| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44596 | ρόστο | ρό-στο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρέας κοκκινιστό: ~ βοδινό/χοιρινό. ~ κατσαρόλας/στο φούρνο. [< βεν. rosto, ιταλ. arrosto] | |
| 44597 | ρότα | ρό-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. πορεία πλοίου: ασφαλής/καθορισμένη ~. Με ~ προς ... Βρίσκεται/έχει βγει εκτός ~ας. Το καράβι άλλαξε ~. ΣΥΝ. πλεύση (1), πλους 2. (μτφ.) κατεύθυνση, προσανατολισμός: επαγγελματική/πολιτική ~. ~ κερδοφορίας. Ακολουθώ/χαράζω ~. Αλλαγή/διόρθωση/επαναπροσδιορισμός ~ας. ● ΦΡ.: αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα βλ. αλλάζω, βάζω πλώρη/ρότα βλ. πλώρη [< μεσν. ρότα < βεν. rota, ιταλ. rotta] | |
| 44598 | ροταριανός | , ή, ό ρο-τα-ρι-α-νός επίθ.: που σχετίζεται με το Ρόταρυ: ~ή: λέσχη. Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: ροταριανός, ροταριανή (ο/η): μέλος του Ρόταρυ. [< αγγλ. Rotarian, 1911] | |
| 44599 | Ρόταρυ | Ρό-τα-ρυ ουσ. (ουδ.) & Διεθνές Ρόταρυ & Ρόταρι: παγκόσμια ανθρωπιστική οργάνωση επαγγελματιών και επιχειρηματιών που προσφέρουν κοινωφελείς υπηρεσίες. [< αγγλ. Rotary Club, 1910] | |
| 44600 | ροτβάιλερ | ροτ-βά-ι-λερ ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. ράτσα σκύλου μεσαίου συνήθ. μεγέθους, γερμανικής προέλευσης, με κοντό, στιλπνό τρίχωμα μαύρου χρώματος, καφέ-κόκκινες κηλίδες σε συγκεκριμένα σημεία, πλατύ κεφάλι και κοντή ουρά. [< γερμ. Rottweiler < πόλη Rottweil, αγγλ. rottweiler, 1907, γαλλ. ~, 1954] | |
| 44601 | ροτέισον | ρο-τέ-ι-σον ουσ. (ουδ.) & ροτέισιον: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) εκ περιτροπής χρησιμοποίηση από τον προπονητή των περισσότερων ή/και όλων των παικτών που έχει στη διάθεσή του, ώστε να μην κουράζονται κάποιοι και άλλοι να μένουν στον πάγκο: ελεγχόμενο ~. [< αγγλ. rotation] | |
| 44602 | ροτόντα | ρο-τό-ντα ουσ. (θηλ.) 1. στρογγυλό τραπέζι και κατ' επέκτ. το σχετικό τραπεζομάντιλο: δρύινη ~. Αίθουσα εκδηλώσεων με ~ες. 2. ΑΡΧΙΤ. κυκλικό θολοσκέπαστο κτίσμα της ρωμαϊκής εποχής: Η ~ στο ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης ανήκει στα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Ουνέσκο. < ιταλ. rotonda· πβ. μεσν. ροτόνδος] | |
| 44603 | ρότορας | ρό-το-ρας ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. περιστρεφόμενο έμβολο ή τμήμα ηλεκτρικής ή άλλης μηχανής: ανοξείδωτος ~. ~ γεννήτριας. Γείωση/ισχύς ~α. ΣΥΝ. δρομέας (2), στροφείο ΑΝΤ. στάτορας [< αγγλ. rotor, γαλλ. ~, 1900] | |
| 44604 | ρουά1 | ρου-ά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο σκάκι) απειλή προς τον βασιλιά του αντιπάλου. Πβ. σαχ. Βλ. ρεν. ● ΦΡ.: έκανε (κίνηση ρουά) ματ βλ. ματ1 [< γαλλ. roi] | |
| 44605 | ρουά2 | ρου-ά επίθ. {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μπλε ρουά: έντονο ανοιχτό μπλε. ΣΥΝ. βασιλικό μπλε. [< γαλλ. bleu roi] | |
| 44606 | ρουβία | ρου-βί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ριζάρι. | |
| 44607 | ρουβίδιο | ρου-βί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. αργυρόλευκο μεταλλικό χημικό στοιχείο (σύμβ. Rb, Ζ 37) της ομάδας των αλκαλίων. Βλ. -ίδιο. [< γερμ. Rubidium, γαλλ. rubidium < λατ. rubidus ‘κόκκινος’] | |
| 44608 | Ρουβίκων | Ρου-βί-κων ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: διέβη/πέρασε τον Ρουβίκωνα βλ. διαβαίνω | |
| 44609 | ρούβλι | ρού-βλι ουσ. (ουδ.): νομισματική μονάδα της Ρωσίας και της Λευκορωσίας. Βλ. καπίκι. [< ρωσ. rubl, γαλλ. rouble] | |
| 44610 | ρούγα | ρού-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): δρόμος ή γειτονιά: η ~ του χωριού. Πβ. καντούνι, σοκάκι, στενό, στράτα.|| Κάτω/πάνω ~. Πβ. μαχαλάς, συνοικία. ● ΦΡ.: άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα (παροιμ.): για κάποιον που ομορφαίνει καθώς μεγαλώνει. [< μεσν. ρούγα] | |
| 44611 | ρουζ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλλυντικό για ροδαλό χρώμα κυρ. στα μάγουλα: απαλό/σκουρόχρωμο ~. Αποχρώσεις ~. ~ τερακότα. ~ σε μορφή κρέμας/σκόνης. Απλώνω/βάζω/φορώ ~. Πβ. κοκκινάδι. Βλ. κραγιόν, πούδρα, σκιά. [< γαλλ. rouge] | |
| 44612 | ρουθήνιο | ρου-θή-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. σπάνιο χημικό στοιχείο (σύμβ. Ru, Ζ 44) που θεωρείται ευγενές μέταλλο και ανήκει στην ομάδα του λευκόχρυσου. Βλ. ιρίδιο, όσμιο, παλλάδιο, ρόδιο. [< νεολατ. ruthenium < μεσν. λατ. Ruthenia ‘Ρωσία’] | |
| 44613 | ρουθούνι | ρου-θού-νι ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. καθεμιά από τις δύο μικρές κοιλότητες στο κάτω μέρος της μύτης, από όπου γίνεται η εισπνοή και εκπνοή του αέρα: βουλωμένο ~. (για χορήγηση φαρμάκου) Ψεκασμός σε κάθε ~. Το τοίχωμα των ~ιών. Βλ. -ούνι. ● Υποκ.: ρουθουνάκι (το) ● ΦΡ.: δεν έμεινε ρουθούνι (μτφ.): έγινε αιματοχυσία., δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, μου σπάει/τρυπάει τη μύτη/τα ρουθούνια βλ. μύτη, μπαίνω/χώνομαι στη μύτη/στο ρουθούνι (κάποιου) βλ. μύτη [< μεσν. ρουθούνι < ρωθώνιον < αρχ. ῥώθων] | |
| 44614 | ρουθουνίζω | ρου-θου-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {ρουθούνισα}: αναπνέω με θόρυβο από τα ρουθούνια· παράγω σχετικό ήχο: ~ει στον ύπνο του. | |
| 44615 | ρουθούνισμα | ρου-θού-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρουθουνίζω. Βλ. -ισμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ