Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [45080-45100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44515ροκάδικορο-κά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μπαρ ή κλαμπ με ροκ μουσική. Βλ. -άδικο.
44516ροκάκιρο-κά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΜΟΥΣ. ροκιά. Βλ. μπιτάκι, χιτάκι. 2. {συνήθ. στον πληθ.} είδος γυναικείου υποδήματος, μπαλαρίνα.
44517ροκαμπιλάςρο-κα-μπι-λάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): αυτός που ακούει μουσική ροκαμπίλι και ακολουθεί ανάλογο στιλ ντυσίματος και συμπεριφοράς· μουσικός της ροκαμπίλι. Βλ. -άς, ροκάς. [< αμερικ. rockabilly, 1958]
44518ροκαμπίλιρο-κα-μπί-λι ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής που μοιάζει με το ροκ εν ρολ και έχει προέλθει από το ριθμ εντ μπλουζ και την κάντρι: Ακούει ~.|| (ως επίθ.) ~ στιλ. [< αμερικ. rockabilly, 1956, γαλλ. ~, 1981]
44519ροκάναρο-κά-να ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο που παράγει ξερό και δυνατό κρότο κατά την περιστροφική κίνηση οδοντωτού τροχού γύρω από τον άξονα-λαβή του. Πβ. κρόταλο, τροκάνα.|| Αποκριάτικη ~. 2. (μεγεθ.) μεγάλο ροκάνι.
44520ροκάνιρο-κά-νι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για τη λείανση ξύλινων κυρ. επιφανειών. Πβ. ροκάνα. ΣΥΝ. πλάνη2 [< μτγν. ῥυκάνη]
44521ροκανίδιρο-κα-νί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λεπτή φλούδα ξύλου που προκύπτει κατά το ροκάνισμά του: ψιλό ~. ~ια από ξυλουργείο.|| ~ια αλουμινίου/σιδήρου. Βλ. ξύσμα, -ίδι. ΣΥΝ. πριονίδι
44522ροκανίζωρο-κα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {ροκάνι-σε, ροκανί-στηκε, -σμένο, ροκανίζ-οντας} 1. (μτφ.) τραγανίζω: ~ει ένα παξιμάδι/(ο σκύλος) τα κόκαλα. Πβ. κριτσανίζω. 2. (μτφ.) ξοδεύω σιγά σιγά, κατασπαταλώ: Ο πληθωρισμός και η ακρίβεια ~ουν (= εξανεμίζουν) το εισόδημα των εργαζομένων. ~ουν τα κέρδη. Πβ. καταβροχθίζω, ξεκοκαλίζω, τρώω. 3. εξομαλύνω, επεξεργάζομαι την επιφάνεια ξύλου με ροκάνι. ΣΥΝ. πλανίζω ● ΦΡ.: ροκανίζω τον χρόνο & τρώω τον χρόνο: καθυστερώ σκόπιμα: ~ουν ~ στις διαπραγματεύσεις/στο παιχνίδι. Πβ. κωλυσιεργώ. , ροκάνισαν τη διαφορά: (συνήθ. στο μπάσκετ) μείωσαν σιγά σιγά τη διαφορά πόντων: Οι φιλοξενούμενοι προηγήθηκαν με 12 πόντους, αλλά οι γηπεδούχοι ~ ~. Πβ. ψαλιδίζω. [< 3: μεσν. ροκανίζω < μτγν. ῥυκανίζω]
44523ροκάνισμαρο-κά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ροκανίζω: τροφές για ~. Πβ. κριτσάν-, τραγάν-ισμα.|| (μτφ.) ~ του χρόνου. ~ των αποταμιεύσεων. Πβ. κατασπατάληση, ξεκοκάλισμα.|| ~ ξύλου (= πλάνισμα). Βλ. -ισμα.ροκανίσματα (τα) (προφ.): εκγύμναση των κοιλιακών με μικρό και γρήγορο ανασήκωμα του κορμού και σταθερά κολλημένη στο έδαφος μέση: διαγώνια ~.
44524ροκάςρο-κάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ροκού} (προφ.): αυτός που ακούει ροκ μουσική και συνήθ. ακολουθεί ανάλογο στιλ ντυσίματος και συμπεριφοράς· ροκ μουσικός: φανατικός ~.|| Θρυλικοί/κλασικοί ~άδες (: ρόκερ). Βλ. -άς, μεταλάς.
44525ροκέρο-κέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (στο σκάκι): αμυντική κίνηση κατά την οποία μετακινούνται μαζί ο βασιλιάς και ένας από τους δύο πύργους: μεγάλο/μικρό ~. Βλ. ματ1, ρουά1, σαχ. [< γαλλ. roquer]
44527ρόκερρό-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ροκ μουσικός, ροκάς. [< αγγλ. rocker, 1953]
44528ροκιάρο-κιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): ΜΟΥΣ. ροκ τραγούδι: κλασικές ~ιές. Βλ. κιθαριά, τζαζιά. ΣΥΝ. ροκάκι (1)
44529ροκοκόρο-κο-κό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικός ρυθμός που εμφανίστηκε τον 18ο αι. στην Ευρώπη και χαρακτηρίζεται από πληθώρα διακοσμητικών στοιχείων, καμπύλες, περίτεχνες μορφές και φωτεινά χρώματα: το ~ στη γλυπτική/ζωγραφική.|| (ως επίθ.) Έπιπλα/εποχή ~. Μνημείο αρχιτεκτονικής/παλιό αρχοντικό σε ρυθμό ~. Βλ. μπαρόκ. [< γαλλ. rococo]
44530ροκφόρροκ-φόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλλικό αλμυρό τυρί από πρόβειο γάλα με απαλή, κρεμώδη υφή και μύκητες (μούχλα κυανού χρώματος) στο εσωτερικό του: ντιπ/σαλάτα με ~. Πβ. μπλε τυρί. [< γαλλ. roquefort]
44531ρολάρισμαρο-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρολάρω. Πβ. κύλισμα, τσούλημα. Βλ. -ισμα.
44532ρολάρωρο-λά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ρολάρ-ισα κ. ρόλαρ-α, ρολάρ-οντας} (προφ.) 1. κινούμαι λόγω της φόρας που ήδη έχω: ~ουν στον πάγο. Το αυτοκίνητο ~ει (: χωρίς να είναι αναμμένη η μηχανή· πβ. τσουλώ). 2. μετακινώ κάτι: ~ το καρότσι.|| (στον Η/Υ) ~ το κείμενο στην οθόνη (: κινώ πάνω-κάτω). Πβ. κυλώ.ρολάρει (μτφ.): τα πάει καλά, χωρίς προβλήματα: ~ η ομάδα. [< ιταλ. rollare]
44533ρολέρο-λέ επίθ. {άκλ.}: σε σχήμα ρολού, κυρ. για γλυκά κουταλιού: νεράντζι/πορτοκάλι ~.
44534ρόλεϊρό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό ρολό με το οποίο τυλίγουν κυρ. οι γυναίκες τα μαλλιά για να αποκτήσουν μπούκλες ή όγκο ή να γίνουν σπαστά: θερμαινόμενα/λεπτά/μεγάλα ~. Μιζανπλί με ~. ΣΥΝ. μπικουτί [< αγγλ. roller]
44535ρόλερρό-λερ {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. (προφ.) τροχοπέδιλο. ΣΥΝ. πατίνι (2) 2. ρολοκουρτίνα. [< αγγλ. roller]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.