| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44585 | ρόουντ μούβι | ρό-ουντ μού-βι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. ταινία δρόμου. [< αμερικ. road movie] | |
| 44586 | ροπαλιά | ρο-πα-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με ρόπαλο και κατ' επέκτ. κάθε δυνατό χτύπημα: Δίνω/τρώω ~. ~ στο κεφάλι/στην πλάτη.|| (μτφ., στην ποδοσφαιρική αργκό) ~ κορυφής/πρωτιάς (= νίκη). | |
| 44587 | ρόπαλο | [ῥόπαλο] ρό-πα-λο ουσ. (ουδ.): χοντρό κυλινδρικό ραβδί με λεπτή λαβή: αστυνομικό (πβ. κλομπ)/μεταλλικό/ξύλινο/πλαστικό ~. Χτύπημα στο κεφάλι με ~ (= ροπαλιά). Με το ~ ανά χείρας. Δέχτηκε επίθεση με ~. (ΑΘΛ.) Το ~ του μπέιζμπολ. Πβ. ματσούκι. ● ΦΡ.: διά ροπάλου (μτφ.-λόγ.): με τη βία, με απόλυτο, αυταρχικό τρόπο: Απαγορεύεται/τιμωρείται ~ ~ η είσοδος/το κάπνισμα. [< αρχ. ῥόπαλον] | |
| 44588 | ροπαλοφόρος | ρο-πα-λο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που φέρει ρόπαλο ή είναι οπλισμένος με αυτό: επίθεση/θύμα ~ων.|| (ως επίθ.) ~α: ΜΑΤ. 2. ΑΘΛ. μπάτερ: ~ του μπέιζμπολ. Βλ. -φόρος. | |
| 44589 | ροπή | [ῥοπή] ρο-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. τάση σώματος να κινείται ή ειδικότ. να περιστρέφεται σε σχέση με κάποιο σταθερό σημείο αναφοράς: διπολική/ηλεκτρική/στατική ~. ~ αδράνειας/ανατροπής/αντίστασης/δύναμης/επαναφοράς. Διάνυσµα ~ής. Βλ. δυναμόμετρο. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) κλίση σε κάτι, προδιάθεση: έμφυτη ~. ~ προς την εγκληματικότητα/το κακό/τις καταχρήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητική ροπή: ΦΥΣ. διανυσματικό μέγεθος που εκφράζει τη ροπή ζεύγους δυνάμεων που εμφανίζεται σε μαγνήτες, πλαίσια ή πηνία που διαρρέονται από ηλεκτρικό ρεύμα καθώς και σε άτομα, πρωτόνια, νετρόνια ή ηλεκτρόνια, όταν βρεθούν σε ομοιογενές μαγνητικό πεδίο. Βλ. μαγνήτιση. [< γαλλ. moment magnétique] , υδραυλικός μετατροπέας ροπής βλ. μετατροπέας [< 1: αρχ. ῥοπή, γαλλ. inclination 2: γαλλ. moment] | |
| 44590 | ροπόκλειδο | ρο-πό-κλει-δο ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝ. δυναμόκλειδο. | |
| 22414 | ρόπτρα | , η, ο κα-λό-βο-λος επίθ.: (για πρόσ.) βολικός, προσαρμοστικός: Είναι πολύ ~ (χαρακτήρας). Πβ. ανεκτικός, καταδεκτ-, συγκαταβατ-ικός, προσηνής, συνεννοήσ-, συνεργάσ-ιμος. ΑΝΤ. δύσκολος, δύσ-, ιδιό-τροπος, στρυφνός.|| Την βρήκαν ~η και την εκμεταλλεύονται (πβ. μπόσικος). ΑΝΤ. κακόβολος ● επίρρ.: καλόβολα | |
| 44591 | ρόπτρο | [ῥόπτρο] ρό-πτρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μεταλλικό, συνήθ. περίτεχνο εξάρτημα με λαβή, προσαρμοσμένο σε εξώπορτα σπιτιού, συνήθ. αντί για κουδούνι: μπρούντζινο χέρι/χάλκινος κρίκος για ~. ~ με ανάγλυφη λεοντοκεφαλή. Σιδερόπορτα με ~. Βλ. -τρο. ΣΥΝ. χτυπητήρι (3) [< αρχ. ῥόπτρον] | |
| 44593 | ροσμπίφ | ροσ-μπίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ροζμπίφ & ροστ μπιφ: ΜΑΓΕΙΡ. κοκκινιστό, συνήθ. βοδινό, κρέας μαγειρεμένο κυρ. στην κατσαρόλα με καρυκεύματα: (ως επίθ.) μοσχάρι ~. [< γαλλ. rosbif, αγγλ. roast-beef] | |
| 44594 | ροσόλι | ρο-σό-λι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λικέρ με άρωμα τριαντάφυλλο. [< ιταλ. rosolio, πληθ. rosoli] | |
| 44595 | ρόστερ | ρό-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: έμψυχο δυναμικό ομάδας: ανανεωμένο/βασικό/ευέλικτο/καλλιτεχνικό ~. ~ εταιρείας (πβ. ανθρώπινοι πόροι). Αδυναμίες/προσθαφαιρέσεις στο ~. Ανήκει/συμπεριλαμβάνεται στο ~ της Εθνικής. Αποδυναμώθηκε/συμπληρώθηκε το ~. [< αγγλ. roster] | |
| 44596 | ρόστο | ρό-στο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρέας κοκκινιστό: ~ βοδινό/χοιρινό. ~ κατσαρόλας/στο φούρνο. [< βεν. rosto, ιταλ. arrosto] | |
| 44597 | ρότα | ρό-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. πορεία πλοίου: ασφαλής/καθορισμένη ~. Με ~ προς ... Βρίσκεται/έχει βγει εκτός ~ας. Το καράβι άλλαξε ~. ΣΥΝ. πλεύση (1), πλους 2. (μτφ.) κατεύθυνση, προσανατολισμός: επαγγελματική/πολιτική ~. ~ κερδοφορίας. Ακολουθώ/χαράζω ~. Αλλαγή/διόρθωση/επαναπροσδιορισμός ~ας. ● ΦΡ.: αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, βάζω πλώρη/ρότα βλ. πλώρη [< μεσν. ρότα < βεν. rota, ιταλ. rotta] | |
| 44598 | ροταριανός | , ή, ό ρο-τα-ρι-α-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Ρόταρυ: ~ή: λέσχη. Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: ροταριανός, ροταριανή (ο/η): μέλος του Ρόταρυ. [< αγγλ. Rotarian, 1911] | |
| 44599 | Ρόταρυ | Ρό-τα-ρυ ουσ. (ουδ.) & Διεθνές Ρόταρυ & Ρόταρι: παγκόσμια ανθρωπιστική οργάνωση επαγγελματιών και επιχειρηματιών που προσφέρουν κοινωφελείς υπηρεσίες. [< αγγλ. Rotary Club, 1910] | |
| 44600 | ροτβάιλερ | ροτ-βά-ι-λερ ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. ράτσα σκύλου μεσαίου συνήθ. μεγέθους, γερμανικής προέλευσης, με κοντό, στιλπνό τρίχωμα μαύρου χρώματος, καφέ-κόκκινες κηλίδες σε συγκεκριμένα σημεία, πλατύ κεφάλι και κοντή ουρά. [< γερμ. Rottweiler < πόλη Rottweil, αγγλ. rottweiler, 1907, γαλλ. ~, 1954] | |
| 44601 | ροτέισον | ρο-τέ-ι-σον ουσ. (ουδ.) & ροτέισιον: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) εκ περιτροπής χρησιμοποίηση από τον προπονητή των περισσότερων ή/και όλων των παικτών που έχει στη διάθεσή του, ώστε να μην κουράζονται κάποιοι και άλλοι να μένουν στον πάγκο: ελεγχόμενο ~. [< αγγλ. rotation] | |
| 44602 | ροτόντα | ρο-τό-ντα ουσ. (θηλ.) 1. στρογγυλό τραπέζι και κατ' επέκτ. το σχετικό τραπεζομάντιλο: δρύινη ~. Αίθουσα εκδηλώσεων με ~ες. 2. ΑΡΧΙΤ. κυκλικό θολοσκέπαστο κτίσμα της ρωμαϊκής εποχής: Η ~ στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης ανήκει στα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο. < ιταλ. rotonda· πβ. μεσν. ροτόνδος] | |
| 44603 | ρότορας | ρό-το-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. περιστρεφόμενο έμβολο ή τμήμα ηλεκτρικής ή άλλης μηχανής: ανοξείδωτος ~. ~ γεννήτριας. Γείωση/ισχύς ~α. ΣΥΝ. δρομέας (2), στροφείο ΑΝΤ. στάτορας [< αγγλ. rotor, γαλλ. ~, 1900] | |
| 44604 | ρουά1 | ρου-ά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο σκάκι) απειλή προς τον βασιλιά του αντιπάλου. Πβ. σαχ. Βλ. ρεν. ● ΦΡ.: έκανε (κίνηση ρουά) ματ βλ. ματ1 [< γαλλ. roi] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ