| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44545 | ρομ | βλ. ROM | |
| 44546 | Ρομά | Ρο-μά ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & Ρομ (επίσ.): τσιγγάνος: η γλώσσα (= ρομανί)/κοινότητα των ~. Καταυλισμός των ~. [< γαλλ.-αγγλ. Rom < ρομανί řom ‘άνδρας’] | |
| 44547 | ρόμαν | ρό-μαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μακρόστενο κομμάτι υφάσματος που τοποθετείται πάνω από το κούφωμα της εσωτερικής πλευράς συνήθ. παραθύρου και ανεβοκατεβαίνει με ειδικό μηχανισμό, δημιουργώντας πτυχές στο κάτω μέρος του. Βλ. (ρολο)κουρτίνα, ρόλερ, στόρια. [< αγγλ. roman blinds/curtains] | |
| 44548 | ρομανί | ρο-μα-νί ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} (τα/η): η γλώσσα των Ρομά, των Τσιγγάνων. ΣΥΝ. τσιγγάνικα [< αγγλ. Romani] | |
| 44549 | ρομανικός | , ή, ό ρο-μα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ρομανική τέχνη ή τις ρομανικές γλώσσες: ~ός: ρυθμός. ~ή: αρχιτεκτονική/εκκλησία. ~ά: κτίρια.|| ~ή: γλωσσολογία/φιλολογία. ~ό: αλφάβητο. ● ΣΥΜΠΛ.: ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. κλάδος της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας στον οποίο ανήκουν γλώσσες που προήλθαν από τη δημώδη λατινική, μεταξύ των οποίων η Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική, Πορτογαλική και Ρουμανική. Βλ. καταλανικά, προβηγκιανά, ραιτορομανικά., ρομανική τέχνη: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. η τέχνη της μεσαιωνικής δυτικής Ευρώπης. Βλ. γοτθική τέχνη. [< γαλλ. roman] | |
| 44550 | ρομάντζα | ρο-μά-ντζα ουσ. (θηλ.) 1. ρομαντζάδα. Πβ. ονειροπόληση, ρεμβασμός. 2. ΜΟΥΣ. λυρικό τραγούδι ή ενόργανη σύνθεση με ρομαντικό χαρακτήρα. [< ιταλ. romanza] | |
| 44551 | ρομαντζάδα | ρο-μα-ντζά-δα ουσ. (θηλ.): ρεμβασμός, ονειροπόληση: νυχτερινή ~. Βλ. -άδα. ΣΥΝ. ρομάντζα (1) | |
| 44552 | ρομαντζάρω | ρο-μα-ντζά-ρω ρ. (αμτβ.) {ρομάντζαρ-α κ. ρομαντζάρ-ισα, -οντας}: ρεμβάζω, απολαμβάνω ένα ειδυλλιακό τοπίο: ~αμε μετά μουσικής. ~ουν δίπλα στη θάλασσα. Πβ. ονειροπολώ. | |
| 44553 | ρομάντζο | ρο-μά-ντζο ουσ. (ουδ.) & ρομάντσο 1. ερωτικό αφήγημα: δακρύβρεχτο ~. Αστυνομικά/ιπποτικά ~α. (μειωτ.) Φτηνά ~α. Βλ. σινε~, φωτο~.|| Κινηματογραφικό ~ (: αισθηματική ταινία). 2. ειδύλλιο, αίσθημα. Πβ. λαβ στόρι. [< ιταλ. romanzo] | |
| 44554 | ρομαντικός | , ή, ό ρο-μα-ντι-κός επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από συναισθήματα, λυρισμό, ευαισθησία, ονειροπόληση ή τάση εξιδανίκευσης: ~ός: έρωτας. ~ή: εξομολόγηση/ιστορία/σχέση/ταινία. ~ό: γράμμα/δείπνο/ραντεβού. Τα κεριά και ο χαμηλός φωτισμός φτιάχνουν ~ή ατμόσφαιρα. ~ές διακοπές σε ένα εξωτικό νησί. Πβ. αισθηματικός, ερωτικός.|| ~ή: χειρονομία. ~ές: στιγμές. ~ά: λόγια. Πβ. τρυφερός. || ~ός: επαναστάτης/νέος. ~ή: κοπέλα. ~ό: πνεύμα. Με ~ή διάθεση. Πβ. ευαίσθητος, ονειροπόλος, συναισθηματικός.|| ~ός: περίπατος. ~ή: βραδιά/θέα. Βλ. ρομαντζάδα.|| ~ή: θεώρηση. ~ές: ιδέες. Πβ. ανεδαφικός, ανέφικτος, εξωπραγματικός, ιδανικός, ουτοπικός.|| (ως ουσ.) Αγιάτρευτα/αθεράπευτα ~ (πβ. ιδεαλιστής, ουτοπιστής. ΑΝΤ. ρεαλιστής). 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που αναφέρεται στον ρομαντισμό: ~ός: ήρωας/καλλιτέχνης/ποιητής. ~ή: αισθητική/εποχή/ζωγραφική/λογοτεχνία/μουσική/σχολή/τεχνοτροπία/φιλοσοφία. ~ό: κίνημα/μυθιστόρημα/ρεύμα.|| (ως ουσ.) Οι Άγγλοι/Γερμανοί ~οί. Βλ. νεο~, μετα~. ΑΝΤ. ρεαλιστικός (2) ● επίρρ.: ρομαντικά: στη σημ. 1. [< 1: ιταλ. romantico, γαλλ. romantique 2: γαλλ. romantique] | |
| 44555 | ρομαντικότητα | ρο-μα-ντι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ρομαντικού: ~ της ατμόσφαιρας/εποχής. Βλ. -ότητα. | |
| 44556 | ρομαντισμός | ρο-μα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό ρεύμα (τέλη του 18ου - αρχές του 19ου αι.) που χαρακτηρίζεται από έμφαση στη φαντασία, τον ιδεαλισμό, το συναίσθημα: μουσικός/ύστερος ~. Βλ. νεο~. 2. (κατ' επέκτ.) ρομαντική τάση, διάθεση: νεανικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. romantisme] | |
| 44557 | ρομάντσο | βλ. ρομάντζο | |
| 44558 | ρομβία | ρομ-βί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΜΟΥΣ. λατέρνα. [< ιταλ. Pombia (εμπορ. ονομασ. με εσφαλμ. ανάγνωση)] | |
| 44559 | ρομβικός | , ή, ό ρομ-βι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ρόμβο ή έχει το σχήμα του: (ΓΕΩΜ.) ~ό: δωδεκάεδρο.|| ~ή: κεραία. Πβ. ρομβοειδής. [< γαλλ. rhombique] | |
| 44560 | ρομβοειδής | , ής, ές [ῥομβοειδής] ρομ-βο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή ρόμβου: ~ής: κρύσταλλος. ~ές: μοτίβο/σχέδιο. Πβ. ρομβικός. Βλ. -ειδής. [< αρχ. ῥομβοειδής] | |
| 44561 | ρόμβος | [ῥόμβος] ρόμ-βος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. παραλληλόγραμμο που έχει όλες τις πλευρές του ίσες και τις απέναντι γωνίες του οξείες και αμβλείες ανά δύο. Βλ. τετράπλευρο. 2. ΙΧΘΥΟΛ. καλκάνι. [< αρχ. ῥόμβος] | |
| 44562 | ρόμινγκ | βλ. ρόουμινγκ | |
| 44563 | ρομπ ντε σαμπρ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (σπάν.): μακριά, ακριβή ρόμπα για γυναίκες και άνδρες, ρόμπα δωματίου. [< γαλλ. robe de chambre] | |
| 44564 | ρόμπα | ρό-μπα ουσ. (θηλ.) 1. ολόσωμο ένδυμα με άνοιγμα μπροστά σε όλο το μήκος του, που συνήθ. δένει με ζώνη ή έχει κουμπιά και φοριέται στο σπίτι πάνω από άλλα ρούχα: ανδρική/βαμβακερή/γυναικεία/λευκή/μακριά/παιδική/σατέν ~. Βλ. κιμονό, μπουρνούζι.|| (ως επαγγελματική ενδυμασία:) Νοσοκομειακή/χειρουργική ~. ~ αισθητικού/οδοντιάτρου. 2. (αργκό-υβριστ.) γελοίος: Είσαι τελείως ~ με αυτό το κούρεμα! Πβ. νούμερο. ● Υποκ.: ρομπίτσα (η), ρομπούλα (η), ρομπάκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη) βλ. ρεζίλι, κάνω κάποιον ρεζίλι (των σκυλιών)/ρόμπα/ρεντίκολο βλ. ρεζίλι [< ιταλ. roba] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ