| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44576 | ροντάρισμα | ρο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ροντάρω: ~ κινητήρα/μηχανής. Πβ. στρώσιμο.|| (μτφ.) ~ ομάδας. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. rodage] | |
| 44577 | ροντάρω | ρο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) (προφ.): θέτω σε κίνηση καινούργιο μηχάνημα με ρυθμό κατάλληλο για τη σταδιακή, ομαλή και εναρμονισμένη λειτουργία των επιμέρους τμημάτων του: ~ αυτοκίνητο/μοτέρ.|| (μτφ.) ~ισμένη: ομάδα (= καλοκουρδισμένη). Πβ. στρώνω. [< ιταλ. rodare, γαλλ. roder] | |
| 44578 | ροντέ | ρο-ντέ επίθ. {άκλ.}: (για αντικείμενο) που έχει υποστεί επεξεργασία, ώστε να στρογγυλέψουν οι άκρες του: ~ καθρέφτης. Πβ. στρογγυλεμένος, στρογγυλός. [< γαλλ. rond] | |
| 44579 | ροντέο | ρο-ντέ-ο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στην Αμερική) επίδειξη δεξιοτεχνίας στην ίππευση άγριων αλόγων και ταύρων και στο δέσιμο μοσχαριών με λάσο, μέσα σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο με εξέδρες για το κοινό· (συνήθ.-συνεκδ.) ο χώρος διεξαγωγής αυτών των αγώνων: || (μτφ.) Το ματς έγινε ~ (: ξέφυγε από κάθε έλεγχο, είχε απρόβλεπτη εξέλιξη). [< αμερικ. rodeo, 1914, γαλλ. ~, 1923] | |
| 44580 | ρόντο | ρό-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσική φόρμα που αποτελείται από ένα ρεφρέν το οποίο εναλλάσσεται με τρία κουπλέ. [< ιταλ. rondo] | |
| 44581 | ροξ | ουσ. (ουδ.) & ροξάκια (τα) {σπάν. στον εν.}: ΖΑΧΑΡ. μικρά σιροπιαστά γλυκίσματα. [< αγγλ. rocks] | |
| 44582 | ροόμετρο | ρο-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή μέτρησης της ροής υγρού ή αερίου μέσα σε αγωγό. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. flow metre] | |
| 44583 | ροοστάτης | ρο-ο-στά-της ουσ. (αρσ.) & ρεοστάτης: ΗΛΕΚΤΡ. αντίσταση με μεταβλητό μήκος συνδεδεμένη σε κύκλωμα για τη ρύθμιση της έντασης του ηλεκτρικού ρεύματος: διακόπτες/φωτιστικό με ~η. Πβ. ντίμερ. Βλ. -στάτης. [< αγγλ. rheostat, γαλλ. rhéostat] | |
| 44584 | ρόουμινγκ | ρό-ου-μινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ρόμινγκ (το): ΤΗΛΕΠ. περιαγωγή. [< αγγλ. roaming, 1984] | |
| 44585 | ρόουντ μούβι | ρό-ουντ μού-βι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. ταινία δρόμου. [< αμερικ. road movie] | |
| 44586 | ροπαλιά | ρο-πα-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με ρόπαλο και κατ' επέκτ. κάθε δυνατό χτύπημα: Δίνω/τρώω ~. ~ στο κεφάλι/στην πλάτη.|| (μτφ., στην ποδοσφαιρική αργκό) ~ κορυφής/πρωτιάς (= νίκη). | |
| 44587 | ρόπαλο | [ῥόπαλο] ρό-πα-λο ουσ. (ουδ.): χοντρό κυλινδρικό ραβδί με λεπτή λαβή: αστυνομικό (πβ. κλομπ)/μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό ~. Χτύπημα στο κεφάλι με ~ (= ροπαλιά). Με το ~ ανά χείρας. Δέχτηκε επίθεση με ~. (ΑΘΛ.) Το ~ του μπέιζμπολ. Πβ. ματσούκι. ● ΦΡ.: διά ροπάλου (μτφ.-λόγ.): με τη βία, με απόλυτο, αυταρχικό τρόπο: Απαγορεύεται/τιμωρείται ~ ~ η είσοδος/το κάπνισμα. [< αρχ. ῥόπαλον] | |
| 44588 | ροπαλοφόρος | ρο-πα-λο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που φέρει ρόπαλο ή είναι οπλισμένος με αυτό: επίθεση/θύμα ~ων.|| (ως επίθ.) ~α: ΜΑΤ. 2. ΑΘΛ. μπάτερ: ~ του μπέιζμπολ. Βλ. -φόρος. | |
| 44589 | ροπή | [ῥοπή] ρο-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. τάση σώματος να κινείται ή ειδικότ. να περιστρέφεται σε σχέση με κάποιο σταθερό σημείο αναφοράς: διπολική/ηλεκτρική/στατική ~. ~ αδράνειας/ανατροπής/αντίστασης/δύναμης/επαναφοράς. Διάνυσµα ~ής. Βλ. δυναμόμετρο. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) κλίση σε κάτι, προδιάθεση: έμφυτη ~. ~ προς την εγκληματικότητα/το κακό/τις καταχρήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητική ροπή: ΦΥΣ. διανυσματικό μέγεθος που εκφράζει τη ροπή ζεύγους δυνάμεων που εμφανίζεται σε μαγνήτες, πλαίσια ή πηνία που διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα καθώς και σε άτομα, πρωτόνια, νετρόνια ή ηλεκτρόνια, όταν βρεθούν σε ομοιογενές μαγνητικό πεδίο. Βλ. μαγνήτιση. [< γαλλ. moment magnétique] , υδραυλικός μετατροπέας ροπής βλ. μετατροπέας [< 1: αρχ. ῥοπή, γαλλ. inclination 2: γαλλ. moment] | |
| 44590 | ροπόκλειδο | ρο-πό-κλει-δο ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝ. δυναμόκλειδο. | |
| 22414 | ρόπτρα | , η, ο κα-λό-βο-λος επίθ.: (για πρόσ.) βολικός, προσαρμοστικός: Είναι πολύ ~ (χαρακτήρας). Πβ. ανεκτικός, καταδεκτ-, συγκαταβατ-ικός, προσηνής, συνεννοήσ-, συνεργάσ-ιμος. ΑΝΤ. δύσκολος, δύσ-, ιδιό-τροπος, στρυφνός.|| Την βρήκαν ~η και την εκμεταλλεύονται (πβ. μπόσικος). ΑΝΤ. κακόβολος ● επίρρ.: καλόβολα | |
| 44591 | ρόπτρο | [ῥόπτρο] ρό-πτρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μεταλλικό, συνήθ. περίτεχνο εξάρτημα με λαβή, προσαρμοσμένο σε εξώπορτα σπιτιού, συνήθ. αντί για κουδούνι: μπρούντζινο χέρι/χάλκινος κρίκος για ~. ~ με ανάγλυφη λεοντοκεφαλή. Σιδερόπορτα με ~. Βλ. -τρο. ΣΥΝ. χτυπητήρι (3) [< αρχ. ῥόπτρον] | |
| 44593 | ροσμπίφ | ροσ-μπίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ροζμπίφ & ροστ μπιφ: ΜΑΓΕΙΡ. κοκκινιστό, συνήθ. βοδινό, κρέας μαγειρεμένο κυρ. στην κατσαρόλα με καρυκεύματα: (ως επίθ.) μοσχάρι ~. [< γαλλ. rosbif, αγγλ. roast-beef] | |
| 44594 | ροσόλι | ρο-σό-λι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λικέρ με άρωμα τριαντάφυλλο. [< ιταλ. rosolio, πληθ. rosoli] | |
| 44595 | ρόστερ | ρό-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: έμψυχο δυναμικό ομάδας: ανανεωμένο/βασικό/ευέλικτο/καλλιτεχνικό ~. ~ εταιρείας (πβ. ανθρώπινοι πόροι). Αδυναμίες/προσθαφαιρέσεις στο ~. Ανήκει/συμπεριλαμβάνεται στο ~ της Εθνικής. Αποδυναμώθηκε/συμπληρώθηκε το ~. [< αγγλ. roster] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ