος (λείανσης). Βλ. -ειδής. | |
| 44413 | ριπίζει | [ῥιπίζει] ρι-πί-ζει ρ. (μτβ.) {ρίπι-ζε, ριπίζ-οντας, κυρ. στο ενεστ. θ.} (σπάν.-λογοτ.) 1. χτυπά, μαστιγώνει: Το αεράκι/κύμα μου ~ζε το πρόσωπο. Πβ. δέρνει. 2. (μτφ.) εξάπτει: Οι δηλώσεις/υποσχέσεις του ~ουν τις μνήμες/σκέψεις ... ΣΥΝ. αναρριπίζω (1), ερεθίζω (2) [< αρχ. ῥιπίζω] | |
| 44414 | ριπίτ | ρι-πίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): επανάληψη προηγούμενης, αθλητικής συνήθ. επιτυχίας: Έκανε το ~, κατακτώντας ξανά το πρωτάθλημα. [< αγγλ. repeat] | |
| 44415 | ριπλέι | ρι-πλέ-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. εκ νέου προβολή κυρ. αθλητικού στιγμιότυπου στην τηλεόραση με την ίδια ή πιο αργή ταχύτητα, συχνά από διάφορες οπτικές γωνίες: τηλεοπτικό ~. ~ του γκολ/της φάσης. Καλάθι/οφσάιντ σε ~. Το φάουλ φάνηκε (καθαρά) στο ~.|| (αργκό) Πιο αργός και από το ~ (: απελπιστικά αργός). 2. (γενικότ.-ειρων.) επανάληψη: Αρκέστηκε σε ένα ~ της προηγούμενης ανακοίνωσης. Βλ. μία από τα ίδια. ● ΦΡ.: κάνω ένα ριπλέι (αργκό): επαναλαμβάνω (κάτι): Δεν σε άκουσα, κάνεις ένα ~; [< αγγλ. replay] | |
| 44416 | ριπολίνη | ρι-πο-λί-νη ουσ. (θηλ.) & (προφ.) ρεπουλίνη: ΧΗΜ. γυαλιστερό ελαιόχρωμα καλής ποιότητας: ακρυλική/οικολογική/υδατοδιαλυτή ~. ~ νερού/υψηλής αντοχής. Βλ. -ίνη. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. ripolin, ολλανδικό ανθρ. Riep + -olin] | |
| 44417 | ρίπτης | ρί-πτης ουσ. (αρσ.) {θηλ. ρίπτρια} (επίσ.) ΑΘΛ. 1. αθλητής αγωνισμάτων ρίψεων. Βλ. ακοντιστής, δισκο-, σφαιρο-, σφυρο-βόλος. 2. πίτσερ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ