| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44426 | ριφιφί | ρι-φι-φί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τρόπος διάρρηξης κατά την οποία οι κλέφτες μπαίνουν σε κτίριο, αφού ανοίξουν τρύπα σε τοίχο διπλανού κτίσματος: ~ σε καζίνο/κοσμηματοπωλείο/τράπεζα. Επαγγελματίες του ~ (= ριφιφήδες). Ληστεία με τη μέθοδο του ~. 2. (μτφ.) υποκλοπή: ηλεκτρονικό ~. [< γαλλ. rififi ‘καβγάς, συμπλοκή’, 1942] | |
| 44427 | ρίχνω | ρί-χνω ρ. (μτβ.) {έρι-ξα, ρί-ξω, ρίχν-εται, ρίχ-τηκε (λόγ.) -θηκε, ριγ-μένος, ρίχν-οντας} 1. κάνω ή αφήνω κάτι να πέσει κάτω ή χαμηλότερα, βάζω: ~ξα τον δίσκο με τα πιάτα. Το δέντρο ~ξε (= έχασε) τα φύλλα του.|| ~ουμε το λάδι στην κατσαρόλα/τη ζάχαρη (πβ. προσθέτω). ~ κέρμα (σε μηχάνημα). 2. προκαλώ πτώση· γκρεμίζω: Ο ισχυρός άνεμος ~ξε την κεραία. ~ξαν το εχθρικό αεροπλάνο (ενν. με πυρά ή πυραύλους· πβ. καταρρίπτω).|| ~ξαν το (παλιό) σπίτι/τον τοίχο. Πβ. κατεδαφίζω.|| Τον έσπρωξα και τον ~ξα κάτω. 3. πετώ κάτι μακριά, εκσφενδονίζω: ~ξε το ακόντιο. ~ξαν βόμβα/σφαίρες/χειροβομβίδα. ~ξαν φωτοβολίδες για να βρουν τους ναυαγούς (πβ. εκτοξεύω).|| ~ βότσαλα/πέτρες στη θάλασσα. ~ τα σκουπίδια (στο καλάθι των απορριμμάτων). ~ ρύζι (στον γαμπρό/στη νύφη· πβ. ραίνω). Ρίξε μου την μπάλα!|| Αεροπλάνα που ~ουν προκηρύξεις. Πβ. σκορπίζω. 4. (προφ.) προωθώ: ~ νέα μοντέλα/προϊόντα στην αγορά. Πβ. κυκλοφορώ. Βλ. φέρνω. 5. (μτφ.) οδηγώ, εξωθώ κάποιον σε κάτι αρνητικό· παραπετώ: Ο χωρισμός τον ~ξε στο αλκοόλ. ~ουν στην ανεργία και την εξαθλίωση χιλιάδες εργαζομένους.|| (προφ.) Τον ~ξαν σε ένα γραφείο χωρίς ενημέρωση για τα νέα του καθήκοντα. 6. (μτφ.) μειώνω, περιορίζω: ~ξαν το επίπεδο/(τα) στάνταρ (= κατέβασαν, υποβίβασαν). Αν δεν ~ξεις τις προσδοκίες σου, δεν θα βρεις εύκολα δουλειά. Πρέπει να ~ξουν την αξία (των ακινήτων)/τους μισθούς/τις τιμές (= ελαττώνω, χαμηλώνω). Ο ιδρώτας ~ει τη θερμοκρασία του σώματος. ΑΝΤ. ανεβάζω (2), αυξάνω 7. (μτφ.-προφ.) αδικώ ή εξαπατώ κάποιον για δικό μου όφελος· τον πείθω να ενδώσει στις επιθυμίες μου: Τον ~ξαν στα κληρονομικά/στη μοιρασιά. Νιώθει ~μένος.|| Τους ~ξε με γλυκόλογα/πονηριά/ψέματα. Πβ. καταφέρνω, ξεγελώ.|| ~ει τους άλλους με την ομορφιά της. Πβ. κατακτώ, τουμπάρω, τυλίγω, ψήνω. 8. (μτφ.-προφ.) (για τιμωρία, ποινή, πρόστιμο) επιβάλλω: Ο διοικητής μου ~ξε δύο μέρες κράτηση. Το δικαστήριο του ~ξε δέκα μήνες φυλάκιση. Πβ. κοπανώ. 9. (μτφ.-προφ.) αποδίδω, επιρρίπτω: Μου ~ξαν όλο το βάρος/την ευθύνη/το φταίξιμο. Οι παίκτες ~ξαν την ήττα στον προπονητή. Πβ. καταλογίζω, προσάπτω, φορτώνω, χρεώνω. 10. (μτφ.-προφ.) ασχολούμαι με ζήλο ή υπερβολικά, αφοσιώνομαι: ~ξε πολύ διάβασμα (για να πάρει το πτυχίο του)/δουλειά. ~τηκε (= στρώθηκε) στη μελέτη. 11. (μτφ.) ανατρέπω από θέση εξουσίας, καθαιρώ: Ο λαός ~ξε την κυβέρνηση.|| Ήττα που ~ξε την ομάδα στην τρίτη θέση της βαθμολογίας. 12. (μτφ.-προφ.) σε φράσεις που δηλώνουν ανωτερότητα ή υπεροχή, κυρ. σε ηλικία ή ύψος: Σου ~ ... χρόνια (: είμαι μεγαλύτερός σου). Μου ~εις ... πόντους (: είσαι ψηλότερος).|| Του ~ει σε ποιότητα (: είναι καλύτερο). 13. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ γέλιο (= γελώ πολύ)/ξύλο (= δέρνω)/τροφή (στα ζώα· βλ. ταΐζω). Τον ~ξαν στα σίδερα/στη φυλακή (= τον έβαλαν στη φυλακή, τον φυλάκισαν). Θέλω να ~ξω έναν υπνάκο (: να κοιμηθώ λίγο). ~ξε πολύ κλάμα (: έκλαψε πολύ). Δεν ~ξα ούτε ένα δάκρυ (: δεν έκλαψα καθόλου). Του ~ξα μια γροθιά (= τον γρονθοκόπησα)/μια κλοτσιά (= τον κλότσησα)/σφαλιάρα (= τον σφαλιάρισα)/ένα χαστούκι (= τον χαστούκισα). Δεν ξέρω πού να ~ξω την ψήφο μου (: τι να ψηφίσω). ~ξαν τα θεμέλια της εταιρείας (= θεμελίωσαν)/πυροβολισμούς (= πυροβόλησαν). Μόλις ~ξε μια (: ένα χτύπημα) στο μηχάνημα, άρχισε να λειτουργεί (πβ. δίνω, τραβώ)! ~ει χιόνι (= χιονίζει). ● ρίχνει (προφ.): βρέχει: ~ ασταμάτητα από χθες το βράδυ. ~ καρέκλες/παπάδες (: βρέχει καταρρακτωδώς). ● Παθ.: ρίχνομαι 1. κινούμαι εναντίον κάποιου ορμητικά, επιτίθεμαι: ~τηκαν στη μάχη. Το ζώο ~τηκε στο θήραμά του. ~τηκαν κατά πάνω τους. Πβ. ξεχύνομαι, ορμώ.|| (προφ., με ερωτικούς σκοπούς:) Της ~τηκε (: την παρενόχλησε σεξουαλικά). 2. πέφτω: ~ στον γκρεμό/στη θάλασσα (πβ. βουτώ, πηδώ).|| ~τηκε στην αγκαλιά του. ● ΦΡ.: ρίχνω ένα βλέμμα/μια ματιά σε κάποιον (προφ.) 1. τον κοιτάζω για λίγο: Της ~ξα ένα απειλητικό/υποτιμητικό βλέμμα. Μου ~ξε μια άγρια ματιά και τον φοβήθηκα. Μου ~ξε ένα βλέμμα απορίας/γεμάτο φαρμάκι.|| ~ξε μια ματιά γύρω του. 2. του δίνω σημασία: Μου ~ξε ~ όλο νόημα. Δεν του ~ξε ούτε ~., ρίχνω μια ματιά σε κάτι (προφ.) & (σπάν.-αργκό) ένα βλέφαρο: το κοιτάζω βιαστικά, στα γρήγορα: Ρίξε ~ στο άρθρο/στο βιβλίο/στην εφημερίδα. ~ξα ένα βλέφαρο στο περιοδικό, αλλά δεν το αγόρασα., ρίχνω την ιδέα/την πρόταση (προφ.): προτείνω κάτι: ~ξα την ιδέα να πάμε εκδρομή. ~ξε την πρόταση και όλοι συμφωνήσαμε., βγάζω/ρίχνω χολή/δηλητήριο/φαρμάκι & (σπάν.) χύνω (προφ.): λέω κακίες, εκφράζομαι με κακεντρέχεια: Το ~ξε/έχυσε και πάλι το δηλητήριό της! ~ξε χολή εναντίον των αντιπάλων του., τα ρίχνω (προφ.): προσεγγίζω κάποιον με ερωτικό σκοπό: Της ~ ~ξε, αλλά έφαγε χυλόπιτα. ΣΥΝ. καμακώνω (1), την πέφτω (2), το ρίχνω (προφ.): αρχίζω να κάνω κάτι συστηματικά και έντονα, επιδίδομαι: ~ ~ξαν στο διάβασμα/στη δουλειά. Στην αρχή δεν τους πήραμε σοβαρά και ~ ~ξαμε στην πλάκα., αμολώ/ρίχνω/αφήνω (πίσω μου) μελάνι βλ. μελάνι, αν βρέξει/ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ΄εκείνον τον ζευγά που 'χει πολλά σπαρμένα βλ. βρέχω, αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα, βάζω/ρίχνω κάτι πάνω μου βλ. πάνω & επάνω, βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα βλ. χρήμα, βάζω/ρίχνω τόγκα βλ. τόγκα, βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι βλ. κανόνι, δίνω/ρίχνω (ιδιαίτερο/μεγάλο/όλο μου το/πολύ) βάρος (σε κάτι) βλ. βάρος, έριξε έξω βλ. έξω, κάνε το καλό και ρίξ' το στο γιαλό βλ. γιαλός, κατεβάζω/ρίχνω καντήλια βλ. καντήλι, κατεβάζω/ρίχνω χριστοπαναγίες βλ. χριστοπαναγίες, κλείνει/πέφτει η αυλαία βλ. αυλαία, με περνά ένα κεφάλι βλ. κεφάλι, με χαλάει/ρίχνει βλ. χαλώ, μιλώ/τα λέω(/τα ρίχνω) χύμα και τσουβαλάτα/σταράτα/τσεκουράτα βλ. χύμα, οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι βλ. καράβι, παίρνω/ρίχνω/σηκώνω/πετάω μπόι βλ. μπόι, πετάω/ρίχνω το γάντι σε κάποιον βλ. γάντι, πετώ/ρίχνω/βάζω (τη) λάσπη στον ανεμιστήρα βλ. λάσπη, πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους βλ. τόνος1, πέφτω (και) στη φωτιά βλ. πέφτω, πέφτω/μπαίνω/βάζω το κεφάλι μου στο στόμα του λύκου βλ. λύκος, πέφτω/ρίχνομαι με τα μούτρα σε κάτι βλ. μούτρο, ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι βλ. τουλούμι, ρίχνει τη σκιά του βλ. σκιά, ρίχνομαι/πέφτω/σέρνομαι στα πόδια (κάποιου) βλ. πόδι, ρίχνω αγκίστρι/αγκίστρια βλ. αγκίστρι, ρίχνω άγκυρα βλ. άγκυρα, ρίχνω άδεια (για) να πιάσω γεμάτα βλ. άδειος, ρίχνω κάποιον από τον θρόνο του βλ. θρόνος, ρίχνω κλήρο βλ. κλήρος, ρίχνω λάδι στη φωτιά βλ. λάδι, ρίχνω μαύρη πέτρα (πίσω μου) βλ. πέτρα, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος βλ. ανάθεμα, ρίχνω στ' αυτιά βλ. αυτί, ρίχνω στάχτη στα μάτια βλ. στάχτη, ρίχνω στο κρεβάτι βλ. κρεβάτι, ρίχνω στον αέρα βλ. αέρας, ρίχνω τα μούτρα μου βλ. μούτρο, ρίχνω το παιδί βλ. παιδί, ρίχνω φως βλ. φως, ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου βλ. αυτί, ρίχνω/πετάω λάσπη βλ. λάσπη, βλ. πετώ, ρίχνω/πετάω/οδηγώ (κάποιον) στον Καιάδα βλ. Καιάδας, ρίχνω/χύνεται/πέφτει άπλετο φως βλ. άπλετος, ρίχνω/ψηφίζω (μαύρο) δαγκωτό βλ. δαγκωτός, το ρίχνω έξω βλ. έξω, το ρίχνω στην παλαβή βλ. παλαβός, το ρίχνω στο σορολόπ βλ. σορολόπ, φέρνει/ρίχνει τις βόλτες του βλ. βόλτα, φέρνω/ρίχνω κάποιον στο φιλότιμο βλ. φιλότιμο, χτυπώ/βαρώ/ρίχνω/πυροβολώ στο ψαχνό βλ. ψαχνό ● βλ. ριγμένος [< μεσν. ρίχνω < αρχ. ῥίπτω] | |
| 44428 | ριχτάρι | ρι-χτά-ρι ουσ. (ουδ.): διακοσμητικό κάλυμμα από πολύ καλής ποιότητας ύφασμα που τοποθετείται συνήθ. σε καναπέδες: βαμβακερό/διθέσιο/μάλλινο/υφαντό ~. ~ με κρόσσια. ~ κρεβατιού. Σετ ~ια με μαξιλάρια. | |
| 44429 | ρίχτερ | ρί-χτερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΜΕΤΡΟΛ. βαθμός της κλίμακας Ρίχτερ: 5,5 ~ αναστάτωσαν την περιοχή/έπληξαν την πόλη/(ταρα)κούνησαν το νησί. Πανικό προκάλεσαν τα 6,3 ~ στην ... Στο(ν) ρυθμό των ~ ο νομός ... 2. {στον πληθ.} (μτφ.) σεισμός: οικονομικά/πολιτικά ~. Πβ. σάλος. ● ΣΥΜΠΛ.: κλίμακα Ρίχτερ: ΓΕΩΦ. που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση του μεγέθους σεισμικής δόνησης: σεισμός 4,2 βαθμών της ~ας ~. Βλ. κλίμακα Μερκάλι. ● ΦΡ.: πολλών μεγατόνων/ρίχτερ/ντεσιμπέλ βλ. πολύς, πολλή, πολύ [< αμερικ. Richter, 1938, αμερικ. ανθρ. C. F. Richter] | |
| 44430 | ρίχτι | ρί-χτι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κάθετη επιφάνεια σκαλοπατιού που μεσολαβεί μεταξύ δύο πατημάτων. | |
| 44431 | ριχτός | , ή, ό ρι-χτός επίθ. 1. (για ρούχο) που δεν είναι εφαρμοστό: ~ή: πουκαμίσα. ~ό: νυχτικό/φόρεμα. Πβ. φαρδύς.|| (ως ουσ.) Σου πάνε τα ~ά. 2. ριγμένος πάνω στους ώμους: ~ή: ζακέτα. ~ό: σακάκι. 3. (για επιφάνεια) που έχει κλίση: ~ή: στέγη. ΣΥΝ. γερτός (1), επικλινής | |
| 44432 | ρίψασπις | [ῥίψασπις] ρί-ψα-σπις ουσ. (αρσ.) {αιτ. ρίψασπι | ριψάσπ-ιδες} 1. (λόγ.) αυτός που εγκαταλείπει αγώνα, προσπάθεια, λόγω ατολμίας: (κ. ως επίθ.) ~ιδες: ταγοί. Πβ. δειλός, φυγόμαχος. 2. ΑΡΧ. στρατιώτης που πετούσε την ασπίδα, τα όπλα στο πεδίο της μάχης και τρεπόταν σε φυγή από δειλία. ΣΥΝ. λιποτάκτης (1) [< αρχ. ῥίψασπις] | |
| 44433 | ρίψη | [ῥίψη] ρί-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρίχνω: ~ βλήματος/βολών/δακρυγόνων/μολότοφ/πυροτεχνημάτων/χειροβομβίδας. Πβ. εκτόξευση, εκσφενδόνιση.|| ~ εφοδίων/τροφίμων με αλεξίπτωτο. ~εις νερού από καναντέρ. ~ διαφημιστικών φυλλαδίων. Πβ. ριξιά, ρίξιμο. 2. απόθεση άχρηστων πραγμάτων: Απαγορεύεται η ~ απορριμμάτων/μπάζων. Πβ. πέτα(γ)μα. ● ρίψεις (οι): ΑΘΛ. τα αγωνίσματα του ακοντισμού, της σφαίρας, της σφύρας, του δίσκου: αγώνας/βαλβίδα/ημερίδα ~εων. Βλ. ρίπτης. [< αρχ. ῥῖψις] | |
| 44434 | ριψοκινδυνεύω | [ῥιψοκινδυνεύω] ρι-ψο-κιν-δυ-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ριψοκινδύνευ-σα, ριψοκινδυνεύ-οντας} ΣΥΝ. διακινδυνεύω, ρισκάρω 1. θέτω κάτι σε κίνδυνο: ~σε τη δουλειά/τη ζωή/την περιουσία/τη σχέση/την υγεία του/της. Πβ. διακυβεύω, παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα. 2. εκτίθεμαι σε κίνδυνο: Δεν φοβάται να ~ει. ΑΝΤ. προφυλάσσομαι 3. (μτφ.) τολμώ κάτι, με πιθανότητα να αποτύχω: ~ μια εκτίμηση/πρόβλεψη. Δεν ~ να κάνω προγνωστικά. [< 2: αρχ. ῥιψοκινδυνῶ] | |
| 44435 | ριψοκίνδυνος | , η, ο [ῥιψοκίνδυνος] ρι-ψο-κίν-δυ-νος επίθ. (λόγ.) 1. που ριψοκινδυνεύει, τολμηρός: ~ος: πιλότος. ΣΥΝ. φιλοκίνδυνος 2. που είναι επικίνδυνος, εμπεριέχει κινδύνους: ~η: αποστολή/διαδρομή/στρατηγική. ~ο: άλμα/παιχνίδι. ~ες: πρακτικές/συναλλαγές ΣΥΝ. παρακινδυνευμένος, παράτολμος ● επίρρ.: ριψοκίνδυνα [< αρχ. ῥιψοκίνδυνος] | |
| 44436 | ρο | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ρω: το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου: ~ κεφαλαίο (Ρ). ~ μικρό (ρ). Πβ. ρ. [< αρχ. ῥῶ] | |
| 44592 | ρο-ρο | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδικά σχεδιασμένο φορτηγό ή, κυρ., οχηματαγωγό πλοίο στο οποίο η φόρτωση και εκφόρτωση φορτίων και οχημάτων γίνεται μέσω ρυμούλκησης με ελκυστήρες: ~ στη γραμμή ... Βλ. κάργκο. [< αγγλ. Roll-on/Roll-off (RR), Ro-Ro, 1969] | |
| 44437 | ρόβι | ρό-βι ουσ. (ουδ.) & ρόβη (η): ΒΟΤ. κτηνοτροφικό φυτό (επιστ. ονομασ. Vicia ervilia) που ανήκει στα ψυχανθή και οι καρποί του μοιάζουν με αρακά: ~ για τα βόδια. Βλ. βίκος, λαθούρι. [< μεσν. ρόβιν < αρχ. ὀρόβιον] | |
| 44438 | ροβίθια | βλ. ρεβίθια | |
| 44439 | ροβιθιά | βλ. ρεβιθιά | |
| 44440 | ροβίνια | ρο-βί-νι-α ουσ. (θηλ.) & ρομπίνια: ΒΟΤ. ψευδακακία. | |
| 44441 | ροβινσώνας | ρο-βιν-σώ-νας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): ναυαγός σε ερημικό μέρος και (ιδ.-κατ' επέκτ.) κάθε άνθρωπος που επιβιώνει κάτω από αντίξοες συνθήκες, μακριά από τον πολιτισμό: επίδοξοι/σύγχρονοι ~ες. [< αγγλ. Robinson (Crusoe)] | |
| 44442 | ροβολώ | [ροβολῶ] ρο-βο-λώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ροβόλ-ησα, -ώντας} & ροβολάω (λαϊκό): κατηφορίζω, κατεβαίνω γρήγορα, κυρ. από πλαγιά. | |
| 44443 | ρόγα | ρό-γα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): αμοιβή κυρ. κτηνοτρόφου ή αγρότη. [< μεσν. ρόγα] | |
| 44444 | ρόγα | βλ. ρώγα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ