| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44592 | ρο-ρο | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ειδικά σχεδιασμένο φορτηγό ή, κυρ., οχηματαγωγό πλοίο στο οποίο η φόρτωση και εκφόρτωση φορτίων και οχημάτων γίνεται μέσω ρυμούλκησης με ελκυστήρες: ~ στη γραμμή ... Βλ. κάργκο. [< αγγλ. Roll-on/Roll-off (RR), Ro-Ro, 1969] | |
| 44437 | ρόβι | ρό-βι ουσ. (ουδ.) & ρόβη (η): ΒΟΤ. κτηνοτροφικό φυτό (επιστ. ονομασ. Vicia ervilia) που ανήκει στα ψυχανθή και οι καρποί του μοιάζουν με αρακά: ~ για τα βόδια. Βλ. βίκος, λαθούρι. [< μεσν. ρόβιν < αρχ. ὀρόβιον] | |
| 44438 | ροβίθια | βλ. ρεβίθια | |
| 44439 | ροβιθιά | βλ. ρεβιθιά | |
| 44440 | ροβίνια | ρο-βί-νι-α ουσ. (θηλ.) & ρομπίνια: ΒΟΤ. ψευδακακία. | |
| 44441 | ροβινσώνας | ρο-βιν-σώ-νας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): ναυαγός σε ερημικό μέρος και (ιδ.-κατ' επέκτ.) κάθε άνθρωπος που επιβιώνει κάτω από αντίξοες συνθήκες, μακριά από τον πολιτισμό: επίδοξοι/σύγχρονοι ~ες. [< αγγλ. Robinson (Crusoe)] | |
| 44442 | ροβολώ | [ροβολῶ] ρο-βο-λώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ροβόλ-ησα, -ώντας} & ροβολάω (λαϊκό): κατηφορίζω, κατεβαίνω γρήγορα, κυρ. από πλαγιά. | |
| 44443 | ρόγα | ρό-γα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.-λαϊκό): αμοιβή κυρ. κτηνοτρόφου ή αγρότη. [< μεσν. ρόγα] | |
| 44444 | ρόγα | βλ. ρώγα | |
| 44445 | ρογί | βλ. ροΐ | |
| 44446 | ρόγχος | ρόγ-χος ουσ. (αρσ.) 1. βαριά και θορυβώδης αναπνοή λόγω αναπνευστικής δυσχέρειας, συνήθ. κατά τον ύπνο. Πβ. ροχαλητό, ροχάλισμα. 2. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} παθολογικός ήχος που ακούγεται κατά την ακρόαση των πνευμόνων: δύσπνοια και ~οι. Πβ. βράσιμο. Βλ. τρίζοντες. ● ΣΥΜΠΛ.: επιθανάτιος ρόγχος: δύσκολη και ηχηρή αναπνοή ανθρώπου που πεθαίνει· συνεκδ. ο θάνατος: ο ~ ~ του μελλοθάνατου.|| Τον έπιασαν οι τύψεις λίγο πριν από τον ~ο ~ο. (μτφ.) Κοινωνία σε ~ο ~ο (πβ. πνέει τα λοίσθια). [< μεσν. ρόγχος] | |
| 44447 | ρόδα | ρό-δα ουσ. (θηλ.) 1. τροχός οχήματος· συνεκδ. οτιδήποτε έχει αντίστοιχο σχήμα: ~ αυτοκινήτου/ποδηλάτου. Ο άξονας/το ρουλεμάν της ~ας. Μπροστινές/πίσω ~ες. Βαλίτσα με ~ες.|| Η ~ του λούνα παρκ. ~ (της) πίτσας (: εργαλείο για κόψιμο σε κομμάτια). 2. (συνεκδ.-προφ.) γιωταχί ή μοτοσικλέτα. ● Υποκ.: ροδάκι (το) & ροδούλα, ροδίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: ρόδα είναι και γυρίζει/γυρίζει ο τροχός βλ. γυρίζω [< βεν. roda < λατ. rota] | |
| 44448 | ρόδακας | ρό-δα-κας ουσ. (αρσ.) 1. διακοσμητικό μοτίβο σε σχήμα ρόδου με ανοιχτά φύλλα: ανάγλυφος/χρυσός ~. Βλ. ροζέτα. 2. ΑΡΧΙΤ. μεγάλο κυκλικό άνοιγμα πάνω από τις πύλες γοτθικού ναού διακοσμημένο με βιτρό. 3. ΒΟΤ. ακτινωτή διάταξη του φυλλώματος φυτών με κοντό βλαστό. [< γαλλ. rosace] | |
| 44449 | ροδακινί | ρο-δα-κι-νί επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που έχει το χρώμα του ροδάκινου: ~ κουρτίνα. ~ λιπ γκλος/ρουζ. ~ αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Σου πάει το ~ (ενν. χρώμα). Βλ. βερικοκί. | |
| 44450 | ροδακινιά | ρο-δα-κι-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Prunus persica) των εύκρατων περιοχών, με λογχοειδή φύλλα, καρπός του οποίου είναι το ροδάκινο. Βλ. νεκταρινιά, πυρηνόκαρπα, ροδίδες. [< μεσν. ροδακινιά] | |
| 44451 | ροδάκινο | ρο-δά-κι-νο ουσ. (ουδ.): ο σαρκώδης, χυμώδης και αρωματικός καρπός της ροδακινιάς, ο οποίος έχει χνουδωτή φλούδα, σφαιρικό σχήμα και λευκορόδινο ή κόκκινο χρώμα: λευκόσαρκα ~α. Κομπόστα/λικέρ/μαρμελάδα ~. Τάρτα με ~α. Βλ. γιαρμάς, νεκταρίνι. [< μεσν. ροδάκινον < μτγν. δωράκινον (μῆλον) < λατ. duracinum] | |
| 44452 | ροδαλός | , ή, ό ρο-δα-λός επίθ.: που έχει ρόδινο χρώμα: ~ή: απόχρωση/επιδερμίδα/κρούστα (: σε φαγητό). ~ό: μωρό/πρόσωπο/φως. ~ά: μάγουλα/χείλη. Πβ. τριανταφυλλένιος, τριανταφυλλής. ΣΥΝ. ροδοκόκκινος [< μτγν. ῥοδαλός] | |
| 44453 | ροδαλότητα | ρο-δα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ροδαλού: η ~ του προσώπου. Βλ. -ότητα. | |
| 44454 | ροδάμι | ρο-δά-μι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ροδαμός (ο) (λαϊκό-λογοτ.): τρυφερός βλαστός. [< μτγν. ῥόδαμνος, ῥάδαμνος] | |
| 44455 | ροδάνθη | ρο-δάν-θη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δερματικό εξάνθημα με μορφή ερυθρών κηλίδων: βρεφική/τυφική ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ