Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [45000-45020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44592ρο-ροουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδικά σχεδιασμένο φορτηγό ή, κυρ., οχηματαγωγό πλοίο στο οποίο η φόρτωση και εκφόρτωση φορτίων και οχημάτων γίνεται μέσω ρυμούλκησης με ελκυστήρες: ~ στη γραμμή ... Βλ. κάργκο. [< αγγλ. Roll-on/Roll-off (RR), Ro-Ro, 1969]
44437ρόβιρό-βι ουσ. (ουδ.) & ρόβη (η): ΒΟΤ. κτηνοτροφικό φυτό (επιστ. ονομασ. Vicia ervilia) που ανήκει στα ψυχανθή και οι καρποί του μοιάζουν με αρακά: ~ για τα βόδια. Βλ. βίκος, λαθούρι. [< μεσν. ρόβιν < αρχ. ὀρόβιον]
44438ροβίθιαβλ. ρεβίθια
44439ροβιθιάβλ. ρεβιθιά
44440ροβίνιαρο-βί-νι-α ουσ. (θηλ.) & ρομπίνια: ΒΟΤ. ψευδακακία.
44441ροβινσώναςρο-βιν-σώ-νας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): ναυαγός σε ερημικό μέρος και (ιδ.-κατ' επέκτ.) κάθε άνθρωπος που επιβιώνει κάτω από αντίξοες συνθήκες, μακριά από τον πολιτισμό: επίδοξοι/σύγχρονοι ~ες. [< αγγλ. Robinson (Crusoe)]
44442ροβολώ[ροβολῶ] ρο-βο-λώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ροβόλ-ησα, -ώντας} & ροβολάω (λαϊκό): κατηφορίζω, κατεβαίνω γρήγορα, κυρ. από πλαγιά.
44443ρόγαρό-γα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): αμοιβή κυρ. κτηνοτρόφου ή αγρότη. [< μεσν. ρόγα]
44444ρόγαβλ. ρώγα
44445ρογίβλ. ροΐ
44446ρόγχοςρόγ-χος ουσ. (αρσ.) 1. βαριά και θορυβώδης αναπνοή λόγω αναπνευστικής δυσχέρειας, συνήθ. κατά τον ύπνο. Πβ. ροχαλητό, ροχάλισμα. 2. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} παθολογικός ήχος που ακούγεται κατά την ακρόαση των πνευμόνων: δύσπνοια και ~οι. Πβ. βράσιμο. Βλ. τρίζοντες. ● ΣΥΜΠΛ.: επιθανάτιος ρόγχος: δύσκολη και ηχηρή αναπνοή ανθρώπου που πεθαίνει· συνεκδ. ο θάνατος: ο ~ ~ του μελλοθάνατου.|| Τον έπιασαν οι τύψεις λίγο πριν από τον ~ο ~ο. (μτφ.) Κοινωνία σε ~ο ~ο (πβ. πνέει τα λοίσθια). [< μεσν. ρόγχος]
44447ρόδαρό-δα ουσ. (θηλ.) 1. τροχός οχήματος· συνεκδ. οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: ~ αυτοκινήτου/ποδηλάτου. Ο άξονας/το ρουλεμάν της ~ας. Μπροστινές/πίσω ~ες. Βαλίτσα με ~ες.|| Η ~ του λούνα παρκ. ~ (της) πίτσας (: εργαλείο για κόψιμο σε κομμάτια). 2. (συνεκδ.-προφ.) γιωταχί ή μοτοσικλέτα. ● Υποκ.: ροδάκι (το) & ροδούλα, ροδίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ρόδα είναι και γυρίζει/γυρίζει ο τροχός βλ. γυρίζω [< βεν. roda < λατ. rota]
44448ρόδακαςρό-δα-κας ουσ. (αρσ.) 1. διακοσμητικό μοτίβο σε σχήμα ρόδου με ανοιχτά φύλλα: ανάγλυφος/χρυσός ~. Βλ. ροζέτα. 2. ΑΡΧΙΤ. μεγάλο κυκλικό άνοιγμα πάνω από τις πύλες γοτθικού ναού διακοσμημένο με βιτρό. 3. ΒΟΤ. ακτινωτή διάταξη του φυλλώματος φυτών με κοντό βλαστό. [< γαλλ. rosace]
44449ροδακινίρο-δα-κι-νί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που έχει το χρώμα του ροδάκινου: ~ κουρτίνα. ~ λιπ γκλος/ρουζ. ~ αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Σου πάει το ~ (ενν. χρώμα). Βλ. βερικοκί.
44450ροδακινιάρο-δα-κι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus persica) των εύκρατων περιοχών, με λογχοειδή φύλλα, καρπός του οποίου είναι το ροδάκινο. Βλ. νεκταρινιά, πυρηνόκαρπα, ροδίδες. [< μεσν. ροδακινιά]
44451ροδάκινορο-δά-κι-νο ουσ. (ουδ.): ο σαρκώδης, χυμώδης και αρωματικός καρπός της ροδακινιάς, ο οποίος έχει χνουδωτή φλούδα, σφαιρικό σχήμα και λευκορόδινο ή κόκκινο χρώμα: λευκόσαρκα ~α. Κομπόστα/λικέρ/μαρμελάδα ~. Τάρτα με ~α. Βλ. γιαρμάς, νεκταρίνι. [< μεσν. ροδάκινον < μτγν. δωράκινον (μῆλον) < λατ. duracinum]
44452ροδαλός, ή, ό ρο-δα-λός επίθ.: που έχει ρόδινο χρώμα: ~ή: απόχρωση/επιδερμίδα/κρούστα (: σε φαγητό). ~ό: μωρό/πρόσωπο/φως. ~ά: μάγουλα/χείλη. Πβ. τριανταφυλλένιος, τριανταφυλλής. ΣΥΝ. ροδοκόκκινος [< μτγν. ῥοδαλός]
44453ροδαλότηταρο-δα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ροδαλού: η ~ του προσώπου. Βλ. -ότητα.
44454ροδάμι

ρο-δά-μι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ροδαμός (ο) (λαϊκό-λογοτ.): τρυφερός βλαστός. [< μτγν. ῥόδαμνος, ῥάδαμνος]

44455ροδάνθηρο-δάν-θη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δερματικό εξάνθημα με μορφή ερυθρών κηλίδων: βρεφική/τυφική ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.