| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44445 | ρογί | βλ. ροΐ | |
| 44446 | ρόγχος | ρόγ-χος ουσ. (αρσ.) 1. βαριά και θορυβώδης αναπνοή λόγω αναπνευστικής δυσχέρειας, συνήθ. κατά τον ύπνο. Πβ. ροχαλητό, ροχάλισμα. 2. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} παθολογικός ήχος που ακούγεται κατά την ακρόαση των πνευμόνων: δύσπνοια και ~οι. Πβ. βράσιμο. Βλ. τρίζοντες. ● ΣΥΜΠΛ.: επιθανάτιος ρόγχος: δύσκολη και ηχηρή αναπνοή ανθρώπου που πεθαίνει· συνεκδ. ο θάνατος: ο ~ ~ του μελλοθάνατου.|| Τον έπιασαν οι τύψεις λίγο πριν από τον ~ο ~ο. (μτφ.) Κοινωνία σε ~ο ~ο (πβ. πνέει τα λοίσθια). [< μεσν. ρόγχος] | |
| 44447 | ρόδα | ρό-δα ουσ. (θηλ.) 1. τροχός οχήματος· συνεκδ. οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: ~ αυτοκινήτου/ποδηλάτου. Ο άξονας/το ρουλεμάν της ~ας. Μπροστινές/πίσω ~ες. Βαλίτσα με ~ες.|| Η ~ του λούνα παρκ. ~ (της) πίτσας (: εργαλείο για κόψιμο σε κομμάτια). 2. (συνεκδ.-προφ.) γιωταχί ή μοτοσικλέτα. ● Υποκ.: ροδάκι (το) & ροδούλα, ροδίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ρόδα είναι και γυρίζει/γυρίζει ο τροχός βλ. γυρίζω [< βεν. roda < λατ. rota] | |
| 44448 | ρόδακας | ρό-δα-κας ουσ. (αρσ.) 1. διακοσμητικό μοτίβο σε σχήμα ρόδου με ανοιχτά φύλλα: ανάγλυφος/χρυσός ~. Βλ. ροζέτα. 2. ΑΡΧΙΤ. μεγάλο κυκλικό άνοιγμα πάνω από τις πύλες γοτθικού ναού διακοσμημένο με βιτρό. 3. ΒΟΤ. ακτινωτή διάταξη του φυλλώματος φυτών με κοντό βλαστό. [< γαλλ. rosace] | |
| 44449 | ροδακινί | ρο-δα-κι-νί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που έχει το χρώμα του ροδάκινου: ~ κουρτίνα. ~ λιπ γκλος/ρουζ. ~ αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Σου πάει το ~ (ενν. χρώμα). Βλ. βερικοκί. | |
| 44450 | ροδακινιά | ρο-δα-κι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus persica) των εύκρατων περιοχών, με λογχοειδή φύλλα, καρπός του οποίου είναι το ροδάκινο. Βλ. νεκταρινιά, πυρηνόκαρπα, ροδίδες. [< μεσν. ροδακινιά] | |
| 44451 | ροδάκινο | ρο-δά-κι-νο ουσ. (ουδ.): ο σαρκώδης, χυμώδης και αρωματικός καρπός της ροδακινιάς, ο οποίος έχει χνουδωτή φλούδα, σφαιρικό σχήμα και λευκορόδινο ή κόκκινο χρώμα: λευκόσαρκα ~α. Κομπόστα/λικέρ/μαρμελάδα ~. Τάρτα με ~α. Βλ. γιαρμάς, νεκταρίνι. [< μεσν. ροδάκινον < μτγν. δωράκινον (μῆλον) < λατ. duracinum] | |
| 44452 | ροδαλός | , ή, ό ρο-δα-λός επίθ.: που έχει ρόδινο χρώμα: ~ή: απόχρωση/επιδερμίδα/κρούστα (: σε φαγητό). ~ό: μωρό/πρόσωπο/φως. ~ά: μάγουλα/χείλη. Πβ. τριανταφυλλένιος, τριανταφυλλής. ΣΥΝ. ροδοκόκκινος [< μτγν. ῥοδαλός] | |
| 44453 | ροδαλότητα | ρο-δα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ροδαλού: η ~ του προσώπου. Βλ. -ότητα. | |
| 44454 | ροδάμι | ρο-δά-μι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ροδαμός (ο) (λαϊκό-λογοτ.): τρυφερός βλαστός. [< μτγν. ῥόδαμνος, ῥάδαμνος] | |
| 44455 | ροδάνθη | ρο-δάν-θη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δερματικό εξάνθημα με μορφή ερυθρών κηλίδων: βρεφική/τυφική ~. | |
| 44456 | ροδάνι | ρο-δά-νι ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: η γλώσσα του/της πάει ροδάνι (προφ.): μιλά ακατάσχετα: Είχε πάρει φόρα κι η γλώσσα της πήγαινε ~ (= φλυαρούσε). Πβ. δεν βάζει γλώσσα μέσα (του), έφαγε γλιστρίδα, πολυβόλο. [< μτγν. ῥοδάνη ‘κλωσμένο νήμα’] | |
| 44457 | ροδάριο | βλ. ροζάριο | |
| 44458 | ροδαυγή | ρο-δαυ-γή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): ρόδινη αυγή. Πβ. χρυσαυγή. ΣΥΝ. ροδοχάραμα [< πβ. μεσν. ροδαυγής] | |
| 44459 | ροδέλα | ρο-δέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μικρός δακτύλιος που συνήθ. τοποθετείται γύρω από το παξιμάδι βίδας για την καλύτερη εφαρμογή της: ελαστική/μεταλλική/στρογγυλή ~. Βλ. γκρόβερ. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει τέτοιο σχήμα: Κόβω τις πατάτες/πιπεριές σε ~ες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κύλισης (: του ποντικιού). [< μεσν. ροδέλα < βεν. rodela] | |
| 44460 | ροδέλαιο | ρο-δέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): αιθέριο έλαιο που παράγεται από τα ροδοπέταλα. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. τριανταφυλλόλαδο [< μτγν. ῥοδέλαιον] | |
| 44461 | ροδής | , -ιά, -ί ρο-δής επίθ. (σπάν.-προφ.): που έχει το κόκκινο χρώμα του ροδιού. Πβ. ρόδινος. ● Ουσ.: ροδί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 44462 | ρόδι | ρό-δι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) ρόιδι & ρόιδο: ο εδώδιμος καρπός της ροδιάς, που έχει ξυλώδες, κίτρινο και ερυθρό περίβλημα και μικρούς, κόκκινους και χυμώδεις σπόρους: σαλάτα με~. Χυμός ~ιού. Λικέρ ~. ● ΦΡ.: έσπασε το ρόδι (μτφ.): σταμάτησε η ατυχία: ~ ~ κι έφτασαν στον τελικό., σπάω το ρόδι: ΛΑΟΓΡ. για καλή τύχη: Σπάνε ~ αμέσως μετά την αλλαγή του χρόνου., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα [< μεσν. ρόιδι < μτγν. ῥοΐδιον] | |
| 44463 | ροδιά | ρο-διά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Punica granatum) με λεπτά κλαδιά και μεγάλα κόκκινα άνθη, που καλλιεργείται για τον καρπό του, το ρόδι. | |
| 44464 | ροδιακός | , ή, ό ρο-δι-α-κός επίθ. (επίσ.): ροδίτικος. [< μτγν. Ῥοδιακός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ