Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [45120-45140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44556ρομαντισμόςρο-μα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό ρεύμα (τέλη του 18ου - αρχές του 19ου αι.) που χαρακτηρίζεται από έμφαση στη φαντασία, τον ιδεαλισμό, το συναίσθημα: μουσικός/ύστερος ~. Βλ. νεο~. 2. (κατ' επέκτ.) ρομαντική τάση, διάθεση: νεανικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. romantisme]
44557ρομάντσοβλ. ρομάντζο
44558ρομβίαρομ-βί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΜΟΥΣ. λατέρνα. [< ιταλ. Pombia (εμπορ. ονομασ. με εσφαλμ. ανάγνωση)]
44559ρομβικός, ή, ό ρομ-βι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ρόμβο ή έχει το σχήμα του: (ΓΕΩΜ.) ~ό: δωδεκάεδρο.|| ~ή: κεραία. Πβ. ρομβοειδής. [< γαλλ. rhombique]
44560ρομβοειδής, ής, ές [ῥομβοειδής] ρομ-βο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή ρόμβου: ~ής: κρύσταλλος. ~ές: μοτίβο/σχέδιο. Πβ. ρομβικός. Βλ. -ειδής. [< αρχ. ῥομβοειδής]
44561ρόμβος[ῥόμβος] ρόμ-βος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. παραλληλόγραμμο που έχει όλες τις πλευρές του ίσες και τις απέναντι γωνίες του οξείες και αμβλείες ανά δύο. Βλ. τετράπλευρο. 2. ΙΧΘΥΟΛ. καλκάνι. [< αρχ. ῥόμβος]
44562ρόμινγκβλ. ρόουμινγκ
44563ρομπ ντε σαμπρουσ. (θηλ.) {άκλ.} (σπάν.): μακριά, ακριβή ρόμπα για γυναίκες και άνδρες, ρόμπα δωματίου. [< γαλλ. robe de chambre]
44564ρόμπαρό-μπα ουσ. (θηλ.) 1. ολόσωμο ένδυμα με άνοιγμα μπροστά σε όλο το μήκος του, που συνήθ. δένει με ζώνη ή έχει κουμπιά και φοριέται στο σπίτι πάνω από άλλα ρούχα: ανδρική/βαμβακερή/γυναικεία/λευκή/μακριά/παιδική/σατέν ~. Βλ. κιμονό, μπουρνούζι.|| (ως επαγγελματική ενδυμασία:) Νοσοκομειακή/χειρουργική ~. ~ αισθητικού/οδοντιάτρου. 2. (αργκό-υβριστ.) γελοίος: Είσαι τελείως ~ με αυτό το κούρεμα! Πβ. νούμερο. ● Υποκ.: ρομπίτσα (η), ρομπούλα (η), ρομπάκι (το) ● ΦΡ.: γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη) βλ. ρεζίλι, κάνω κάποιον ρεζίλι (των σκυλιών)/ρόμπα/ρεντίκολο βλ. ρεζίλι [< ιταλ. roba]
44565ρομπίνιαβλ. ροβίνια
44566ρομπόλαρο-μπό-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκό κεφαλονίτικο κρασί που παράγεται από την ομώνυμη ποικιλία σταφυλιού. Βλ. ΠΟΠ. [< μεσν. ρομπόλα < ιταλ. ribolla]
44567ρόμπολορό-μπο-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. είδος πεύκου (επιστ. ονομασ. Pinus heldreichii) των ορεινών κυρ. περιοχών με κωνική κόμη και χοντρό φλοιό.
44568ρομποναύτηςρο-μπο-ναύ-της ουσ. (αρσ.): ρομποτικός αστροναύτης. [< αγγλ. robot astronaut, 1961]
44569ρομπότρο-μπότ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανική κατασκευή για υποκατάσταση του ανθρώπου σε εκτέλεση επικίνδυνων ή πολύπλοκων και επαναλαμβανόμενων εργασιών, συνήθ. στον βιομηχανικό ή ερευνητικό τομέα: ιατρικό ~. Βραχίονας ~. ~ στη γεωργία/χειρουργική. ~ βαφής. ~-σκούπα. ~-καθαριστής πετρελαιοκηλίδων. Χρησιμοποίηση ~ σε εργοστάσια/σε συναρμολόγηση (αυτοκινήτων). ~ για δύσκολη/ταχύτερη/φθηνότερη εργασία. Πβ. αυτόματο, μικρο~. Βλ. ηλεκτρονικός εγκέφαλος, νανο~. 2. (επιστ. φαντασία) ανθρωπόμορφη μηχανή: διαστημικό/οικιακό ~. Έξυπνα ~ με μνήμη/φωνή. Πβ. ανδροειδές, ανθρωποειδές. 3. (μτφ.-μειωτ.) άνθρωπος που σκέφτεται και δρα μηχανικά, άβουλα ή πολύ πειθαρχημένα: Δουλεύει/ενεργεί/κινείται/συμπεριφέρεται σαν ~. Έχω καταντήσει ~. Κοινωνία-~. Πβ. ενεργούμενο, ζόμπι, μαριονέτα. ● Υποκ.: ρομποτάκι (το) [< αγγλ. robot, 1922, γαλλ. ~, 1924 < τσέχικο robota ‘αναγκαστική εργασία’]
44570ρομποτικήρο-μπο-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. κλάδος της μηχανικής που ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη λειτουργία και τις εφαρμογές των ρομπότ: βιομηχανική/εκπαιδευτική/ιατρική ~. Οι νόμοι της ~ής. Βλ. αυτοματισμός, κυβερνητική, μηχανική μάθηση, μικρο~, τεχνητή νοημοσύνη. [< αγγλ. robotics, 1941, γαλλ. robotique, 1974]
44571ρομποτικός, ή, ό ρο-μπο-τι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τα ρομπότ ή τη ρομποτική: ~ός: αστροναύτης (= ρομποναύτης)/βραχίονας/μηχανισμός/χειριστής. ~ή: αρθροπλαστική/κάμερα/μηχανική/τεχνολογία/χειρουργική. ~ό: όχημα/τηλεσκόπιο. ~οί: κάδοι απορριμμάτων. ~ά: πόδια (: για παραπληγικούς). Βλ. βιονικός. [< αγγλ. robotic, 1941, γαλλ. robotique, 1973]
44572ρομποτοειδής, ής, ές ρο-μπο-το-ει-δής επίθ.: που μοιάζει με ρομπότ: ~ής: κατασκευή.|| (ως ουσ.) Ηλεκτρονικό ~ές (βλ. ανδροειδές). Βλ. -ειδής.
44573ρομποτοποιημένος, η, ο ρο-μπο-το-ποι-η-μέ-νος επίθ. (μτφ.-μειωτ.): (για άτομο) που σκέφτεται και δρα μηχανικά, άβουλος· κατ' επέκτ. κατευθυνόμενος: ~α: πλήθη. Πβ. ρομπότ, χειραγωγημένος. [< αγγλ. robotised, 1927]
44574ρομποτοποίησηρο-μπο-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) μετατροπή ανθρώπου σε ρομπότ, με αποτέλεσμα να δρα χωρίς προσωπική βούληση: ισοπέδωση/τυποποίηση και ~ της ζωής. Βλ. προβατοποίηση. 2. μηχανοποίηση, αυτοματοποίηση: ~ της παραγωγής. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. robotization, 1927 1: γαλλ. robotisation, 1967 2: γαλλ. ~, 1957]
44575ρομφαίαρομ-φαί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεγάλο, πλατύ, δίκοπο σπαθί: κοφτερή ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Πύρινη ~. Η ~ των Αρχαγγέλων.|| (μτφ.) Η ~ της δικαιοσύνης/της κάθαρσης/του νόμου. Πβ. πέλεκυς. [< μτγν. ῥομφαία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.