| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44476 | ροδόδεντρο | ρο-δό-δε-ντρο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. γένος αειθαλών καλλωπιστικών θάμνων (Rhododendron) της οικογένειας Ericaceae. Βλ. αζαλέα. [< μτγν. ῥοδόδενδρον ‘πικροδάφνη’] | |
| 44477 | ροδοειδής | , ής, ές [ῥοδοειδής] ρο-δο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με ρόδο στο σχήμα ή το χρώμα: ~ή: κοσμήματα (βλ. ροζέτα)/μάγουλα. Βλ. -ειδής. ● Ουσ.: ροδοειδή (τα): ΒΟΤ. ροδίδες. [< μτγν. ῥοδοειδής] | |
| 44478 | ροδοζάχαρη | ρο-δο-ζά-χα-ρη ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από ροδοπέταλα βρασμένα σε νερό με ζάχαρη: γλυκό ~ (= τριαντάφυλλο). Αμυγδαλωτά/λουκούμι με ~. | |
| 44479 | ροδόκηπος | ρο-δό-κη-πος ουσ. (αρσ.): κήπος με τριαντάφυλλα. Πβ. ροδώνας. Βλ. -κηπος. | |
| 44480 | ροδοκοκκινίζω | ρο-δο-κοκ-κι-νί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ροδοκοκκινισμένος}: ροδίζω. [< μεσν. ροδοκοκκινίζω’] | |
| 44481 | ροδοκόκκινος | , η, ο ρο-δο-κόκ-κι-νος επίθ.: ροδαλός. ΣΥΝ. ρόδινος (1) [< μεσν. ροδοκόκκινος’] | |
| 44482 | ροδομάγουλος | , η, ο ρο-δο-μά-γου-λος επίθ.: που τα μάγουλά του έχουν ρόδινο χρώμα. | |
| 44483 | ροδόνερο | ρο-δό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): αρωματικό απόσταγμα από τριαντάφυλλα με χρήση στην ζαχαροπλαστική και την αρωματοποιία: Ραντίζουμε τους κουραμπιέδες με ~. Βλ. -νερο. ΣΥΝ. ροδόσταμο (1), τριανταφυλλόνερο | |
| 44484 | ροδόξυλο | ρο-δό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): ξύλο τροπικών δέντρων με σκούρο ρόδινο χρώμα: αιθέρια έλαια από ~. Βλ. αρωματοθεραπεία, σανταλόξυλο. ΣΥΝ. τριανταφυλλόξυλο | |
| 44485 | ροδοπελεκάνος | ρο-δο-πε-λε-κά-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμος πελεκάνος με λευκό φτέρωμα (επιστ. ονομασ. Pelecanus onocrotalus), ο οποίος την εποχή της αναπαραγωγής έχει ρόδινη απόχρωση. Βλ. αργυροπελεκάνος. | |
| 44486 | ροδοπέταλα | ρο-δο-πέ-τα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ροδοπέταλο}: πέταλα, φύλλα ρόδου: ζαχαρωμένα ~. Λουτρό με ~. Τον έρραναν με ~. Αιθέρια έλαια/άρωμα/εκχυλίσματα από ~. ΣΥΝ. ροδόφυλλα ● ΦΡ.: στρωμένος/σπαρμένος με ροδοπέταλα (μτφ.): χωρίς εμπόδια: Η πολιτική δεν είναι δρόμος στρωμένος ~. Η προσωπική της ζωή δεν ήταν σπαρμένη ~ (= ανθόσπαρτη, ευτυχισμένη). | |
| 44487 | ροδόσταμο | ρο-δό-στα-μο ουσ. (ουδ.) & ροδόστα(γ)μα 1. ροδόνερο. 2. διάλυμα ροδέλαιου σε νερό. [< μεσν. ροδόσταμον, ροδόστα(γ)μα] | |
| 44488 | ροδοφύκη | ρο-δο-φύ-κη ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. φύκη της θάλασσας ή του γλυκού νερού των οποίων η χλωροφύλλη καλύπτεται από κοκκινωπή χρωστική ουσία. Βλ. φαιο-, χλωρο-φύκη. [< νεολατ. Rhodophyceae] | |
| 44489 | ροδόφυλλα | ρο-δό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λογοτ.): ροδοπέταλα. [< μεσν. ροδόφυλλο] | |
| 44490 | ροδοχάραμα | ρο-δο-χά-ρα-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ανατολή με ρόδινο χρώμα. Βλ. γλυκοχάραμα. ΣΥΝ. ροδαυγή | |
| 44491 | ροδόχρους | , ους, ουν ρο-δό-χρους επίθ. (επιστ.): ροδόχρωμος: ~οα: μαργαριτάρια. ● ΣΥΜΠΛ.: ροδόχρους ακμή: ΙΑΤΡ. χρόνια δερματική νόσος που εμφανίζεται με ερύθημα και εξανθήματα στο πρόσωπο. [< γαλλ. acnée rosacée, 1932, αγγλ. (acne) rosacea] , ροδόχρους πιτυρίαση: ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με την εμφάνιση πλάκας ρόδινου χρώματος, κυρ. στον κορμό. [< γαλλ. pityriasis rosé, αγγλ. pityriasis rosea] [< μτγν. ῥοδόχρους] | |
| 44492 | ροδόχρωμος | , η, ο ρο-δό-χρω-μος επίθ.: που έχει ρόδινο χρώμα: ~ος: χαλαζίας. Πβ. κοκκινωπός. Βλ. -χρωμος. ΣΥΝ. ροδαλός, ροδοκόκκινος, ροδόχρους | |
| 44493 | ροδοψίνη | ρο-δο-ψί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πορφυρή, φωτοευαίσθητη ουσία που σχηματίζεται στα ραβδία του αμφιβληστροειδούς και βοηθά την όραση στο αμυδρό φως. Βλ. οψίνη. [< αγγλ. rhodopsin, γαλλ. rhodopsine, περ. 1950] | |
| 44494 | ροδώνας | ρο-δώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): έκταση με τριανταφυλλιές: ανθισμένος ~. Πβ. ροδόκηπος. Βλ. -ώνας. ΣΥΝ. ροδωνιά (2) [< μτγν. ῥοδών] | |
| 44495 | ροδωνιά | [ῥοδωνιά] ρο-δω-νιά ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τριανταφυλλιά. 2. ροδώνας. [< αρχ. ῥοδωνιά] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ