Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4480-4500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3547αναφέρω[ἀναφέρω] α-να-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {ανέφερα (προφ.) ανάφερ-α, | αναφέρ-ομαι, -θηκα (λόγ. ανεφέρθη ..., μτχ. αναφερ-θείς, -θείσα, (σπάν.) -θέν), -θεί, -όμενος, -οντας} 1. παραθέτω: ~ παραδείγματα. Ανέφερε τις απόψεις του/τους λόγους (της παραίτησής του). Συμφωνώ με τα όσα ανέφερε (= είπε) ο …|| ~ κάποιον/κάτι ονομαστικώς (= κατονομάζω). 2. γνωστοποιώ, ανακοινώνω: Έκθεση που ~ει ότι … Ανέφεραν τα αποτελέσματα/περιστατικά. Δεν ~θηκαν θύματα ή ζημιές.|| (παλαιότ.) Έχω/λαμβάνω την τιμή να ~ ότι … 3. μνημονεύω· μιλώ, κάνω λόγο για κάποιον ή κάτι: ~ ένα γεγονός. Δεν έχει ~ει το όνομά σου. Τα ~όμενα στοιχεία.|| Μάλλον έγινε παρεξήγηση, δεν ~όμουν σε σένα (= δεν εννοούσα). ~θηκε (ακροθιγώς/γενικά/διεξοδικά/λεπτομερώς) στην υπόθεση. ~όμενος στο ζήτημα, δήλωσε ότι ... 4. κάνω αναφορά σε κάποιον, τον καταγγέλω εγγράφως: Τον ανέφεραν στον διευθυντή/προϊστάμενο. ● Παθ.: αναφέρεται: αφορά, σχετίζεται: Άρθρο/μελέτη που ~ στην ανεργία. Ιστορία που ~ στο παρελθόν (πβ. ανάγεται)., αναφέρομαι: ΣΤΡΑΤ. ανακοινώνω τα στοιχεία μου, συστήνομαι: ~ στον διοικητή. ~ σε στάση προσοχής. ● ΦΡ.: αναφέρω ως παράδειγμα: μνημονεύω κάποιον ως πρότυπο ή παραθέτω κάτι, για να διασαφηνίσω ή επιβεβαιώσω μια άποψη: Τον ~ει ~ προς αποφυγή/μίμηση. Ανέφερε το άρθρο ~ κακόπιστης κριτικής., για να μην/χωρίς να αναφέρουμε ... (επιτατ.): χωρίς να υπολογίσουμε: Ξοδεύτηκε ένα τεράστιο ποσό, ~ ~ τον ανθρώπινο κόπο που απαιτήθηκε. [< αρχ. ἀναφέρω, γαλλ. rapporter]
3548αναφιλητά[ἀναφιλητά] α-να-φι-λη-τά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αναφιλητό}: σπασμωδικό κλάμα, λυγμοί: ασυγκράτητα/πνιχτά ~. Εν μέσω δακρύων και ~ών. Ξέσπασε σε/πνιγόταν στα ~. Με πιάσαν τ' ~. [παλαιότ. ορθογρ. αναφιλυτά]
3549αναφλέγει[ἀναφλέγει] α-να-φλέ-γει ρ. (μτβ.) {ανέφλεξε κ. ανάφλε-ξε, αναφλέ-ξει, -χθηκε (λόγ. ανεφλέγη, μτχ. αναφλεγ-είς, -είσα, -έν)} (λόγ.) 1. προκαλεί ανάφλεξη: Ο σπινθήρας ~ το εύφλεκτο μείγμα. Η φλόγα ~ το αέριο που παρέχει ο καυστήρας. Πβ. ανάβει. 2. (μτφ.) πυροδοτεί, αναζωπυρώνει: Γεγονός που ~ξε έναν κύκλο βιαιότητας. Πβ. αναθερμαίνω, διεγείρω, εξάπτω. ● Παθ.: αναφλέγεται: παίρνει φωτιά: Yλικό που ~ εύκολα/δύσκολα. Ο εμπρηστικός μηχανισμός δεν ανεφλέγη (πβ. εξερράγη). ΣΥΝ. καίγεται, λαμπαδιάζει. Βλ. αυτο~. [< αρχ. ἀναφλέγω]
3550αναφλεκτήρας[ἀναφλεκτήρας] α-να-φλε-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μπουζί: ηλεκτρικός ~. ~ες αφής/θέρμανσης. Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. σπινθηριστής [< γαλλ. bougie]
3551αναφλεκτικός, ή, ό [ἀναφλεκτικός] α-να-φλε-κτι-κός επίθ. (σπάν.): που αναφέρεται ή συντελεί στην ανάφλεξη: ~ή: ιδιότητα/ουσία/συσκευή. ~ό: σύστημα. [< γαλλ. déflagrant]
3552ανάφλεξη[ἀνάφλεξη] α-νά-φλε-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. έναρξη της καύσης, δηλ. της ένωσης οξυγόνου με καύσιμη ύλη, με μεσολάβηση εξωτερικής πηγής, όπως σπινθήρα, φλόγας: άμεση ~. ~ αερίου/εκρηκτικών/εύφλεκτης ουσίας. Θερμοκρασία/κίνδυνος ~ης. ~έξεις φυσικού αερίου. Προκαλείται ~. Πβ. λαμπάδιασμα. ΣΥΝ. έναυση 2. (μτφ.) αναζωπύρωση, ξέσπασμα, συνήθ. εντάσεων, ταραχών, πολέμου: γενική/παγκόσμια/πολεμική ~. ~ της βίας/των παθών. Επεισόδιο που οδήγησε σε ~ (στην περιοχή). Πβ. αναθέρμανση, πυροδότηση. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε βενζινοκίνητες μηχανές) παραγωγή σπινθήρα· συνεκδ. αναφλεκτήρας, μπουζί: ελεγχόμενη/ηλεκτρ(ον)ική ~. Καλώδια ~ης. Βλ. αβάνς, προ~, προπορεία, πυρ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη ανάφλεξη: αυτανάφλεξη., σημείο ανάφλεξης: ΧΗΜ. η χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία η επίδραση φλόγας ή σπινθήρα προκαλεί καύση των ατμών πτητικού υγρού, κυρ. προϊόντος του πετρελαίου. [< αγγλ. flash point] [< 1: μτγν. ἀνάφλεξις 2: γαλλ. conflagration 3: γαλλ. allumage]
19084αναφλεξιμοτητα

[εὐφλεκτότητα] ευ-φλε-κτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εύφλεκτου: υλικά με υψηλή/χαμηλή ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αναφλεξιμότητα [< γαλλ. inflammabilité]

3553αναφλεξιμότητα[ἀναφλεξιμότητα] α-να-φλε-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα ή ευκολία ανάφλεξης: τοξικότητα και ~ αποβλήτων. Υλικά μεγάλης/μειωμένης/υψηλής/χαμηλής ~ας. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ευφλεκτότητα [< γαλλ. inflammabilité]
3554αναφομοίωτος, η, ο [ἀναφομοίωτος] α-να-φο-μοί-ω-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να αφομοιωθεί: ~οι: μετανάστες. ~ες: έννοιες. ~α: ξένα στοιχεία/πρότυπα. Δάνειες λέξεις που παραμένουν ~ες. ΑΝΤ. αφομοιώσιμος
3556αναφορικά[ἀναφορικά ] α-να-φο-ρι-κά επίρρ. & (λόγ.) -ώς [-ῶς] (+ προς/με): σχετικά με, όσον αφορά: Δηλώσεις ~ με το ζήτημα της ... ~ώς προς (= σε αναφορά με, ως προς) τα ως άνω προϊόντα, ... [< μτγν. ἀναφορικῶς]
3557αναφορικός, η, ο [ἀναφορικός] α-να-φο-ρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αναφορά: ~ός: λόγος. ~ή: αξία/λειτουργία της γλώσσας. Το ~ό πλαίσιο μιας έννοιας. Οι ~οί άξονες του έργου. Βλ. αυτο~. 2. ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που αναφέρεται σε προηγούμενο όρο της πρότασης ή γενικότερα του κειμένου: ~ός: δείκτης/σύνδεσμος. ~ή: μετοχή/πρόταση. ~ές: αντωνυμίες (βλ. οποίος, όποιος, όσος, που). ~ά: επιρρήματα (βλ. όπου, οπουδήποτε, οποτεδήποτε). Βλ. δεικτικός. [< 1: αγγλ. referential, γαλλ. référentiel, 1963 2: μτγν. ἀναφορικός]
3558αναφορικότητα[ἀναφορικότητα] α-να-φο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η λειτουργία της αναφοράς: γλωσσική ~. Η ~ μιας λέξης/του κειμένου (: οι εξωκειμενικές του παραπομπές). Δείξη και ~. 2. ΦΙΛΟΣ. η ιδιότητα της συνείδησης να αναφέρεται σε κάτι πραγματικό ή φανταστικό, αλλά και στον ίδιο τον εαυτό της: η συνειδησιακή ~ της πράξης. Βλ. αυτο~, προθετικότητα, φαινομενολογία, -ότητα. [< 1: αγγλ. referentiality, 1976 2: γαλλ. intentionalité, 1931]
3559αναφύεται[ἀναφύεται] α-να-φύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.} {αναφυ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εμφανίζεται, παρουσιάζεται, προκύπτει: ~ μια δυσκολία/ένα θέμα ηθικής τάξης/ένας κίνδυνος. Το ερώτημα που ~ είναι ... Ανάγκες/θέματα που ~ονται από ... ~όμενα προβλήματα. ~όμενες: διαφορές. Πβ. ανακύπτει, αναφαίνεται. 2. ξαναφυτρώνει: Νέα βλαστάρια ~ονται από ... Πβ. ξεφυτρώνω. [< 1: γαλλ. surgir 2: αρχ. ἀναφύω]
3560αναφυλακτικός, ή, ό [ἀναφυλακτικός] α-να-φυ-λα-κτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αναφυλαξία. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλεργικό σοκ βλ. αλλεργικός [< γαλλ. anaphylactique, 1902, αγγλ. anaphylactic, 1910]
3561αναφυλαξία[ἀναφυλαξία] α-να-φυ-λα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. οξεία αλλεργία που οφείλεται σε αντίδραση του οργανισμού σε ξένη ουσία, στην οποία παρουσιάζει υπερευαισθησία: δερματική/τροφική ~. Συμπτώματα ~ας (: κνιδωτικά εξανθήματα, δύσπνοια). Έπαθε ~. 2. (μτφ.) έντονα αρνητική αντίδραση: Με το που τον βλέπω, με πιάνει ~! Βλ. φαγούρα. [< γαλλ. anaphylaxie, 1902, αγγλ. anaphylaxis, 1907]
3562αναφύτευση[ἀναφύτευση] α-να-φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.): φύτευση εκ νέου, ύστερα από εκρίζωση ή σε περιπτώσεις κατεστραμμένης βλάστησης ή καλλιέργειας: ~ αμπελώνων. Πβ. αναβλάστηση, αναδάσωση, αναμπέλωση. [< γαλλ. replantation]
18099Αναφώνηση

[ἐπιφώνηση] ε-πι-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) ΦΙΛΟΛ. 1. επιφωνηματική έκφραση έντονης συναισθηματικής κατάστασης: ~ θαυμασμού/χαράς. Η ~ "άξιος" στο τέλος κάθε χειροτονίας. Πβ. αναφώνηση. 2. τυποποιημένη φράση στο τέλος ομιλίας ή επιστολής, με την οποία ο πομπός εκφράζει τις ευχαριστίες ή το(ν) σεβασμό του, αντίστοιχα, προς τον δέκτη: π.χ. "Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας", "Με τιμή". Βλ. προσφώνηση. [< μτγν. ἐπιφώνησις ‘επευφημία, λογότυπος (σε γητειές και επωδές)’]

3563αναφώνηση[ἀναφώνηση] α-να-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναφωνώ: πανηγυρική ~. ~ συνθημάτων/ύμνων. Πβ. επιφώνηση.|| ~ απόγνωσης/ενθουσιασμού (= αναφωνητό, κραυγή).αναφωνήσεις (οι): επιφωνηματικές λέξεις ή φράσεις που παρεμβάλλονται στον λόγο: ~ κατάπληξης. [< μτγν.ἀναφώνησις, γαλλ. exclamation]
3564αναφωνώ[ἀναφωνῶ] α-να-φω-νώ ρ. (αμτβ.) {αναφων-είς ...| αναφών-ησα} (λόγ.): φωνάζω συνήθ. απρόσμενα, εκδηλώνοντας έντονο συναίσθημα: "Μα", θα ~ήσει κάποιος, "είναι προφανές!" "Επιτέλους!" ~ησε με ανακούφιση. ΣΥΝ. ανακράζω, κραυγάζω (1) [< αρχ. ἀναφωνῶ]
3565αναχαιτίζω[ἀναχαιτίζω] α-να-χαι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αναχαίτι-σα, αναχαιτί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, σπάν. -σμένος, αναχαιτίζ-οντας} 1. (μτφ.) σταματώ την ορμή, την ανοδική πορεία· περιορίζω, συγκρατώ: ~στηκε η αύξηση των τιμών/η εξάπλωση του ιού/το μεταναστευτικό ρεύμα/ο πληθωρισμός. Πβ. αποτρέπω. 2. ΣΤΡΑΤ. ανακόπτω, αποκρούω· ειδικότ. εξαναγκάζω εχθρικό αεροσκάφος ή βλήμα σε αλλαγή πορείας: ~σαν την εισβολή. Ο εχθρικός πύραυλος ~στηκε. Πβ. σταματώ. [< αρχ ἀναχαιτίζω, γαλλ. intercepter]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.