Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [45100-45120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44536ρολέταρο-λέ-τα ουσ. (θηλ.): συσκευή αποτρίχωσης με κερί: κεριέρα με δύο ~ες.
44537ρολίσταςρο-λί-στας ουσ. (αρσ.) 1. ηθοποιός που υποδύεται σχεδόν αποκλειστικά συγκεκριμένους ρόλους. Πβ. καρατερίστας. 2. (κατ' επέκτ.) παίκτης που παίζει σε ορισμένη θέση: ~ στο κέντρο. Βλ. -ίστας.
44538ρολόρο-λό ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε τυλίγεται κυλινδρικά και ο ίδιος ο κύλινδρος που σχηματίζεται: ~ υφάσματος (πβ. τόπι)/φιλμ. ~ (χαρτί) περιτυλίγματος/υγείας. Ετικέτες σε ~. 2. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό κυρ. από κρέας ή κιμά σε κυλινδρικό σχήμα, συνήθ. με γέμιση τυρί, αβγό, αλλαντικά ή λαχανικά: ~ κοτόπουλο/μοσχάρι. ~ με καρότα. ~ ψαριού.|| (ΖΑΧΑΡ., γλυκό με αντίστοιχο σχήμα) ~ σοκολάτας (πβ. κορμός, μωσαϊκό, σαλάμι ψυγείου). 3. {συνήθ. στον πληθ.} κατασκευή από πλέγμα που τυλίγεται κυλινδρικά με μηχανισμό και κλείνει μπαλκονόπορτες, παράθυρα, βιτρίνες από την εξωτερική πλευρά: ~ά αλουμινίου/γκαράζ. Ανεβάζω/σηκώνω το ~. Μεταλλικά/ξύλινα/σιδερένια ~ά ασφαλείας. Πβ. στόρια. 4. εργαλείο με περιστρεφόμενο κύλινδρο και λαβή για το βάψιμο επιφανειών: ~ά βαφής. Βλ. ρελιέφ. 5. {συνήθ. στον πληθ.} ρόλεϊ. ● Υποκ.: ρολάκι1 (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: χαρτί κουζίνας βλ. χαρτί ● ΦΡ.: κατεβάζει (τα) ρολά 1. (μτφ.) κλείνει, παύει να λειτουργεί ή απεργεί: Το μαγαζί κατέβασε ~ (πβ. χρεοκοπώ).|| (κυριολ. κ. μτφ.) Με κατεβασμένα ~. Τα φαρμακεία ~ουν ~. Πβ. βάζει/μπαίνει λουκέτο, κατεβάζει τους διακόπτες. 2. (αργκό, για τερματοφύλακα) έχει τόσο καλή απόδοση που δεν επιτρέπει να παραβιαστεί η εστία του: ~σε ~ και κράτησε τη νίκη για την ομάδα του. 3. (μτφ.-προφ.) κλείνεται στον εαυτό του, δεν αφήνει τίποτα να τον επηρεάσει: Μην ~εις ~, οι φοβίες σε κρατούν δέσμιο. [< 1,4: γαλλ. rouleau 2: αγγλ. rolled roast 3,5: βεν. rolo]
44539ρολογάδικορο-λο-γά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ωρολογοποιείο. Βλ. -άδικο.
44540ρολογάςρο-λο-γάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): ωρολογοποιός.
44541ρολογιάρο-λο-γιά ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-συνήθ. ειρων.) ρολόι. 2. ΒΟΤ. πασιφλόρα. ΣΥΝ. ρολόι (3)
44542ρολόιρο-λό-ι ουσ. (ουδ.) {ρολογ-ιού} & (σπάν.-λαϊκό) ρολόγι 1. συσκευή ή τμήμα συσκευής που δείχνει την ώρα: αδιάβροχο/αθλητικό/αναλογικό/ασημένιο/γυναικείο/επιτραπέζιο/ηλεκτρονικό/καταδυτικό/σπορ/χρυσό/ψεύτικο/ψηφιακό ~. Ανδρικό/γυναικείο ~. ~ ακριβείας/αυτοκινήτου/γραφείου/κινητού (τηλεφώνου)/πολυτελείας/ραδιοφώνου/τοίχου/τσέπης/υπολογιστή/φούρνου/χειρός. ~-ξυπνητήρι. ~-κόσμημα/χρονόμετρο. Δείκτες/καδένα/καντράν/κούμπωμα/λουράκι/μηχανισμός/μπαταρία/χτύποι ~ιού. Κοιτώ/κουρδίζω/ρυθμίζω/φορώ το ~ μου. Το ~ πάει λάθος/μπροστά/πίσω. Το ~ λειτουργεί/σταμάτησε. Το ~ χάνει ένα λεπτό. Στεκόμουν στην ουρά μία ώρα με το ~ (για δήλωση ακριβούς υπολογισμού της ώρας, πολλή ώρα).|| (συνεκδ., κτίσμα όπου βρίσκεται τοποθετημένο:) Tο ~ της εκκλησίας/της πλατείας.|| Σαν καλοκουρδισμένο ~. 2. (προφ.) μετρητής: Το ~ της ΔΕΗ. 3. ΒΟΤ. πασιφλόρα. ΣΥΝ. ρολογιά (2) ● Υποκ.: ρολογάκι (το) ● Μεγεθ.: ρολογάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικό ρολόι: ΦΥΣΙΟΛ. εσωτερικός μηχανισμός των ζωντανών οργανισμών, ο οποίος ρυθμίζει την περιοδικότητα πολλών βιολογικών λειτουργιών: Ο κύκλος ύπνου-εγρήγορσης καθορίζεται από το ~ ~. Βλ. βιορυθμοί, κιρκαδικός. [< αγγλ. biological clock, 1941] , ηλιακό ρολόι: ΑΣΤΡΟΝ. όργανο που δείχνει την ώρα της ημέρας με τη σκιά που σχηματίζει ο γνώμονάς του πάνω σε οριζόντια βάση. [< γαλλ. cadran solaire] , μοριακό ρολόι βλ. μοριακός ● ΦΡ.: δουλεύει/πάει ρολόι (εμφατ.): λειτουργεί κανονικά, άψογα: Το κινητό/η ομάδα ~ ~. Έκανα φορμάτ στον υπολογιστή και τώρα όλα ~ουν ~., με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού βλ. ακρίβεια1 [< 1: μεσν. ωρολόγιν < μτγν. ὡρολόγιον]
44543ρολοκουρτίναρο-λο-κουρ-τί-να ουσ. (θηλ.): στενόμακρο κομμάτι σκληρού υφάσματος που ανεβαίνει και κατεβαίνει περιστρεφόμενο γύρω από έναν κυλινδρικό άξονα, ο οποίος είναι τοποθετημένος πάνω από το κούφωμα της εσωτερικής πλευράς μπαλκονόπορτας ή παραθύρου: ~ες συσκότισης. Βλ. περσίδες, ρόμαν, στόρια. ΣΥΝ. ρόλερ (2)
44544ρόλοςρό-λος ουσ. (αρσ.) 1. χαρακτήρας, ήρωας θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου που ενσαρκώνεται από ηθοποιό: δευτερεύων/κλασικός/κύριος/πρωταγωνιστικός/τηλεοπτικός/τραγικός ~. ~ κομπάρσου. Διανομή ~ων. Αποστηθίζω/μαθαίνω/μελετώ/παίζω/προβάρω/υποδύομαι έναν ~ο. Ξεχωρίζω σε έναν ~ο. Βραβείο πρώτου/δεύτερου ανδρικού/γυναικείου ~ου. Στο(ν) ~ο του βασιλιά/φτωχού ο ... Κωμικός που θέλει να δοκιμαστεί σε δραματικό ~ο. Βλ. αυτοσχεδιασμός.|| (κατ' επέκτ.) Σε ~ο οικοδεσπότη/σχολιαστή ο ... 2. (μτφ.) επίδραση ή συνεισφορά στη δημιουργία ή την εξέλιξη κατάστασης ή στη διαμόρφωση αποτελέσματος: ο ~ της κληρονομικότητας/της οικογένειας/του περιβάλλοντος/του σπιτιού/του σχολείου στην ανατροφή/στην καλλιέργεια/στη μόρφωση/στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού. O ~ του ατόμου/του επιστήμονα/του πνευματικού ανθρώπου/του Τύπου στη σύγχρονη κοινωνία. Διαδραμάτισε αποφασιστικό/βασικό/ενεργό/θετικό/καθοριστικό/κρίσιμο/κυρίαρχο/πρωτεύοντα/σημαντικό ~ο στην υπόθεση. Ανέλαβε/κατέχει κομβικό ~ο (= ~ο-κλειδί). Είχε εκτελεστικό/ηγετικό/πολιτικό/ρυθμιστικό/συντονιστικό/ύποπτο ~ο. Αναγνωρίστηκε ο ~ (= η αξία, σημασία, σπουδαιότητα) των φυτικών ινών στη διατροφή. Πβ. θέση, συμβολή. 3. ΨΥΧΟΛ. πρότυπο αναμενόμενης συμπεριφοράς που καθορίζεται από την κοινωνική θέση: ο ~ του γονέα/του δασκάλου/της μητέρας/του πατέρα/της σύγχρονης γυναίκας. Οι παραδοσιακοί ~οι των φύλων αλλάζουν. Μου πάει/ταιριάζει ο ~ του ... Αδυνατεί να ανταποκριθεί στο ~ο της (ως ...). Αντιστρέφει τους ~ους του θύτη και του θύματος. Σύγχυση ~ων και αρμοδιοτήτων. ● Υποκ.: ρολάκι2 (το) & ρολάκος (ο): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: σύγκρουση ρόλων: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. -ΨΥΧΟΛ. κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο έχει περισσότερους από έναν κοινωνικούς ρόλους και οι υποχρεώσεις του ενός ρόλου έρχονται σε αντίθεση με αυτές του άλλου: ~ ~ βιώνουν συχνά οι εργαζόμενοι γονείς. [< αγγλ. role conflict, 1957] , παιχνίδι ρόλων βλ. παιχνίδι, πρότυπο/μοντέλο ρόλου βλ. πρότυπο, υπόδυση ρόλων βλ. υπόδυση ● ΦΡ.: έχει διπλό ρόλο βλ. διπλός, παίζει ρόλο & παίζει τον ρόλο του βλ. παίζω, παίζει τον πρώτο ρόλο βλ. πρώτος, παίζω τον ρόλο του ... βλ. παίζω, σε παράσταση για έναν ρόλο βλ. παράσταση, τι ρόλο/τι βιολί βαράει/παίζει; βλ. βαρώ [< γαλλ. rôle, αγγλ. role]
44545ρομβλ. ROM
44546ΡομάΡο-μά ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & Ρομ (επίσ.): τσιγγάνος: η γλώσσα (= ρομανί)/κοινότητα των ~. Καταυλισμός των ~. [< γαλλ.-αγγλ. Rom < ρομανί řom ‘άνδρας’]
44547ρόμανρό-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μακρόστενο κομμάτι υφάσματος που τοποθετείται πάνω από το κούφωμα της εσωτερικής πλευράς συνήθ. παραθύρου και ανεβοκατεβαίνει με ειδικό μηχανισμό, δημιουργώντας πτυχές στο κάτω μέρος του. Βλ. (ρολο)κουρτίνα, ρόλερ, στόρια. [< αγγλ. roman blinds/curtains]
44548ρομανίρο-μα-νί ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} (τα/η): η γλώσσα των Ρομά, των Τσιγγάνων. ΣΥΝ. τσιγγάνικα [< αγγλ. Romani]
44549ρομανικός, ή, ό ρο-μα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ρομανική τέχνη ή τις ρομανικές γλώσσες: ~ός: ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/εκκλησία. ~ά: κτίρια.|| ~ή: γλωσσολογία/φιλολογία. ~ό: αλφάβητο. ● ΣΥΜΠΛ.: ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. κλάδος της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας στον οποίο ανήκουν γλώσσες που προήλθαν από τη δημώδη λατινική, μεταξύ των οποίων η Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική, Πορτογαλική και Ρουμανική. Βλ. καταλανικά, προβηγκιανά, ραιτορομανικά., ρομανική τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της μεσαιωνικής δυτικής Ευρώπης. Βλ. γοτθική τέχνη. [< γαλλ. roman]
44550ρομάντζαρο-μά-ντζα ουσ. (θηλ.) 1. ρομαντζάδα. Πβ. ονειροπόληση, ρεμβασμός. 2. ΜΟΥΣ. λυρικό τραγούδι ή ενόργανη σύνθεση με ρομαντικό χαρακτήρα. [< ιταλ. romanza]
44551ρομαντζάδαρο-μα-ντζά-δα ουσ. (θηλ.): ρεμβασμός, ονειροπόληση: νυχτερινή ~. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. ρομάντζα (1)
44552ρομαντζάρωρο-μα-ντζά-ρω ρ. (αμτβ.) {ρομάντζαρ-α κ. ρομαντζάρ-ισα, -οντας}: ρεμβάζω, απολαμβάνω ένα ειδυλλιακό τοπίο: ~αμε μετά μουσικής. ~ουν δίπλα στη θάλασσα. Πβ. ονειροπολώ.
44553ρομάντζορο-μά-ντζο ουσ. (ουδ.) & ρομάντσο 1. ερωτικό αφήγημα: δακρύβρεχτο ~. Αστυνομικά/ιπποτικά ~α. (μειωτ.) Φτηνά ~α. Βλ. σινε~, φωτο~.|| Κινηματογραφικό ~ (: αισθηματική ταινία). 2. ειδύλλιο, αίσθημα. Πβ. λαβ στόρι. [< ιταλ. romanzo]
44554ρομαντικός, ή, ό ρο-μα-ντι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από συναισθήματα, λυρισμό, ευαισθησία, ονειροπόληση ή τάση εξιδανίκευσης: ~ός: έρωτας. ~ή: εξομολόγηση/ιστορία/σχέση/ταινία. ~ό: γράμμα/δείπνο/ραντεβού. Τα κεριά και ο χαμηλός φωτισμός φτιάχνουν ~ή ατμόσφαιρα. ~ές διακοπές σε ένα εξωτικό νησί. Πβ. αισθηματικός, ερωτικός.|| ~ή: χειρονομία. ~ές: στιγμές. ~ά: λόγια. Πβ. τρυφερός. || ~ός: επαναστάτης/νέος. ~ή: κοπέλα. ~ό: πνεύμα. Με ~ή διάθεση. Πβ. ευαίσθητος, ονειροπόλος, συναισθηματικός.|| ~ός: περίπατος. ~ή: βραδιά/θέα. Βλ. ρομαντζάδα.|| ~ή: θεώρηση. ~ές: ιδέες. Πβ. ανεδαφικός, ανέφικτος, εξωπραγματικός, ιδανικός, ουτοπικός.|| (ως ουσ.) Αγιάτρευτα/αθεράπευτα ~ (πβ. ιδεαλιστής, ουτοπιστής. ΑΝΤ. ρεαλιστής). 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναφέρεται στον ρομαντισμό: ~ός: ήρωας/καλλιτέχνης/ποιητής. ~ή: αισθητική/εποχή/ζωγραφική/λογοτεχνία/μουσική/σχολή/τεχνοτροπία/φιλοσοφία. ~ό: κίνημα/μυθιστόρημα/ρεύμα.|| (ως ουσ.) Οι Άγγλοι/Γερμανοί ~οί. Βλ. νεο~, μετα~. ΑΝΤ. ρεαλιστικός (2) ● επίρρ.: ρομαντικά: στη σημ. 1. [< 1: ιταλ. romantico, γαλλ. romantique 2: γαλλ. romantique]
44555ρομαντικότηταρο-μα-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ρομαντικού: ~ της ατμόσφαιρας/εποχής. Βλ. -ότητα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.