| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44496 | ροζ | επίθ./ουσ. {άκλ.} 1. που έχει πολύ ανοιχτό κόκκινο χρώμα: ~ άνθη/απόχρωση/κραγιόν/πιπέρι/τριαντάφυλλο/φουστάνι. Πβ. ροζέ. Βλ. ροδαλός, τριανταφυλλής.|| (ως ουσ.) Απαλό/έντονο ~ (ενν. χρώμα). Είναι στη μόδα τα/σου πάνε τα ~ (ενν. ρούχα). Βλ. σομόν, φούξια. 2. (μτφ.) με ερωτικό, πονηρό περιεχόμενο: ~ βίντεο/εκπομπές/ιστορία/ιστοσελίδα/σκάνδαλο.|| ~ ξενοδοχείο (: για ερωτικά ραντεβού, πβ. κακόφημος). Πβ. σεξουαλικός. ● Υποκ.: ροζάκι (το): στη σημ. 1., ροζουλί (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ροζ σύννεφο (μτφ.): ωραιοποιημένη, εξιδανικευμένη κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Ζει σε ένα ~ ~. ~ ~α του έρωτα. Πβ. παραμύθι. Βλ. ρομαντισμός., ροζ τηλέφωνα & ροζ γραμμή: τηλεφωνικό δίκτυο μέσω του οποίου γίνονται ερωτικές συνομιλίες ή μπορεί να ακούσει κάποιος ηχογραφημένα ερωτικά μηνύματα επί πληρωμή. , ροζ αγγελίες βλ. αγγελία, ροζ κάρτα βλ. κάρτα, ροζ φύλλο αγώνα βλ. φύλλο [< γαλλ. rose] | |
| 44497 | ρόζα | βλ. ροζαλία | |
| 44498 | ροζακί | ρο-ζα-κί ουσ. (ουδ.) & ραζακί: ΒΟΤ. ποικιλία επιτραπέζιων σταφυλιών χρυσοκίτρινου χρώματος, με μεγάλη ράγα. Βλ. σουλτανίνα. [< τουρκ. razakι] | |
| 44499 | ροζαλία | ρο-ζα-λί-α ουσ. (θηλ.) & ρόζα (στρατιωτική αργκό): το απολυτήριο στρατού λόγω του ροζ χρώματος που είχε παλαιότερα: Πήρα τη ~. | |
| 44500 | ροζάριο | ρο-ζά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) ροδάριο (στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία) 1. κομπολόι με χάντρες ή σχοινί με κόμπους που το κρατούν καθολικοί μοναχοί ή κληρικοί την ώρα της προσευχής. Βλ. κομποσκοίνι. 2. ακολουθία προσευχών. [< ιταλ. rosario] | |
| 44501 | ροζέ | ρο-ζέ επίθ. {άκλ.}: που έχει ροζ χρώμα ή απόχρωση: ~ σάλτσα/σαμπάνια.|| (ως ουσ., το αντίστοιχο χρώμα:) Συνδυάζει το ~ με το μπεζ. Πβ. τριανταφυλλί. ● ΣΥΜΠΛ.: ροζέ κρασί & ροζέ οίνος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που έχει ανοιχτό ρόδινο χρώμα και παρασκευάζεται από κόκκινα σταφύλια: αφρώδες/ημίγλυκο/ξηρό ~ ~. Βλ. κοκκινέλι. [< γαλλ. rosé] | |
| 44502 | ροζέτα | ρο-ζέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. διακοσμητικό στοιχείο σε σχήμα λουλουδιού, που συνήθ. τοποθετείται στο κέντρο του ταβανιού: ανάγλυφη/επιχρυσωμένη/ξύλινη ~. ~ με φυτικό διάκοσμο. Βλ. ρόδακας. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επίπεδος δακτύλιος σύσφιξης ή στήριξης: λαβή με ~. Πβ. ροδέλα. 3. παράσημο με σχήμα τριαντάφυλλου. 4. ΟΡΥΚΤ. διαμάντι που η μία του πλευρά είναι πολυεδρική και η άλλη επίπεδη. 5. δαχτυλίδι με κεντρική πέτρα και μικρούς πολύτιμους λίθους γύρω της σε σχήμα λουλουδιού. Βλ. -έτα. [< ιταλ. rosetta, γαλλ. rosette] | |
| 44503 | ροζιάζω | ρο-ζιά-ζω ρ. (αμτβ.) {ρόζια-σε, -σμένος} (προφ.): βγάζω ρόζους: ~σαν τα χέρια μου. ~σμένος: κορμός (δέντρου). ~σμένη: παλάμη. ~σμένο: δέρμα/ξύλο. [< μεσν. ροζιάζω] | |
| 44504 | ροζμπίφ | βλ. ροσμπίφ | |
| 44505 | ρόζος | ρό-ζος ουσ. (αρσ.) 1. ΒΟΤ. εξόγκωμα στον κορμό ή στα κλαδιά δέντρου: ~οι ξύλου. ~οι σε σανίδες. Πβ. κόμπος, όζος, οφθαλμός. 2. {συνήθ. στον πληθ.} σκλήρυνση του δέρματος, κυρ. στην παλάμη ή το πέλμα. Πβ. κάλος, τύλος. [< αρχ. ὄζος, παρετυμολογικά προς τη ρίζα] | |
| 44506 | ροή | [ῥοή] ρο-ή ουσ. (θηλ.) 1. συνεχής κίνηση υγρής ή ρευστής μάζας προς μία κατεύθυνση: ~ αίματος (στις αρτηρίες· πβ. κυκλοφορία)/λάβας/νερού (πβ. τρέξιμο)/ποταμού/(ηλεκτρικού) ρεύματος. Ακανόνιστη/ασθενής/ορμητική/υπόγεια ~. ~ (πετρελαίου) σε αγωγό/σωλήνα. || Οξυγόνο/φίλτρο νερού υψηλής ~ής. Πβ. ρους. Βλ. διαρ~, εκ~, καταρ~, υδρορ~.|| (ΦΥΣ.) Τυρβώδης ~. ~ ηλεκτρικού φορτίου. 2. (μτφ.) ακολουθία, διαδοχή καταστάσεων: η ~ των γεγονότων (= ρους)/δεδομένων/εκλογικών αποτελεσμάτων/πληροφοριών. Άλλαξε τη ~ της ανθρωπότητας/του κόσμου. Έχασα τη ~ του λόγου μου (πβ. ρύμη). (στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση) Διακόπτουμε την κανονική ~ του προγράμματος, για να σας ανακοινώσουμε ... (στο διαδίκτυο) Συνεχής ~ ειδήσεων. Πβ. εξέλιξη, πορεία. 3. (μτφ.) μαζική μετακίνηση προσώπων ή οχημάτων· μεταφορά πραγμάτων ή πόρων: μεταναστευτική/τουριστική ~ (πβ. ρεύμα). ~ διαδηλωτών/εκδρομέων/κόσμου. Πβ. συρ~.|| Αντίθετη ~ λεωφορείων (βλ. λεωφορειολωρίδα). Αραιή κυκλοφοριακή ~. Πβ. κίνηση.|| ~ κεφαλαίων/προϊόντων/χρημάτων (= χρηματική ~). Ταμειακές ροές. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτεινή ροή: ΟΠΤ. η φωτεινή ενέργεια που εκπέμπει πηγή φωτός ανά μονάδα χρόνου σε ορατά μήκη κύματος. Βλ. λούμεν. [< αγγλ. luminous flux, 1911] , διάγραμμα ροής/λογικό διάγραμμα βλ. διάγραμμα, κυτταρομετρία ροής βλ. κυτταρομετρία [< 1: αρχ. ῥοή 2,3: αγγλ. flow] | |
| 44507 | ροΐ | ρο-ΐ ουσ. (ουδ.) & ρογί (λαϊκό): μικρό δοχείο λαδιού σε σχήμα κώνου με μακρόστενο στόμιο. Πβ. λαδερό, λαδικό. [< μεσν. ρογίον] | |
| 44508 | ρόιδι | βλ. ρόδι | |
| 44509 | ρόιδο | βλ. ρόδι | |
| 44510 | ροίζος | [ῥοῖζος] ροί-ζος ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. απτικό αίσθημα των καρδιακών φυσημάτων, το οποίο γίνεται αντιληπτό κατά την ψηλάφηση και ακρόαση. [< αρχ. ῥοῖζος 'σφύριγμα, βούισμα'] | |
| 44511 | ροϊκός | , ή, ό ρο-ϊ-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη ροή: ~ός: σωλήνας. ~ή: εξέλιξη (: λείανση των αυλών εισαγωγής/εξαγωγής του κινητήρα· βλ. ρεκτιφιέ)/συνάρτηση. ~ό: πεδίο. | |
| 44512 | ροκ | ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος δημοφιλούς μουσικής που χαρακτηρίζεται από έντονο, δυνατό ρυθμό και τη χρήση ηλεκτρικής κιθάρας και ντραμς: εναλλακτικό/κλασικό/πανκ/φολκ/ψυχεδελικό ~. Θρύλος της/του ~. Πβ. ροκ εντ ρολ. || (ως επίθ.) ~ άλμπουμ/ιδεολογία/κλαμπ (= ροκάδικο)/κοινό/μπαλάντα/όπερα (: θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο συνδυασμένο με ~ μουσική· βλ. μιούζικαλ)/σκηνή/σταρ/στέκι/στιλ/συγκρότημα/συναυλία/τραγούδι/τραγουδιστής. Βλ. κάντρι, ποπ, ροκαμπίλι.|| (μτφ., που διακρίνεται από ένταση και πάθος:) ~ καταστάσεις. Μετά τη διαδήλωση ακολούθησαν σκηνές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρό/χαρντ ροκ 1. ΜΟΥΣ. {συνήθ. χαρντ ροκ} είδος ροκ μουσικής με κύρια γνωρίσματα τα γρήγορα και δυνατά κιθαριστικά σόλο και τις φρενήρεις λάιβ παραστάσεις. Βλ. χέβι μέταλ. 2. {συνήθ. σκληρό ροκ} (μτφ.) πολιτική στρατηγική που προβλέπει οξύτατες επιθέσεις εναντίον πολιτικών αντιπάλων. [< 1: αμερικ. hard rock, 1959, γαλλ. ~, 1971] [< αμερικ. rock, 1946, γαλλ. ~, 1956] | |
| 44526 | ροκ εν ρολ | ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) ροκενρόλ & ροκ: είδος ρυθμικής μουσικής και ο σχετικός χορός. [< αμερικ. rock and roll, rock 'n' roll, 1954] | |
| 44513 | ρόκα1 | ρό-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.): υφαντικό, συνήθ. ξύλινο εργαλείο σε σχήμα ράβδου, στην άκρη του οποίου τύλιγαν τούφα μαλλιού ή βαμβακιού για γνέσιμο. Βλ. αδράχτι, ανέμη. ΣΥΝ. ηλακάτη ● ΣΥΜΠΛ.: καρφιά ρόκα: για στερέωση καλωδίων. [< μεσν. ρόκα < ιταλ. rocca] | |
| 44514 | ρόκα2 | ρό-κα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Εruca sativa) με μικρά πλατιά φύλλα που τρώγεται, κυρ. ωμό ως σαλάτα: άγρια ~. ~ με παρμεζάνα. Πέστο ~ας. Βλ. μαρούλι, χόρτο. [< μεσν. ρόκα < ιταλ. ruca] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ