| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44565 | ρομπίνια | βλ. ροβίνια | |
| 44566 | ρομπόλα | ρο-μπό-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό κεφαλονίτικο κρασί που παράγεται από την ομώνυμη ποικιλία σταφυλιού. Βλ. ΠΟΠ. [< μεσν. ρομπόλα < ιταλ. ribolla] | |
| 44567 | ρόμπολο | ρό-μπο-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. είδος πεύκου (επιστ. ονομασ. Pinus heldreichii) των ορεινών κυρ. περιοχών με κωνική κόμη και χοντρό φλοιό. | |
| 44568 | ρομποναύτης | ρο-μπο-ναύ-της ουσ. (αρσ.): ρομποτικός αστροναύτης. [< αγγλ. robot astronaut, 1961] | |
| 44569 | ρομπότ | ρο-μπότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική κατασκευή για υποκατάσταση του ανθρώπου σε εκτέλεση επικίνδυνων ή πολύπλοκων και επαναλαμβανόμενων εργασιών, συνήθ. στον βιομηχανικό ή ερευνητικό τομέα: ιατρικό ~. Βραχίονας ~. ~ στη γεωργία/χειρουργική. ~ βαφής. ~-σκούπα. ~-καθαριστής πετρελαιοκηλίδων. Χρησιμοποίηση ~ σε εργοστάσια/σε συναρμολόγηση (αυτοκινήτων). ~ για δύσκολη/ταχύτερη/φθηνότερη εργασία. Πβ. αυτόματο, μικρο~. Βλ. ηλεκτρονικός εγκέφαλος, νανο~. 2. (επιστ. φαντασία) ανθρωπόμορφη μηχανή: διαστημικό/οικιακό ~. Έξυπνα ~ με μνήμη/φωνή. Πβ. ανδροειδές, ανθρωποειδές. 3. (μτφ.-μειωτ.) άνθρωπος που σκέφτεται και δρα μηχανικά, άβουλα ή πολύ πειθαρχημένα: Δουλεύει/ενεργεί/κινείται/συμπεριφέρεται σαν ~. Έχω καταντήσει ~. Κοινωνία-~. Πβ. ενεργούμενο, ζόμπι, μαριονέτα. ● Υποκ.: ρομποτάκι (το) [< αγγλ. robot, 1922, γαλλ. ~, 1924 < τσέχικο robota ‘αναγκαστική εργασία’] | |
| 44570 | ρομποτική | ρο-μπο-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη λειτουργία και τις εφαρμογές των ρομπότ: βιομηχανική/εκπαιδευτική/ιατρική ~. Οι νόμοι της ~ής. Βλ. αυτοματισμός, κυβερνητική, μηχανική μάθηση, μικρο~, τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. robotics, 1941, γαλλ. robotique, 1974] | |
| 44571 | ρομποτικός | , ή, ό ρο-μπο-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τα ρομπότ ή τη ρομποτική: ~ός: αστροναύτης (= ρομποναύτης)/βραχίονας/μηχανισμός/χειριστής. ~ή: αρθροπλαστική/κάμερα/μηχανική/τεχνολογία/χειρουργική. ~ό: όχημα/τηλεσκόπιο. ~οί: κάδοι απορριμμάτων. ~ά: πόδια (: για παραπληγικούς). Βλ. βιονικός. [< αγγλ. robotic, 1941, γαλλ. robotique, 1973] | |
| 44572 | ρομποτοειδής | , ής, ές ρο-μπο-το-ει-δής επίθ.: που μοιάζει με ρομπότ: ~ής: κατασκευή.|| (ως ουσ.) Ηλεκτρονικό ~ές (βλ. ανδροειδές). Βλ. -ειδής. | |
| 44573 | ρομποτοποιημένος | , η, ο ρο-μπο-το-ποι-η-μέ-νος επίθ. (μτφ.-μειωτ.): (για άτομο) που σκέφτεται και δρα μηχανικά, άβουλος· κατ' επέκτ. κατευθυνόμενος: ~α: πλήθη. Πβ. ρομπότ, χειραγωγημένος. [< αγγλ. robotised, 1927] | |
| 44574 | ρομποτοποίηση | ρο-μπο-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) μετατροπή ανθρώπου σε ρομπότ, με αποτέλεσμα να δρα χωρίς προσωπική βούληση: ισοπέδωση/τυποποίηση και ~ της ζωής. Βλ. προβατοποίηση. 2. μηχανοποίηση, αυτοματοποίηση: ~ της παραγωγής. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. robotization, 1927 1: γαλλ. robotisation, 1967 2: γαλλ. ~, 1957] | |
| 44575 | ρομφαία | ρομ-φαί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλο, πλατύ, δίκοπο σπαθί: κοφτερή ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Πύρινη ~. Η ~ των Αρχαγγέλων.|| (μτφ.) Η ~ της δικαιοσύνης/της κάθαρσης/του νόμου. Πβ. πέλεκυς. [< μτγν. ῥομφαία] | |
| 44576 | ροντάρισμα | ρο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ροντάρω: ~ κινητήρα/μηχανής. Πβ. στρώσιμο.|| (μτφ.) ~ ομάδας. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. rodage] | |
| 44577 | ροντάρω | ρο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) (προφ.): θέτω σε κίνηση καινούργιο μηχάνημα με ρυθμό κατάλληλο για τη σταδιακή, ομαλή και εναρμονισμένη λειτουργία των επιμέρους τμημάτων του: ~ αυτοκίνητο/μοτέρ.|| (μτφ.) ~ισμένη: ομάδα (= καλοκουρδισμένη). Πβ. στρώνω. [< ιταλ. rodare, γαλλ. roder] | |
| 44578 | ροντέ | ρο-ντέ επίθ. {άκλ.}: (για αντικείμενο) που έχει υποστεί επεξεργασία, ώστε να στρογγυλέψουν οι άκρες του: ~ καθρέφτης. Πβ. στρογγυλεμένος, στρογγυλός. [< γαλλ. rond] | |
| 44579 | ροντέο | ρο-ντέ-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στην Αμερική) επίδειξη δεξιοτεχνίας στην ίππευση άγριων αλόγων και ταύρων και στο δέσιμο μοσχαριών με λάσο, μέσα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο με εξέδρες για το κοινό· (συνήθ.-συνεκδ.) ο χώρος διεξαγωγής αυτών των αγώνων: || (μτφ.) Το ματς έγινε ~ (: ξέφυγε από κάθε έλεγχο, είχε απρόβλεπτη εξέλιξη). [< αμερικ. rodeo, 1914, γαλλ. ~, 1923] | |
| 44580 | ρόντο | ρό-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσική φόρμα που αποτελείται από ένα ρεφρέν το οποίο εναλλάσσεται με τρία κουπλέ. [< ιταλ. rondo] | |
| 44581 | ροξ | ουσ. (ουδ.) & ροξάκια (τα) {σπάν. στον εν.}: ΖΑΧΑΡ. μικρά σιροπιαστά γλυκίσματα. [< αγγλ. rocks] | |
| 44582 | ροόμετρο | ρο-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή μέτρησης της ροής υγρού ή αερίου μέσα σε αγωγό. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. flow metre] | |
| 44583 | ροοστάτης | ρο-ο-στά-της ουσ. (αρσ.) & ρεοστάτης: ΗΛΕΚΤΡ. αντίσταση με μεταβλητό μήκος συνδεδεμένη σε κύκλωμα για τη ρύθμιση της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος: διακόπτες/φωτιστικό με ~η. Πβ. ντίμερ. Βλ. -στάτης. [< αγγλ. rheostat, γαλλ. rhéostat] | |
| 44584 | ρόουμινγκ | ρό-ου-μινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ρόμινγκ (το): ΤΗΛΕΠ. περιαγωγή. [< αγγλ. roaming, 1984] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ