| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44456 | ροδάνι | ρο-δά-νι ουσ. (ουδ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: η γλώσσα του/της πάει ροδάνι (προφ.): μιλά ακατάσχετα: Είχε πάρει φόρα κι η γλώσσα της πήγαινε ~ (= φλυαρούσε). Πβ. δεν βάζει γλώσσα μέσα (του), έφαγε γλιστρίδα, πολυβόλο. [< μτγν. ῥοδάνη ‘κλωσμένο νήμα’] | |
| 44457 | ροδάριο | βλ. ροζάριο | |
| 44458 | ροδαυγή | ρο-δαυ-γή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): ρόδινη αυγή. Πβ. χρυσαυγή. ΣΥΝ. ροδοχάραμα [< πβ. μεσν. ροδαυγής] | |
| 44459 | ροδέλα | ρο-δέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μικρός δακτύλιος που συνήθ. τοποθετείται γύρω από το παξιμάδι βίδας για την καλύτερη εφαρμογή της: ελαστική/μεταλλική/στρογγυλή ~. Βλ. γκρόβερ. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει τέτοιο σχήμα: Κόβω τις πατάτες/πιπεριές σε ~ες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κύλισης (: του ποντικιού). [< μεσν. ροδέλα < βεν. rodela] | |
| 44460 | ροδέλαιο | ρο-δέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): αιθέριο έλαιο που παράγεται από τα ροδοπέταλα. Βλ. -έλαιο. ΣΥΝ. τριανταφυλλόλαδο [< μτγν. ῥοδέλαιον] | |
| 44461 | ροδής | , -ιά, -ί ρο-δής επίθ. (σπάν.-προφ.): που έχει το κόκκινο χρώμα του ροδιού. Πβ. ρόδινος. ● Ουσ.: ροδί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 44462 | ρόδι | ρό-δι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) ρόιδι & ρόιδο: ο εδώδιμος καρπός της ροδιάς, που έχει ξυλώδες, κίτρινο και ερυθρό περίβλημα και μικρούς, κόκκινους και χυμώδεις σπόρους: σαλάτα με~. Χυμός ~ιού. Λικέρ ~. ● ΦΡ.: έσπασε το ρόδι (μτφ.): σταμάτησε η ατυχία: ~ ~ κι έφτασαν στον τελικό., σπάω το ρόδι: ΛΑΟΓΡ. για καλή τύχη: Σπάνε ~ αμέσως μετά την αλλαγή του χρόνου., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα [< μεσν. ρόιδι < μτγν. ῥοΐδιον] | |
| 44463 | ροδιά | ρο-διά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Punica granatum) με λεπτά κλαδιά και μεγάλα κόκκινα άνθη, που καλλιεργείται για τον καρπό του, το ρόδι. | |
| 44464 | ροδιακός | , ή, ό ρο-δι-α-κός επίθ. (επίσ.): ροδίτικος. [< μτγν. Ῥοδιακός] | |
| 44465 | ροδίδες | ρο-δί-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΟΤ. οικογένεια αγγειόσπερμων φυτών και οπωροφόρων πυρηνόκαρπων δέντρων (επιστ. ονομασ. Rosaceae). Βλ. δαμασκηνιά, ροδακινιά, τριανταφυλλιά, φραουλιά. ΣΥΝ. ροδοειδή [< γαλλ. rosacées] | |
| 44466 | ροδίζω | ρο-δί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ρόδι-σε, ροδίζ-οντας} ΣΥΝ. ροδοκοκκινίζω 1. παίρνω ροδοκόκκινο χρώμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) Το ψητό/ψωμί ~σε. Σοτάρω το κρέας μέχρι να ~σει.|| Η αυγή/ο ορίζοντας/ο ουρανός ~ει. 2. ΜΑΓΕΙΡ. τσιγαρίζω φαγητό, μέχρι να πάρει κοκκινωπό χρώμα: ~στε το κοτόπουλο/τα κρεμμύδια/τις πιπεριές. ● ροδίζει: ξημερώνει, χαράζει: Άρχισε να ~. ΣΥΝ. φέγγει (2), φωτίζει [< μτγν. ῥοδίζω] | |
| 44467 | ρόδινος | , η, ο [ῥόδινος] ρό-δι-νος επίθ. 1. που έχει το απαλό κόκκινο χρώμα του ρόδου: ~ο: φως. ~ες: ανταύγειες. ~α: άνθη/μάγουλα. Πβ. ροδής, τριανταφυλλής, τριανταφυλλένιος. Βλ. λευκο~. ΣΥΝ. ροδαλός, ροδοκόκκινος 2. (μτφ.) ευοίωνος: Το μέλλον προβλέπεται ~ο. Του ήρθαν όλα ~α (= βολικά, εύκολα) στη ζωή του. Πβ. ευνοϊκός. ΑΝΤ. δυσμενής. ● Ουσ.: ρόδινο (το): το αντίστοιχο χρώμα. ● ΦΡ.: τα βλέπει (όλα) ρόδινα βλ. βλέπω [< 1: αρχ. ῥόδινος] | |
| 44468 | ρόδιο | ρό-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. μεταλλικό χημικό στοιχείο (σύμβ. Rh, Ζ 45) αργυρόλευκου χρώματος που ανήκει στην ομάδα του λευκόχρυσου. Βλ. ιρίδιο, όσμιο, παλλάδιο, ρουθήνιο. [< γαλλ.-αγγλ. rhodium < αρχ. ῥόδον] | |
| 44469 | ρόδισμα | ρό-δι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ροδίζω: (ΜΑΓΕΙΡ.) το ~ του κρέατος.|| Το ~ της αυγής. | |
| 44470 | ροδίτης | [ῥοδίτης] ρο-δί-της ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό ξηρό κρασί που παράγεται από την ομώνυμη ποικιλία σταφυλιού. Βλ. σαββατιανό, λεμονανθός. [< πβ. μτγν. ῥοδίτης ‘(για οίνο) αρωματισμένος με τριαντάφυλλο’] | |
| 44471 | Ροδίτης, Ροδίτισσα | Ρο-δί-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Ρόδο. Βλ. -ίτης1. | |
| 44472 | ροδίτικος | , η, ο ρο-δί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Ρόδο ή/και τους Ροδίτες. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. ροδιακός | |
| 44473 | ρόδο | [ῥόδο] ρό-δο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-λογοτ.): τριαντάφυλλο. ● ΣΥΜΠΛ.: ρόδο της ερήμου 1. ΒΟΤ. είδος αειθαλούς θάμνου (επιστ. ονομασ. Adenium obesum) που ανήκει στα παχύφυτα. 2. ΟΡΥΚΤ. ακανόνιστες πλάκες γύψου που μοιάζουν με τριαντάφυλλο. ● ΦΡ.: από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο (παροιμ.) 1. από κάτι θετικό μπορεί να προκύψει κάτι αρνητικό και αντίστροφα. 2. (ειδικότ.) από καλούς γονείς μπορεί να γεννηθούν κακά παιδιά και αντιστρόφως., έκοψε ρόδα μυρωμένα (παροιμιώδης έκφρ.): την κοπάνησε., Ρόδο (το) Αμάραντο βλ. αμάραντος [< 1: αρχ. ῥόδον] | |
| 44474 | ροδοδάκτυλος | , ος/η, ο [ῥοδοδάκτυλος] ρο-δο-δά-κτυ-λος επίθ. (λογοτ.): που έχει ρόδινα δάκτυλα: ~η: αυγή. [< αρχ. ῥοδοδάκτυλος] | |
| 44475 | ροδοδάφνη | ρο-δο-δάφ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πικροδάφνη. [< μτγν. ῥοδοδάφνη] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ