| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3537 | ανατροφοδοτώ | [ἀνατροφοδοτῶ] α-να-τρο-φο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {ανατροφοδοτ-είς ... | ανατροφοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος} 1. τροφοδοτώ εκ νέου: ~είται ο ανταγωνισμός/το κλίμα οργής (= αναζωπυρώνεται) Συνεχώς ~ούμενος κύκλος βίας. 2. παρέχω ανατροφοδότηση. | |
| 3538 | ανάτυπο | [ἀνάτυπο] α-νά-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {ανατύπ-ου}: άρθρο ή τμήμα έκδοσης, κυρ. συλλογικής, που τυπώνεται αυτοτελώς: ~ από το περιοδικό/τα πρακτικά του συνεδρίου. Πβ. ανατύπωση. [< αγγλ. offprint] | |
| 3539 | ανατυπώνω | [ἀνατυπώνω] α-να-τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {ανατύπω-σε | ανατυπώ-θηκε, -μένος}: κάνω ανατύπωση: Το μυθιστόρημα εξαντλήθηκε και πρόκειται να ~θεί. ~μένη: έκδοση. Έργο ~μένο σε πολυτελές χαρτί. Βλ. αναδημοσιεύω, επανεκδίδω. [< μτγν. ἀνατυπῶ, γαλλ. réimprimer] | |
| 3540 | ανατύπωση | [ἀνατύπωση] α-να-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου εκτύπωση εντύπου, εικόνας, φωτογραφίας, χωρίς ή με ελάχιστες αλλαγές· κατ' επέκτ. το ανατυπωμένο έργο: ακριβής/φωτογραφική/ψηφιακή ~ βιβλίου. Βλ. αναδημοσίευση, επανέκδοση.|| Σπάνιες ~ώσεις (πβ. ανάτυπο). [< μτγν. ἀνατύπωσις, γαλλ. réimpression] | |
| 3541 | άναυδος | , η, ο [ἄναυδος] ά-ναυ-δος επίθ. (λόγ.): άφωνος, κατάπληκτος: Έμεινε ~η από τη συμπεριφορά του/μόλις τον αντίκρισε/μπροστά στη φρίκη των εικόνων. Το θλιβερό γεγονός μάς άφησε όλους ~ους. Πβ. άλαλος, αποσβολωμένος, εμβρόντητος, ενεός, σοκαρισμένος, με ανοιχτό το στόμα. [< αρχ. ἄναυδος] | |
| 3542 | αναύξητος | , η, ο [ἀναύξητος] α-ναύ-ξη-τος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για ρηματικό τύπο) που δεν παίρνει αύξηση. ΑΝΤ. αυξημένος (2) [< αρχ. ἀναύξητος] | |
| 3543 | αναφαίνεται | [ἀναφαίνεται] α-να-φαί-νε-ται ρ. (αμτβ.) {αναφάνηκε (λόγ. ανεφάνη), αναφανεί} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εμφανίζεται, παρουσιάζεται: Προκλήσεις/προοπτικές που ~ονται. Νέα προβλήματα ~ονται (= ανακύπτουν, αναφύονται) στο πολιτικό σκηνικό. Το πραγματικό ταλέντο θα αναφανεί (= αναδειχθεί, φανερωθεί). 2. ξαναεμφανίζεται: Με εργασίες ριζικού καθαρισμού, αναφάνηκε μεγάλο μέρος του μνημείου. [< αρχ. ἀναφαίνομαι] | |
| 3544 | αναφαίρετος | , η, ο [ἀναφαίρετος] α-να-φαί-ρε-τος επίθ.: που δεν μπορεί να αφαιρεθεί από κάποιον: ~α: προνόμια. Η απεργία αποτελεί ~ο δικαίωμα των εργαζομένων. Πβ. αναπαλλοτρίωτος, απαράγραπτος. ● επίρρ.: αναφαίρετα [< μτγν. ἀναφαίρετος] | |
| 3545 | αναφανδόν | [ἀναφανδόν] α-να-φαν-δόν επίρρ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. φανερά, ανεπιφύλακτα: Τάχθηκαν ~ υπέρ του νομοσχεδίου. Συμφωνώ ~ με το αίτημά σας. 2. (αρνητ. συνυποδ.) ολοφάνερα, απροκάλυπτα: Παραβιάζουν ~ τις συνθήκες. Πβ. πασιφανώς. [< αρχ. ἀναφανδόν] | |
| 3546 | ανάφαση | [ἀνάφαση] α-νά-φα-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. το τρίτο στάδιο της μίτωσης, κατά το οποίο οι αδερφές χρωματίδες αποχωρίζονται μεταξύ τους και κινούνται προς τους πόλους (άκρα) του κυττάρου. Βλ. μετά-, πρό-, τελό-φαση. [< γερμ. Anaphase, γαλλ.-αγγλ. anaphase] | |
| 3547 | αναφέρω | [ἀναφέρω] α-να-φέ-ρω ρ. (μτβ.) {ανέφερα (προφ.) ανάφερ-α, | αναφέρ-ομαι, -θηκα (λόγ. ανεφέρθη ..., μτχ. αναφερ-θείς, -θείσα, (σπάν.) -θέν), -θεί, -όμενος, -οντας} 1. παραθέτω: ~ παραδείγματα. Ανέφερε τις απόψεις του/τους λόγους (της παραίτησής του). Συμφωνώ με τα όσα ανέφερε (= είπε) ο …|| ~ κάποιον/κάτι ονομαστικώς (= κατονομάζω). 2. γνωστοποιώ, ανακοινώνω: Έκθεση που ~ει ότι … Ανέφεραν τα αποτελέσματα/περιστατικά. Δεν ~θηκαν θύματα ή ζημιές.|| (παλαιότ.) Έχω/λαμβάνω την τιμή να ~ ότι … 3. μνημονεύω· μιλώ, κάνω λόγο για κάποιον ή κάτι: ~ ένα γεγονός. Δεν έχει ~ει το όνομά σου. Τα ~όμενα στοιχεία.|| Μάλλον έγινε παρεξήγηση, δεν ~όμουν σε σένα (= δεν εννοούσα). ~θηκε (ακροθιγώς/γενικά/διεξοδικά/λεπτομερώς) στην υπόθεση. ~όμενος στο ζήτημα, δήλωσε ότι ... 4. κάνω αναφορά σε κάποιον, τον καταγγέλω εγγράφως: Τον ανέφεραν στον διευθυντή/προϊστάμενο. ● Παθ.: αναφέρεται: αφορά, σχετίζεται: Άρθρο/μελέτη που ~ στην ανεργία. Ιστορία που ~ στο παρελθόν (πβ. ανάγεται)., αναφέρομαι: ΣΤΡΑΤ. ανακοινώνω τα στοιχεία μου, συστήνομαι: ~ στον διοικητή. ~ σε στάση προσοχής. ● ΦΡ.: αναφέρω ως παράδειγμα: μνημονεύω κάποιον ως πρότυπο ή παραθέτω κάτι, για να διασαφηνίσω ή επιβεβαιώσω μια άποψη: Τον ~ει ~ προς αποφυγή/μίμηση. Ανέφερε το άρθρο ~ κακόπιστης κριτικής., για να μην/χωρίς να αναφέρουμε ... (επιτατ.): χωρίς να υπολογίσουμε: Ξοδεύτηκε ένα τεράστιο ποσό, ~ ~ τον ανθρώπινο κόπο που απαιτήθηκε. [< αρχ. ἀναφέρω, γαλλ. rapporter] | |
| 3548 | αναφιλητά | [ἀναφιλητά] α-να-φι-λη-τά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. αναφιλητό}: σπασμωδικό κλάμα, λυγμοί: ασυγκράτητα/πνιχτά ~. Εν μέσω δακρύων και ~ών. Ξέσπασε σε/πνιγόταν στα ~. Με πιάσαν τ' ~. [παλαιότ. ορθογρ. αναφιλυτά] | |
| 3549 | αναφλέγει | [ἀναφλέγει] α-να-φλέ-γει ρ. (μτβ.) {ανέφλεξε κ. ανάφλε-ξε, αναφλέ-ξει, -χθηκε (λόγ. ανεφλέγη, μτχ. αναφλεγ-είς, -είσα, -έν)} (λόγ.) 1. προκαλεί ανάφλεξη: Ο σπινθήρας ~ το εύφλεκτο μείγμα. Η φλόγα ~ το αέριο που παρέχει ο καυστήρας. Πβ. ανάβει. 2. (μτφ.) πυροδοτεί, αναζωπυρώνει: Γεγονός που ~ξε έναν κύκλο βιαιότητας. Πβ. αναθερμαίνω, διεγείρω, εξάπτω. ● Παθ.: αναφλέγεται: παίρνει φωτιά: Yλικό που ~ εύκολα/δύσκολα. Ο εμπρηστικός μηχανισμός δεν ανεφλέγη (πβ. εξερράγη). ΣΥΝ. καίγεται, λαμπαδιάζει. Βλ. αυτο~. [< αρχ. ἀναφλέγω] | |
| 3550 | αναφλεκτήρας | [ἀναφλεκτήρας] α-να-φλε-κτή-ρας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μπουζί: ηλεκτρικός ~. ~ες αφής/θέρμανσης. Βλ. -τήρας. ΣΥΝ. σπινθηριστής [< γαλλ. bougie] | |
| 3551 | αναφλεκτικός | , ή, ό [ἀναφλεκτικός] α-να-φλε-κτι-κός επίθ. (σπάν.): που αναφέρεται ή συντελεί στην ανάφλεξη: ~ή: ιδιότητα/ουσία/συσκευή. ~ό: σύστημα. [< γαλλ. déflagrant] | |
| 3552 | ανάφλεξη | [ἀνάφλεξη] α-νά-φλε-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. έναρξη της καύσης, δηλ. της ένωσης οξυγόνου με καύσιμη ύλη, με μεσολάβηση εξωτερικής πηγής, όπως σπινθήρα, φλόγας: άμεση ~. ~ αερίου/εκρηκτικών/εύφλεκτης ουσίας. Θερμοκρασία/κίνδυνος ~ης. ~έξεις φυσικού αερίου. Προκαλείται ~. Πβ. λαμπάδιασμα. ΣΥΝ. έναυση 2. (μτφ.) αναζωπύρωση, ξέσπασμα, συνήθ. εντάσεων, ταραχών, πολέμου: γενική/παγκόσμια/πολεμική ~. ~ της βίας/των παθών. Επεισόδιο που οδήγησε σε ~ (στην περιοχή). Πβ. αναθέρμανση, πυροδότηση. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (σε βενζινοκίνητες μηχανές) παραγωγή σπινθήρα· συνεκδ. αναφλεκτήρας, μπουζί: ελεγχόμενη/ηλεκτρ(ον)ική ~. Καλώδια ~ης. Βλ. αβάνς, προ~, προπορεία, πυρ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματη ανάφλεξη: αυτανάφλεξη., σημείο ανάφλεξης: ΧΗΜ. η χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία η επίδραση φλόγας ή σπινθήρα προκαλεί καύση των ατμών πτητικού υγρού, κυρ. προϊόντος του πετρελαίου. [< αγγλ. flash point] [< 1: μτγν. ἀνάφλεξις 2: γαλλ. conflagration 3: γαλλ. allumage] | |
| 19084 | αναφλεξιμοτητα | [εὐφλεκτότητα] ευ-φλε-κτό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εύφλεκτου: υλικά με υψηλή/χαμηλή ~. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αναφλεξιμότητα [< γαλλ. inflammabilité] | |
| 3553 | αναφλεξιμότητα | [ἀναφλεξιμότητα] α-να-φλε-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυνατότητα ή ευκολία ανάφλεξης: τοξικότητα και ~ αποβλήτων. Υλικά μεγάλης/μειωμένης/υψηλής/χαμηλής ~ας. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ευφλεκτότητα [< γαλλ. inflammabilité] | |
| 3554 | αναφομοίωτος | , η, ο [ἀναφομοίωτος] α-να-φο-μοί-ω-τος επίθ. (λόγ.): που δεν έχει ή δεν μπορεί να αφομοιωθεί: ~οι: μετανάστες. ~ες: έννοιες. ~α: ξένα στοιχεία/πρότυπα. Δάνειες λέξεις που παραμένουν ~ες. ΑΝΤ. αφομοιώσιμος | |
| 3556 | αναφορικά | [ἀναφορικά ] α-να-φο-ρι-κά επίρρ. & (λόγ.) -ώς [-ῶς] (+ προς/με): σχετικά με, όσον αφορά: Δηλώσεις ~ με το ζήτημα της ... ~ώς προς (= σε αναφορά με, ως προς) τα ως άνω προϊόντα, ... [< μτγν. ἀναφορικῶς] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ