| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44505 | ρόζος | ρό-ζος ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. εξόγκωμα στον κορμό ή στα κλαδιά δέντρου: ~οι ξύλου. ~οι σε σανίδες. Πβ. κόμπος, όζος, οφθαλμός. 2. {συνήθ. στον πληθ.} σκλήρυνση του δέρματος, κυρ. στην παλάμη ή το πέλμα. Πβ. κάλος, τύλος. [< αρχ. ὄζος, παρετυμολογικά προς τη ρίζα] | |
| 44506 | ροή | [ῥοή] ρο-ή ουσ. (θηλ.) 1. συνεχής κίνηση υγρής ή ρευστής μάζας προς μία κατεύθυνση: ~ αίματος (στις αρτηρίες· πβ. κυκλοφορία)/λάβας/νερού (πβ. τρέξιμο)/ποταμού/(ηλεκτρικού) ρεύματος. Ακανόνιστη/ασθενής/ορμητική/υπόγεια ~. ~ (πετρελαίου) σε αγωγό/σωλήνα. || Οξυγόνο/φίλτρο νερού υψηλής ~ής. Πβ. ρους. Βλ. διαρ~, εκ~, καταρ~, υδρορ~.|| (ΦΥΣ.) Τυρβώδης ~. ~ ηλεκτρικού φορτίου. 2. (μτφ.) ακολουθία, διαδοχή καταστάσεων: η ~ των γεγονότων (= ρους)/δεδομένων/εκλογικών αποτελεσμάτων/πληροφοριών. Άλλαξε τη ~ της ανθρωπότητας/του κόσμου. Έχασα τη ~ του λόγου μου (πβ. ρύμη). (στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση) Διακόπτουμε την κανονική ~ του προγράμματος, για να σας ανακοινώσουμε ... (στο διαδίκτυο) Συνεχής ~ ειδήσεων. Πβ. εξέλιξη, πορεία. 3. (μτφ.) μαζική μετακίνηση προσώπων ή οχημάτων· μεταφορά πραγμάτων ή πόρων: μεταναστευτική/τουριστική ~ (πβ. ρεύμα). ~ διαδηλωτών/εκδρομέων/κόσμου. Πβ. συρ~.|| Αντίθετη ~ λεωφορείων (βλ. λεωφορειολωρίδα). Αραιή κυκλοφοριακή ~. Πβ. κίνηση.|| ~ κεφαλαίων/προϊόντων/χρημάτων (= χρηματική ~). Ταμειακές ροές. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτεινή ροή: ΟΠΤ. η φωτεινή ενέργεια που εκπέμπει πηγή φωτός ανά μονάδα χρόνου σε ορατά μήκη κύματος. Βλ. λούμεν. [< αγγλ. luminous flux, 1911] , διάγραμμα ροής/λογικό διάγραμμα βλ. διάγραμμα, κυτταρομετρία ροής βλ. κυτταρομετρία [< 1: αρχ. ῥοή 2,3: αγγλ. flow] | |
| 44507 | ροΐ | ρο-ΐ ουσ. (ουδ.) & ρογί (λαϊκό): μικρό δοχείο λαδιού σε σχήμα κώνου με μακρόστενο στόμιο. Πβ. λαδερό, λαδικό. [< μεσν. ρογίον] | |
| 44508 | ρόιδι | βλ. ρόδι | |
| 44509 | ρόιδο | βλ. ρόδι | |
| 44510 | ροίζος | [ῥοῖζος] ροί-ζος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. απτικό αίσθημα των καρδιακών φυσημάτων, το οποίο γίνεται αντιληπτό κατά την ψηλάφηση και ακρόαση. [< αρχ. ῥοῖζος 'σφύριγμα, βούισμα'] | |
| 44511 | ροϊκός | , ή, ό ρο-ϊ-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη ροή: ~ός: σωλήνας. ~ή: εξέλιξη (: λείανση των αυλών εισαγωγής/εξαγωγής του κινητήρα· βλ. ρεκτιφιέ)/συνάρτηση. ~ό: πεδίο. | |
| 44512 | ροκ | ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος δημοφιλούς μουσικής που χαρακτηρίζεται από έντονο, δυνατό ρυθμό και τη χρήση ηλεκτρικής κιθάρας και ντραμς: εναλλακτικό/κλασικό/πανκ/φολκ/ψυχεδελικό ~. Θρύλος της/του ~. Πβ. ροκ εντ ρολ. || (ως επίθ.) ~ άλμπουμ/ιδεολογία/κλαμπ (= ροκάδικο)/κοινό/μπαλάντα/όπερα (: θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο συνδυασμένο με ~ μουσική· βλ. μιούζικαλ)/σκηνή/σταρ/στέκι/στιλ/συγκρότημα/συναυλία/τραγούδι/τραγουδιστής. Βλ. κάντρι, ποπ, ροκαμπίλι.|| (μτφ., που διακρίνεται από ένταση και πάθος:) ~ καταστάσεις. Μετά τη διαδήλωση ακολούθησαν σκηνές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρό/χαρντ ροκ 1. ΜΟΥΣ. {συνήθ. χαρντ ροκ} είδος ροκ μουσικής με κύρια γνωρίσματα τα γρήγορα και δυνατά κιθαριστικά σόλο και τις φρενήρεις λάιβ παραστάσεις. Βλ. χέβι μέταλ. 2. {συνήθ. σκληρό ροκ} (μτφ.) πολιτική στρατηγική που προβλέπει οξύτατες επιθέσεις εναντίον πολιτικών αντιπάλων. [< 1: αμερικ. hard rock, 1959, γαλλ. ~, 1971] [< αμερικ. rock, 1946, γαλλ. ~, 1956] | |
| 44526 | ροκ εν ρολ | ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) ροκενρόλ & ροκ: είδος ρυθμικής μουσικής και ο σχετικός χορός. [< αμερικ. rock and roll, rock 'n' roll, 1954] | |
| 44513 | ρόκα1 | ρό-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): υφαντικό, συνήθ. ξύλινο εργαλείο σε σχήμα ράβδου, στην άκρη του οποίου τύλιγαν τούφα μαλλιού ή βαμβακιού για γνέσιμο. Βλ. αδράχτι, ανέμη. ΣΥΝ. ηλακάτη ● ΣΥΜΠΛ.: καρφιά ρόκα: για στερέωση καλωδίων. [< μεσν. ρόκα < ιταλ. rocca] | |
| 44514 | ρόκα2 | ρό-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Εruca sativa) με μικρά πλατιά φύλλα που τρώγεται, κυρ. ωμό ως σαλάτα: άγρια ~. ~ με παρμεζάνα. Πέστο ~ας. Βλ. μαρούλι, χόρτο. [< μεσν. ρόκα < ιταλ. ruca] | |
| 44515 | ροκάδικο | ρο-κά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μπαρ ή κλαμπ με ροκ μουσική. Βλ. -άδικο. | |
| 44516 | ροκάκι | ρο-κά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. ροκιά. Βλ. μπιτάκι, χιτάκι. 2. {συνήθ. στον πληθ.} είδος γυναικείου υποδήματος, μπαλαρίνα. | |
| 44517 | ροκαμπιλάς | ρο-κα-μπι-λάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που ακούει μουσική ροκαμπίλι και ακολουθεί ανάλογο στιλ ντυσίματος και συμπεριφοράς· μουσικός της ροκαμπίλι. Βλ. -άς, ροκάς. [< αμερικ. rockabilly, 1958] | |
| 44518 | ροκαμπίλι | ρο-κα-μπί-λι ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής που μοιάζει με το ροκ εν ρολ και έχει προέλθει από το ριθμ εντ μπλουζ και την κάντρι: Ακούει ~.|| (ως επίθ.) ~ στιλ. [< αμερικ. rockabilly, 1956, γαλλ. ~, 1981] | |
| 44519 | ροκάνα | ρο-κά-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο που παράγει ξερό και δυνατό κρότο κατά την περιστροφική κίνηση οδοντωτού τροχού γύρω από τον άξονα-λαβή του. Πβ. κρόταλο, τροκάνα.|| Αποκριάτικη ~. 2. (μεγεθ.) μεγάλο ροκάνι. | |
| 44520 | ροκάνι | ρο-κά-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για τη λείανση ξύλινων κυρ. επιφανειών. Πβ. ροκάνα. ΣΥΝ. πλάνη2 [< μτγν. ῥυκάνη] | |
| 44521 | ροκανίδι | ρο-κα-νί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λεπτή φλούδα ξύλου που προκύπτει κατά το ροκάνισμά του: ψιλό ~. ~ια από ξυλουργείο.|| ~ια αλουμινίου/σιδήρου. Βλ. ξύσμα, -ίδι. ΣΥΝ. πριονίδι | |
| 44522 | ροκανίζω | ρο-κα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ροκάνι-σε, ροκανί-στηκε, -σμένο, ροκανίζ-οντας} 1. (μτφ.) τραγανίζω: ~ει ένα παξιμάδι/(ο σκύλος) τα κόκαλα. Πβ. κριτσανίζω. 2. (μτφ.) ξοδεύω σιγά σιγά, κατασπαταλώ: Ο πληθωρισμός και η ακρίβεια ~ουν (= εξανεμίζουν) το εισόδημα των εργαζομένων. ~ουν τα κέρδη. Πβ. καταβροχθίζω, ξεκοκαλίζω, τρώω. 3. εξομαλύνω, επεξεργάζομαι την επιφάνεια ξύλου με ροκάνι. ΣΥΝ. πλανίζω ● ΦΡ.: ροκανίζω τον χρόνο & τρώω τον χρόνο: καθυστερώ σκόπιμα: ~ουν ~ στις διαπραγματεύσεις/στο παιχνίδι. Πβ. κωλυσιεργώ. , ροκάνισαν τη διαφορά: (συνήθ. στο μπάσκετ) μείωσαν σιγά σιγά τη διαφορά πόντων: Οι φιλοξενούμενοι προηγήθηκαν με 12 πόντους, αλλά οι γηπεδούχοι ~ ~. Πβ. ψαλιδίζω. [< 3: μεσν. ροκανίζω < μτγν. ῥυκανίζω] | |
| 44523 | ροκάνισμα | ρο-κά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ροκανίζω: τροφές για ~. Πβ. κριτσάν-, τραγάν-ισμα.|| (μτφ.) ~ του χρόνου. ~ των αποταμιεύσεων. Πβ. κατασπατάληση, ξεκοκάλισμα.|| ~ ξύλου (= πλάνισμα). Βλ. -ισμα. ● ροκανίσματα (τα) (προφ.): εκγύμναση των κοιλιακών με μικρό και γρήγορο ανασήκωμα του κορμού και σταθερά κολλημένη στο έδαφος μέση: διαγώνια ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ