Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45020-45040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44465ροδίδεςρο-δί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. οικογένεια αγγειόσπερμων φυτών και οπωροφόρων πυρηνόκαρπων δέντρων (επιστ. ονομασ. Rosaceae). Βλ. δαμασκηνιά, ροδακινιά, τριανταφυλλιά, φραουλιά. ΣΥΝ. ροδοειδή [< γαλλ. rosacées]
44466ροδίζωρο-δί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ρόδι-σε, ροδίζ-οντας} ΣΥΝ. ροδοκοκκινίζω 1. παίρνω ροδοκόκκινο χρώμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) Το ψητό/ψωμί ~σε. Σοτάρω το κρέας μέχρι να ~σει.|| Η αυγή/ο ορίζοντας/ο ουρανός ~ει. 2. ΜΑΓΕΙΡ. τσιγαρίζω φαγητό, μέχρι να πάρει κοκκινωπό χρώμα: ~στε το κοτόπουλο/τα κρεμμύδια/τις πιπεριές.ροδίζει: ξημερώνει, χαράζει: Άρχισε να ~. ΣΥΝ. φέγγει (2), φωτίζει [< μτγν. ῥοδίζω]
44467ρόδινος, η, ο [ῥόδινος] ρό-δι-νος επίθ. 1. που έχει το απαλό κόκκινο χρώμα του ρόδου: ~ο: φως. ~ες: ανταύγειες. ~α: άνθη/μάγουλα. Πβ. ροδής, τριανταφυλλής, τριανταφυλλένιος. Βλ. λευκο~. ΣΥΝ. ροδαλός, ροδοκόκκινος 2. (μτφ.) ευοίωνος: Το μέλλον προβλέπεται ~ο. Του ήρθαν όλα ~α (= βολικά, εύκολα) στη ζωή του. Πβ. ευνοϊκός. ΑΝΤ. δυσμενής. ● Ουσ.: ρόδινο (το): το αντίστοιχο χρώμα. ● ΦΡ.: τα βλέπει (όλα) ρόδινα βλ. βλέπω [< 1: αρχ. ῥόδινος]
44468ρόδιορό-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. μεταλλικό χημικό στοιχείο (σύμβ. Rh, Ζ 45) αργυρόλευκου χρώματος που ανήκει στην ομάδα του λευκόχρυσου. Βλ. ιρίδιο, όσμιο, παλλάδιο, ρουθήνιο. [< γαλλ.-αγγλ. rhodium < αρχ. ῥόδον]
44469ρόδισμαρό-δι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ροδίζω: (ΜΑΓΕΙΡ.) το ~ του κρέατος.|| Το ~ της αυγής.
44470ροδίτης[ῥοδίτης] ρο-δί-της ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό ξηρό κρασί που παράγεται από την ομώνυμη ποικιλία σταφυλιού. Βλ. σαββατιανό, λεμονανθός. [< πβ. μτγν. ῥοδίτης ‘(για οίνο) αρωματισμένος με τριαντάφυλλο’]
44471Ροδίτης, ΡοδίτισσαΡο-δί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Ρόδο. Βλ. -ίτης1.
44472ροδίτικος, η, ο ρο-δί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Ρόδο ή/και τους Ροδίτες. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. ροδιακός
44473ρόδο[ῥόδο] ρό-δο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-λογοτ.): τριαντάφυλλο. ● ΣΥΜΠΛ.: ρόδο της ερήμου 1. ΒΟΤ. είδος αειθαλούς θάμνου (επιστ. ονομασ. Adenium obesum) που ανήκει στα παχύφυτα. 2. ΟΡΥΚΤ. ακανόνιστες πλάκες γύψου που μοιάζουν με τριαντάφυλλο. ● ΦΡ.: από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο (παροιμ.) 1. από κάτι θετικό μπορεί να προκύψει κάτι αρνητικό και αντίστροφα. 2. (ειδικότ.) από καλούς γονείς μπορεί να γεννηθούν κακά παιδιά και αντιστρόφως., έκοψε ρόδα μυρωμένα (παροιμιώδης έκφρ.): την κοπάνησε., Ρόδο (το) Αμάραντο βλ. αμάραντος [< 1: αρχ. ῥόδον]
44474ροδοδάκτυλος, ος/η, ο [ῥοδοδάκτυλος] ρο-δο-δά-κτυ-λος επίθ. (λογοτ.): που έχει ρόδινα δάκτυλα: ~η: αυγή. [< αρχ. ῥοδοδάκτυλος]
44475ροδοδάφνηρο-δο-δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πικροδάφνη. [< μτγν. ῥοδοδάφνη]
44476ροδόδεντρορο-δό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος αειθαλών καλλωπιστικών θάμνων (Rhododendron) της οικογένειας Ericaceae. Βλ. αζαλέα. [< μτγν. ῥοδόδενδρον ‘πικροδάφνη’]
44477ροδοειδής, ής, ές [ῥοδοειδής] ρο-δο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με ρόδο στο σχήμα ή το χρώμα: ~ή: κοσμήματα (βλ. ροζέτα)/μάγουλα. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: ροδοειδή (τα): ΒΟΤ. ροδίδες. [< μτγν. ῥοδοειδής]
44478ροδοζάχαρηρο-δο-ζά-χα-ρη ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από ροδοπέταλα βρασμένα σε νερό με ζάχαρη: γλυκό ~ (= τριαντάφυλλο). Αμυγδαλωτά/λουκούμι με ~.
44479ροδόκηποςρο-δό-κη-πος ουσ. (αρσ.): κήπος με τριαντάφυλλα. Πβ. ροδώνας. Βλ. -κηπος.
44480ροδοκοκκινίζωρο-δο-κοκ-κι-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ροδοκοκκινισμένος}: ροδίζω. [< μεσν. ροδοκοκκινίζω’]
44481ροδοκόκκινος, η, ο ρο-δο-κόκ-κι-νος επίθ.: ροδαλός. ΣΥΝ. ρόδινος (1) [< μεσν. ροδοκόκκινος’]
44482ροδομάγουλος, η, ο ρο-δο-μά-γου-λος επίθ.: που τα μάγουλά του έχουν ρόδινο χρώμα.
44483ροδόνερορο-δό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): αρωματικό απόσταγμα από τριαντάφυλλα με χρήση στην ζαχαροπλαστική και την αρωματοποιία: Ραντίζουμε τους κουραμπιέδες με ~. Βλ. -νερο. ΣΥΝ. ροδόσταμο (1), τριανταφυλλόνερο
44484ροδόξυλορο-δό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): ξύλο τροπικών δέντρων με σκούρο ρόδινο χρώμα: αιθέρια έλαια από ~. Βλ. αρωματοθεραπεία, σανταλόξυλο. ΣΥΝ. τριανταφυλλόξυλο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.