| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44485 | ροδοπελεκάνος | ρο-δο-πε-λε-κά-νος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμος πελεκάνος με λευκό φτέρωμα (επιστ. ονομασ. Pelecanus onocrotalus), ο οποίος την εποχή της αναπαραγωγής έχει ρόδινη απόχρωση. Βλ. αργυροπελεκάνος. | |
| 44486 | ροδοπέταλα | ρο-δο-πέ-τα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. ροδοπέταλο}: πέταλα, φύλλα ρόδου: ζαχαρωμένα ~. Λουτρό με ~. Τον έρραναν με ~. Αιθέρια έλαια/άρωμα/εκχυλίσματα από ~. ΣΥΝ. ροδόφυλλα ● ΦΡ.: στρωμένος/σπαρμένος με ροδοπέταλα (μτφ.): χωρίς εμπόδια: Η πολιτική δεν είναι δρόμος στρωμένος ~. Η προσωπική της ζωή δεν ήταν σπαρμένη ~ (= ανθόσπαρτη, ευτυχισμένη). | |
| 44487 | ροδόσταμο | ρο-δό-στα-μο ουσ. (ουδ.) & ροδόστα(γ)μα 1. ροδόνερο. 2. διάλυμα ροδέλαιου σε νερό. [< μεσν. ροδόσταμον, ροδόστα(γ)μα] | |
| 44488 | ροδοφύκη | ρο-δο-φύ-κη ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. φύκη της θάλασσας ή του γλυκού νερού των οποίων η χλωροφύλλη καλύπτεται από κοκκινωπή χρωστική ουσία. Βλ. φαιο-, χλωρο-φύκη. [< νεολατ. Rhodophyceae] | |
| 44489 | ροδόφυλλα | ρο-δό-φυλ-λα ουσ. (ουδ.) (τα) (λογοτ.): ροδοπέταλα. [< μεσν. ροδόφυλλο] | |
| 44490 | ροδοχάραμα | ρο-δο-χά-ρα-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): ανατολή με ρόδινο χρώμα. Βλ. γλυκοχάραμα. ΣΥΝ. ροδαυγή | |
| 44491 | ροδόχρους | , ους, ουν ρο-δό-χρους επίθ. (επιστ.): ροδόχρωμος: ~οα: μαργαριτάρια. ● ΣΥΜΠΛ.: ροδόχρους ακμή: ΙΑΤΡ. χρόνια δερματική νόσος που εμφανίζεται με ερύθημα και εξανθήματα στο πρόσωπο. [< γαλλ. acnée rosacée, 1932, αγγλ. (acne) rosacea] , ροδόχρους πιτυρίαση: ΙΑΤΡ. φλεγμονώδης δερματοπάθεια που εκδηλώνεται με την εμφάνιση πλάκας ρόδινου χρώματος, κυρ. στον κορμό. [< γαλλ. pityriasis rosé, αγγλ. pityriasis rosea] [< μτγν. ῥοδόχρους] | |
| 44492 | ροδόχρωμος | , η, ο ρο-δό-χρω-μος επίθ.: που έχει ρόδινο χρώμα: ~ος: χαλαζίας. Πβ. κοκκινωπός. Βλ. -χρωμος. ΣΥΝ. ροδαλός, ροδοκόκκινος, ροδόχρους | |
| 44493 | ροδοψίνη | ρο-δο-ψί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πορφυρή, φωτοευαίσθητη ουσία που σχηματίζεται στα ραβδία του αμφιβληστροειδούς και βοηθά την όραση στο αμυδρό φως. Βλ. οψίνη. [< αγγλ. rhodopsin, γαλλ. rhodopsine, περ. 1950] | |
| 44494 | ροδώνας | ρο-δώ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): έκταση με τριανταφυλλιές: ανθισμένος ~. Πβ. ροδόκηπος. Βλ. -ώνας. ΣΥΝ. ροδωνιά (2) [< μτγν. ῥοδών] | |
| 44495 | ροδωνιά | [ῥοδωνιά] ρο-δω-νιά ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. τριανταφυλλιά. 2. ροδώνας. [< αρχ. ῥοδωνιά] | |
| 44496 | ροζ | επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. που έχει πολύ ανοιχτό κόκκινο χρώμα: ~ άνθη/απόχρωση/κραγιόν/πιπέρι/τριαντάφυλλο/φουστάνι. Πβ. ροζέ. Βλ. ροδαλός, τριανταφυλλής.|| (ως ουσ.) Απαλό/έντονο ~ (ενν. χρώμα). Είναι στη μόδα τα/σου πάνε τα ~ (ενν. ρούχα). Βλ. σομόν, φούξια. 2. (μτφ.) με ερωτικό, πονηρό περιεχόμενο: ~ βίντεο/εκπομπές/ιστορία/ιστοσελίδα/σκάνδαλο.|| ~ ξενοδοχείο (: για ερωτικά ραντεβού, πβ. κακόφημος). Πβ. σεξουαλικός. ● Υποκ.: ροζάκι (το): στη σημ. 1., ροζουλί (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ροζ σύννεφο (μτφ.): ωραιοποιημένη, εξιδανικευμένη κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Ζει σε ένα ~ ~. ~ ~α του έρωτα. Πβ. παραμύθι. Βλ. ρομαντισμός., ροζ τηλέφωνα & ροζ γραμμή: τηλεφωνικό δίκτυο μέσω του οποίου γίνονται ερωτικές συνομιλίες ή μπορεί να ακούσει κάποιος ηχογραφημένα ερωτικά μηνύματα επί πληρωμή. , ροζ αγγελίες βλ. αγγελία, ροζ κάρτα βλ. κάρτα, ροζ φύλλο αγώνα βλ. φύλλο [< γαλλ. rose] | |
| 44497 | ρόζα | βλ. ροζαλία | |
| 44498 | ροζακί | ρο-ζα-κί ουσ. (ουδ.) & ραζακί: ΒΟΤ. ποικιλία επιτραπέζιων σταφυλιών χρυσοκίτρινου χρώματος, με μεγάλη ράγα. Βλ. σουλτανίνα. [< τουρκ. razakι] | |
| 44499 | ροζαλία | ρο-ζα-λί-α ουσ. (θηλ.) & ρόζα (στρατιωτική αργκό): το απολυτήριο στρατού λόγω του ροζ χρώματος που είχε παλαιότερα: Πήρα τη ~. | |
| 44500 | ροζάριο | ρο-ζά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ροδάριο (στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) 1. κομπολόι με χάντρες ή σχοινί με κόμπους που το κρατούν καθολικοί μοναχοί ή κληρικοί την ώρα της προσευχής. Βλ. κομποσκοίνι. 2. ακολουθία προσευχών. [< ιταλ. rosario] | |
| 44501 | ροζέ | ρο-ζέ επίθ. {άκλ.}: που έχει ροζ χρώμα ή απόχρωση: ~ σάλτσα/σαμπάνια.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο χρώμα:) Συνδυάζει το ~ με το μπεζ. Πβ. τριανταφυλλί. ● ΣΥΜΠΛ.: ροζέ κρασί & ροζέ οίνος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει ανοιχτό ρόδινο χρώμα και παρασκευάζεται από κόκκινα σταφύλια: αφρώδες/ημίγλυκο/ξηρό ~ ~. Βλ. κοκκινέλι. [< γαλλ. rosé] | |
| 44502 | ροζέτα | ρο-ζέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. διακοσμητικό στοιχείο σε σχήμα λουλουδιού, που συνήθ. τοποθετείται στο κέντρο του ταβανιού: ανάγλυφη/επιχρυσωμένη/ξύλινη ~. ~ με φυτικό διάκοσμο. Βλ. ρόδακας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επίπεδος δακτύλιος σύσφιξης ή στήριξης: λαβή με ~. Πβ. ροδέλα. 3. παράσημο με σχήμα τριαντάφυλλου. 4. ΟΡΥΚΤ. διαμάντι που η μία του πλευρά είναι πολυεδρική και η άλλη επίπεδη. 5. δαχτυλίδι με κεντρική πέτρα και μικρούς πολύτιμους λίθους γύρω της σε σχήμα λουλουδιού. Βλ. -έτα. [< ιταλ. rosetta, γαλλ. rosette] | |
| 44503 | ροζιάζω | ρο-ζιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ρόζια-σε, -σμένος} (προφ.): βγάζω ρόζους: ~σαν τα χέρια μου. ~σμένος: κορμός (δέντρου). ~σμένη: παλάμη. ~σμένο: δέρμα/ξύλο. [< μεσν. ροζιάζω] | |
| 44504 | ροζμπίφ | βλ. ροσμπίφ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ