| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44524 | ροκάς | ρο-κάς ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ροκού} (προφ.): αυτός που ακούει ροκ μουσική και συνήθ. ακολουθεί ανάλογο στιλ ντυσίματος και συμπεριφοράς· ροκ μουσικός: φανατικός ~.|| Θρυλικοί/κλασικοί ~άδες (: ρόκερ). Βλ. -άς, μεταλάς. | |
| 44525 | ροκέ | ρο-κέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (στο σκάκι): αμυντική κίνηση κατά την οποία μετακινούνται μαζί ο βασιλιάς και ένας από τους δύο πύργους: μεγάλο/μικρό ~. Βλ. ματ1, ρουά1, σαχ. [< γαλλ. roquer] | |
| 44527 | ρόκερ | ρό-κερ ουσ. (αρσ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ροκ μουσικός, ροκάς. [< αγγλ. rocker, 1953] | |
| 44528 | ροκιά | ρο-κιά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): ΜΟΥΣ. ροκ τραγούδι: κλασικές ~ιές. Βλ. κιθαριά, τζαζιά. ΣΥΝ. ροκάκι (1) | |
| 44529 | ροκοκό | ρο-κο-κό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικός ρυθμός που εμφανίστηκε τον 18ο αι. στην Ευρώπη και χαρακτηρίζεται από πληθώρα διακοσμητικών στοιχείων, καμπύλες, περίτεχνες μορφές και φωτεινά χρώματα: το ~ στη γλυπτική/ζωγραφική.|| (ως επίθ.) Έπιπλα/εποχή ~. Μνημείο αρχιτεκτονικής/παλιό αρχοντικό σε ρυθμό ~. Βλ. μπαρόκ. [< γαλλ. rococo] | |
| 44530 | ροκφόρ | ροκ-φόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γαλλικό αλμυρό τυρί από πρόβειο γάλα με απαλή, κρεμώδη υφή και μύκητες (μούχλα κυανού χρώματος) στο εσωτερικό του: ντιπ/σαλάτα με ~. Πβ. μπλε τυρί. [< γαλλ. roquefort] | |
| 44531 | ρολάρισμα | ρο-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρολάρω. Πβ. κύλισμα, τσούλημα. Βλ. -ισμα. | |
| 44532 | ρολάρω | ρο-λά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ρολάρ-ισα κ. ρόλαρ-α, ρολάρ-οντας} (προφ.) 1. κινούμαι λόγω της φόρας που ήδη έχω: ~ουν στον πάγο. Το αυτοκίνητο ~ει (: χωρίς να είναι αναμμένη η μηχανή· πβ. τσουλώ). 2. μετακινώ κάτι: ~ το καρότσι.|| (στον Η/Υ) ~ το κείμενο στην οθόνη (: κινώ πάνω-κάτω). Πβ. κυλώ. ● ρολάρει (μτφ.): τα πάει καλά, χωρίς προβλήματα: ~ η ομάδα. [< ιταλ. rollare] | |
| 44533 | ρολέ | ρο-λέ επίθ. {άκλ.}: σε σχήμα ρολού, κυρ. για γλυκά κουταλιού: νεράντζι/πορτοκάλι ~. | |
| 44534 | ρόλεϊ | ρό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό ρολό με το οποίο τυλίγουν κυρ. οι γυναίκες τα μαλλιά για να αποκτήσουν μπούκλες ή όγκο ή να γίνουν σπαστά: θερμαινόμενα/λεπτά/μεγάλα ~. Μιζανπλί με ~. ΣΥΝ. μπικουτί [< αγγλ. roller] | |
| 44535 | ρόλερ | ρό-λερ {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. (προφ.) τροχοπέδιλο. ΣΥΝ. πατίνι (2) 2. ρολοκουρτίνα. [< αγγλ. roller] | |
| 44536 | ρολέτα | ρο-λέ-τα ουσ. (θηλ.): συσκευή αποτρίχωσης με κερί: κεριέρα με δύο ~ες. | |
| 44537 | ρολίστας | ρο-λί-στας ουσ. (αρσ.) 1. ηθοποιός που υποδύεται σχεδόν αποκλειστικά συγκεκριμένους ρόλους. Πβ. καρατερίστας. 2. (κατ' επέκτ.) παίκτης που παίζει σε ορισμένη θέση: ~ στο κέντρο. Βλ. -ίστας. | |
| 44538 | ρολό | ρο-λό ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε τυλίγεται κυλινδρικά και ο ίδιος ο κύλινδρος που σχηματίζεται: ~ υφάσματος (πβ. τόπι)/φιλμ. ~ (χαρτί) περιτυλίγματος/υγείας. Ετικέτες σε ~. 2. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό κυρ. από κρέας ή κιμά σε κυλινδρικό σχήμα, συνήθ. με γέμιση τυρί, αβγό, αλλαντικά ή λαχανικά: ~ κοτόπουλο/μοσχάρι. ~ με καρότα. ~ ψαριού.|| (ΖΑΧΑΡ., γλυκό με αντίστοιχο σχήμα) ~ σοκολάτας (πβ. κορμός, μωσαϊκό, σαλάμι ψυγείου). 3. {συνήθ. στον πληθ.} κατασκευή από πλέγμα που τυλίγεται κυλινδρικά με μηχανισμό και κλείνει μπαλκονόπορτες, παράθυρα, βιτρίνες από την εξωτερική πλευρά: ~ά αλουμινίου/γκαράζ. Ανεβάζω/σηκώνω το ~. Μεταλλικά/ξύλινα/σιδερένια ~ά ασφαλείας. Πβ. στόρια. 4. εργαλείο με περιστρεφόμενο κύλινδρο και λαβή για το βάψιμο επιφανειών: ~ά βαφής. Βλ. ρελιέφ. 5. {συνήθ. στον πληθ.} ρόλεϊ. ● Υποκ.: ρολάκι1 (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: χαρτί κουζίνας βλ. χαρτί ● ΦΡ.: κατεβάζει (τα) ρολά 1. (μτφ.) κλείνει, παύει να λειτουργεί ή απεργεί: Το μαγαζί κατέβασε ~ (πβ. χρεοκοπώ).|| (κυριολ. κ. μτφ.) Με κατεβασμένα ~. Τα φαρμακεία ~ουν ~. Πβ. βάζει/μπαίνει λουκέτο, κατεβάζει τους διακόπτες. 2. (αργκό, για τερματοφύλακα) έχει τόσο καλή απόδοση που δεν επιτρέπει να παραβιαστεί η εστία του: ~σε ~ και κράτησε τη νίκη για την ομάδα του. 3. (μτφ.-προφ.) κλείνεται στον εαυτό του, δεν αφήνει τίποτα να τον επηρεάσει: Μην ~εις ~, οι φοβίες σε κρατούν δέσμιο. [< 1,4: γαλλ. rouleau 2: αγγλ. rolled roast 3,5: βεν. rolo] | |
| 44539 | ρολογάδικο | ρο-λο-γά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ωρολογοποιείο. Βλ. -άδικο. | |
| 44540 | ρολογάς | ρο-λο-γάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): ωρολογοποιός. | |
| 44541 | ρολογιά | ρο-λο-γιά ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-συνήθ. ειρων.) ρολόι. 2. ΒΟΤ. πασιφλόρα. ΣΥΝ. ρολόι (3) | |
| 44542 | ρολόι | ρο-λό-ι ουσ. (ουδ.) {ρολογ-ιού} & (σπάν.-λαϊκό) ρολόγι 1. συσκευή ή τμήμα συσκευής που δείχνει την ώρα: αδιάβροχο/αθλητικό/αναλογικό/ασημένιο/γυναικείο/επιτραπέζιο/ηλεκτρονικό/καταδυτικό/σπορ/χρυσό/ψεύτικο/ψηφιακό ~. Ανδρικό/γυναικείο ~. ~ ακριβείας/αυτοκινήτου/γραφείου/κινητού (τηλεφώνου)/πολυτελείας/ραδιοφώνου/τοίχου/τσέπης/υπολογιστή/φούρνου/χειρός. ~-ξυπνητήρι. ~-κόσμημα/χρονόμετρο. Δείκτες/καδένα/καντράν/κούμπωμα/λουράκι/μηχανισμός/μπαταρία/χτύποι ~ιού. Κοιτώ/κουρδίζω/ρυθμίζω/φορώ το ~ μου. Το ~ πάει λάθος/μπροστά/πίσω. Το ~ λειτουργεί/σταμάτησε. Το ~ χάνει ένα λεπτό. Στεκόμουν στην ουρά μία ώρα με το ~ (για δήλωση ακριβούς υπολογισμού της ώρας, πολλή ώρα).|| (συνεκδ., κτίσμα όπου βρίσκεται τοποθετημένο:) Tο ~ της εκκλησίας/της πλατείας.|| Σαν καλοκουρδισμένο ~. 2. (προφ.) μετρητής: Το ~ της ΔΕΗ. 3. ΒΟΤ. πασιφλόρα. ΣΥΝ. ρολογιά (2) ● Υποκ.: ρολογάκι (το) ● Μεγεθ.: ρολογάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικό ρολόι: ΦΥΣΙΟΛ. εσωτερικός μηχανισμός των ζωντανών οργανισμών, ο οποίος ρυθμίζει την περιοδικότητα πολλών βιολογικών λειτουργιών: Ο κύκλος ύπνου-εγρήγορσης καθορίζεται από το ~ ~. Βλ. βιορυθμοί, κιρκαδικός. [< αγγλ. biological clock, 1941] , ηλιακό ρολόι: ΑΣΤΡΟΝ. όργανο που δείχνει την ώρα της ημέρας με τη σκιά που σχηματίζει ο γνώμονάς του πάνω σε οριζόντια βάση. [< γαλλ. cadran solaire] , μοριακό ρολόι βλ. μοριακός ● ΦΡ.: δουλεύει/πάει ρολόι (εμφατ.): λειτουργεί κανονικά, άψογα: Το κινητό/η ομάδα ~ ~. Έκανα φορμάτ στον υπολογιστή και τώρα όλα ~ουν ~., με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού βλ. ακρίβεια1 [< 1: μεσν. ωρολόγιν < μτγν. ὡρολόγιον] | |
| 44543 | ρολοκουρτίνα | ρο-λο-κουρ-τί-να ουσ. (θηλ.): στενόμακρο κομμάτι σκληρού υφάσματος που ανεβαίνει και κατεβαίνει περιστρεφόμενο γύρω από έναν κυλινδρικό άξονα, ο οποίος είναι τοποθετημένος πάνω από το κούφωμα της εσωτερικής πλευράς μπαλκονόπορτας ή παραθύρου: ~ες συσκότισης. Βλ. περσίδες, ρόμαν, στόρια. ΣΥΝ. ρόλερ (2) | |
| 44544 | ρόλος | ρό-λος ουσ. (αρσ.) 1. χαρακτήρας, ήρωας θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου που ενσαρκώνεται από ηθοποιό: δευτερεύων/κλασικός/κύριος/πρωταγωνιστικός/τηλεοπτικός/τραγικός ~. ~ κομπάρσου. Διανομή ~ων. Αποστηθίζω/μαθαίνω/μελετώ/παίζω/προβάρω/υποδύομαι έναν ~ο. Ξεχωρίζω σε έναν ~ο. Βραβείο πρώτου/δεύτερου ανδρικού/γυναικείου ~ου. Στο(ν) ~ο του βασιλιά/φτωχού ο ... Κωμικός που θέλει να δοκιμαστεί σε δραματικό ~ο. Βλ. αυτοσχεδιασμός.|| (κατ' επέκτ.) Σε ~ο οικοδεσπότη/σχολιαστή ο ... 2. (μτφ.) επίδραση ή συνεισφορά στη δημιουργία ή την εξέλιξη κατάστασης ή στη διαμόρφωση αποτελέσματος: ο ~ της κληρονομικότητας/της οικογένειας/του περιβάλλοντος/του σπιτιού/του σχολείου στην ανατροφή/στην καλλιέργεια/στη μόρφωση/στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού. O ~ του ατόμου/του επιστήμονα/του πνευματικού ανθρώπου/του Τύπου στη σύγχρονη κοινωνία. Διαδραμάτισε αποφασιστικό/βασικό/ενεργό/θετικό/καθοριστικό/κρίσιμο/κυρίαρχο/πρωτεύοντα/σημαντικό ~ο στην υπόθεση. Ανέλαβε/κατέχει κομβικό ~ο (= ~ο-κλειδί). Είχε εκτελεστικό/ηγετικό/πολιτικό/ρυθμιστικό/συντονιστικό/ύποπτο ~ο. Αναγνωρίστηκε ο ~ (= η αξία, σημασία, σπουδαιότητα) των φυτικών ινών στη διατροφή. Πβ. θέση, συμβολή. 3. ΨΥΧΟΛ. πρότυπο αναμενόμενης συμπεριφοράς που καθορίζεται από την κοινωνική θέση: ο ~ του γονέα/του δασκάλου/της μητέρας/του πατέρα/της σύγχρονης γυναίκας. Οι παραδοσιακοί ~οι των φύλων αλλάζουν. Μου πάει/ταιριάζει ο ~ του ... Αδυνατεί να ανταποκριθεί στο ~ο της (ως ...). Αντιστρέφει τους ~ους του θύτη και του θύματος. Σύγχυση ~ων και αρμοδιοτήτων. ● Υποκ.: ρολάκι2 (το) & ρολάκος (ο): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: σύγκρουση ρόλων: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΨΥΧΟΛ. κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο έχει περισσότερους από έναν κοινωνικούς ρόλους και οι υποχρεώσεις του ενός ρόλου έρχονται σε αντίθεση με αυτές του άλλου: ~ ~ βιώνουν συχνά οι εργαζόμενοι γονείς. [< αγγλ. role conflict, 1957] , παιχνίδι ρόλων βλ. παιχνίδι, πρότυπο/μοντέλο ρόλου βλ. πρότυπο, υπόδυση ρόλων βλ. υπόδυση ● ΦΡ.: έχει διπλό ρόλο βλ. διπλός, παίζει ρόλο & παίζει τον ρόλο του βλ. παίζω, παίζει τον πρώτο ρόλο βλ. πρώτος, παίζω τον ρόλο του ... βλ. παίζω, σε παράσταση για έναν ρόλο βλ. παράσταση, τι ρόλο/τι βιολί βαράει/παίζει; βλ. βαρώ [< γαλλ. rôle, αγγλ. role] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ