Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45160-45180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44605ρουά2ρου-ά επίθ. {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: μπλε ρουά: έντονο ανοιχτό μπλε. ΣΥΝ. βασιλικό μπλε. [< γαλλ. bleu roi]
44606ρουβίαρου-βί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ριζάρι.
44607ρουβίδιορου-βί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. αργυρόλευκο μεταλλικό χημικό στοιχείο (σύμβ. Rb, Ζ 37) της ομάδας των αλκαλίων. Βλ. -ίδιο. [< γερμ. Rubidium, γαλλ. rubidium < λατ. rubidus ‘κόκκινος’]
44608ΡουβίκωνΡου-βί-κων ουσ. (αρσ.): στη ● ΦΡ.: διέβη/πέρασε τον Ρουβίκωνα βλ. διαβαίνω
44609ρούβλιρού-βλι ουσ. (ουδ.): νομισματική μονάδα της Ρωσίας και της Λευκορωσίας. Βλ. καπίκι. [< ρωσ. rubl, γαλλ. rouble]
44610ρούγαρού-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): δρόμος ή γειτονιά: η ~ του χωριού. Πβ. καντούνι, σοκάκι, στενό, στράτα.|| Κάτω/πάνω ~. Πβ. μαχαλάς, συνοικία. ● ΦΡ.: άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα (παροιμ.): για κάποιον που ομορφαίνει καθώς μεγαλώνει. [< μεσν. ρούγα]
44611ρουζουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καλλυντικό για ροδαλό χρώμα κυρ. στα μάγουλα: απαλό/σκουρόχρωμο ~. Αποχρώσεις ~. ~ τερακότα. ~ σε μορφή κρέμας/σκόνης. Απλώνω/βάζω/φορώ ~. Πβ. κοκκινάδι. Βλ. κραγιόν, πούδρα, σκιά. [< γαλλ. rouge]
44612ρουθήνιορου-θή-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. σπάνιο χημικό στοιχείο (σύμβ. Ru, Ζ 44) που θεωρείται ευγενές μέταλλο και ανήκει στην ομάδα του λευκόχρυσου. Βλ. ιρίδιο, όσμιο, παλλάδιο, ρόδιο. [< νεολατ. ruthenium < μεσν. λατ. Ruthenia ‘Ρωσία’]
44613ρουθούνιρου-θού-νι ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. καθεμιά από τις δύο μικρές κοιλότητες στο κάτω μέρος της μύτης, από όπου γίνεται η εισπνοή και εκπνοή του αέρα: βουλωμένο ~. (για χορήγηση φαρμάκου) Ψεκασμός σε κάθε ~. Το τοίχωμα των ~ιών. Βλ. -ούνι. ● Υποκ.: ρουθουνάκι (το) ● ΦΡ.: δεν έμεινε ρουθούνι (μτφ.): έγινε αιματοχυσία., δεν άνοιξε μύτη/ρουθούνι βλ. μύτη, μου σπάει/τρυπάει τη μύτη/τα ρουθούνια βλ. μύτη, μπαίνω/χώνομαι στη μύτη/στο ρουθούνι (κάποιου) βλ. μύτη [< μεσν. ρουθούνι < ρωθώνιον < αρχ. ῥώθων]
44614ρουθουνίζωρου-θου-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {ρουθούνισα}: αναπνέω με θόρυβο από τα ρουθούνια· παράγω σχετικό ήχο: ~ει στον ύπνο του.
44615ρουθούνισμαρου-θού-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρουθουνίζω. Βλ. -ισμα.
44616ρουκέταρου-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. εκτοξευόμενο βλήμα· είδος πυροτεχνήματος: αντιαρματική/εμπρηστική ~. Έκρηξη ~ας. Επίθεση/χτύπημα με ~. Πβ. πύραυλος.|| ~α φωτοβολίδας. Πβ. βεγγαλικό. 2. (μτφ.-προφ.) ξαφνική και αναπάντεχη δήλωση: προεκλογική ~. 3. (νεαν. αργκό-μτφ.) εμετός: Αμολάει/πετάει/ρίχνει ~/~ες (= ξερνάει). Πβ. ξερατό. Βλ. -έτα. ● ΦΡ.: σαν βέλος/ρουκέτα/σαΐτα βλ. βέλος [< βεν. rocheta]
44617ρουκετοβόλος, ος, ο ρου-κε-το-βό-λος επίθ. (λόγ.): που ρίχνει ρουκέτες: ~ο: όχημα/σύστημα. Βλ. -βόλος. ● Ουσ.: ρουκετοβόλο (το): όπλο εκτόξευσης ρουκετών.
44618ρούκιρού-κι ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: (προφ., κυρ. σε αθλητική διοργάνωση ή ομάδα) αρχάριος, πρωτάρης: Ο ~ του πρωταθλήματος/της χρονιάς. [< αμερικ. rookie]
44619ρουλεμάνρου-λε-μάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανικό εξάρτημα αποτελούμενο από δύο ομόκεντρους μεταλλικούς δακτυλίους, κατάλληλο για τη στήριξη περιστρεφόμενου άξονα και την ελάττωση της τριβής ανάμεσα σε κινούμενα τμήματα: ανοξείδωτο/κυλινδρικό/σφαιρικό ~. ~ στροφάλου/τιμονιού/τροχού/ώθησης. ~ με μπίλιες (= ένσφαιρο)/σφαιρίδια. Μεντεσέδες με ~. Πβ. έδρανο, ένσφαιρος τριβέας, κουζινέτο. [< γαλλ. roulement]
44620ρουλέταρου-λέ-τα ουσ. (θηλ.): τυχερό παιχνίδι συνήθ. σε καζίνο, στο οποίο οι παίκτες στοιχηματίζουν σε ποια υποδοχή περιστρεφόμενου τροχού θα σταθεί μία μπίλια· η σχετική συσκευή: Ποντάρω/χάνω στη ~. Μάρκες/τραπέζι ~ας. Ο κρουπιέρης γυρίζει τη ~. Παίζω ~ στο διαδίκτυο/ονλάιν. Βλ. -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: ρώσικη ρουλέτα 1. επικίνδυνο παιχνίδι ή είδος μονομαχίας όπου κάθε παίκτης γυρίζει τον μύλο ενός περιστρόφου, το οποίο έχει συνήθ. μία μόνο σφαίρα, στρέφει την κάννη στον κρόταφό του και πατά τη σκανδάλη. 2. (μτφ.) κάθε ριψοκίνδυνη και απρόβλεπτη διαδικασία, μέσα από την οποία θα αναδειχθεί τελικά ο νικητής: η ~ των βολών/των πέναλτι. [< γαλλ. roulette russe, αγγλ. Russian roulette, 1937] [< γαλλ. roulette]
44621ρουμ σέρβιςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (προφ.) υπηρεσία δωματίου. Βλ. δωμάτιο.
44622ρουμάνιρου-μά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): δάσος, λόγγος. [< τουρκ. orman]
44623ρουμανικός, ή, ό ρου-μα-νι-κός επίθ. & (προφ.) ρουμάνικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Ρουμανία ή/και τους Ρουμάνους. ● Ουσ.: Ρουμανικά & (προφ.) ρουμάνικα (τα) & (επίσ.) Ρουμανική (η): η ρουμανική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< γαλλ. roumain, 1836]
44624Ρουμάνος, ΡουμάναΡου-μά-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Ρουμανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη ρουμανική υπηκοότητα. [< γαλλ. Roumain, 1836]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.