Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4500-4520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3566αναχαίτιση[ἀναχαίτιση] α-να-χαί-τι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναχαιτίζω: (μτφ.) ~ της ακρίβειας/της ανεργίας/του κινδύνου. Πβ. συγκράτηση.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ κινούμενου στόχου/πυραύλων. Αναγνώριση-~ αεροσκαφών που παραβιάζουν τον εθνικό εναέριο χώρο. Συστήματα ~ης. Πβ. ανακοπή, ανάσχεση, αποτροπή.|| (ΑΘΛ.) ~ του αντιπάλου. Πβ. απόκρουση, παρεμπόδιση, σταμάτημα. [< μτγν. ἀναχαίτισις, γαλλ. interception]
3567αναχαιτιστικό[ἀναχαιτιστικό] α-να-χαι-τι-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. πολεμικό αεροσκάφος που πραγματοποιεί αναχαιτίσεις εχθρικών μαχητικών: ~-βομβαρδιστικό. Βλ. αεράμυνα. [< αγγλ. interceptor, 1930, γαλλ. intercepteur, 1950]
3568αναχαιτιστικός, ή, ό [ἀναχαιτιστικός] α-να-χαι-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναχαίτιση: ~ή: δύναμη/επίδραση/πολιτική. Κάτι διαδραματίζει/παίζει ~ό ρόλο στην ... Πβ. ανασταλτικός, ανασχετικός.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ό: αεροπλάνο/(αερο)σκάφος (= αναχαιτιστικό). ● επίρρ.: αναχαιτιστικά [< αγγλ. interceptive]
3569αναχάραξη[ἀναχάραξη] α-να-χά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): εκ νέου χάραξη: ~ του ρυμοτομικού σχεδίου.|| (μτφ.) ~ της πολιτικής/των στόχων (= ανασχεδιασμός, (επ)ανακαθορισμός, επαναπροσδιορισμός). Βλ. επ~. [< αρχ. ἀναχάραξις ‘ξύσιμο, γδάρσιμο’]
3570αναχθείβλ. ανάγω
3571αναχρηματοδότηση[ἀναχρηματοδότηση] α-να-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναχρηματοδοτώ: ~ των αναγκών (π.χ. του προϋπολογισμού)/δανείου/οφειλών/χρέους. Επιτόκιο ~ης. [< αγγλ. refund]
3572αναχρηματοδοτώ[ἀναχρηματοδοτῶ] α-να-χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {αναχρηματοδοτ-είς ... | αναχρηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε}: ΟΙΚΟΝ. χορηγώ νέο δάνειο για εξόφληση παλαιότερου χρέους και γενικότ. χρηματοδοτώ εκ νέου: ~ δανεισμό. [< αγγλ. refund]
3573αναχρονία[ἀναχρονία] α-να-χρο-νί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΛΟΓΟΤ. χρονική µετατόπιση της αφήγησης είτε σε παρελθοντικό συμβάν (αναδρομή) είτε σε μελλοντικό γεγονός (πρόληψη, προοικονομία). Βλ. φλας-μπακ. [< αγγλ. anachrony]
3574αναχρονικός, ή, ό [ἀναχρονικός] α-να-χρο-νι-κός επίθ. 1. αναχρονιστικός: ~ό: πλαίσιο. ~ά: στοιχεία. 2. ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με την αναχρονία: ~ή: εξιστόρηση. Ασυνεχής και ~ή αφήγηση. ● επίρρ.: αναχρονικά [< γαλλ. anachronique , αγγλ. anachronic]
3575αναχρονισμένος, η, ο [ἀναχρονισμένος] α-να-χρο-νι-σμέ-νος επίθ.: αναχρονιστικός.
3576αναχρονισμός[ἀναχρονισμός] α-να-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. προσκόλληση σε παρωχημένες, ξεπερασμένες και κατ' επέκτ. συντηρητικές αντιλήψεις που δεν συμβαδίζουν με το πνεύμα της σύγχρονης εποχής: ιδεολογικός/κοινωνικός/πολιτικός ~. Πβ. οπισθοδρομικότητα, συντηρητισμός. ΑΝΤ. εκσυγχρονισμός, μοντερνισμός (1), νεωτερισμός 2. (κυρ. στην τέχνη και την επιστήμη) εσφαλμένη χρονολόγηση ή απόδοση χαρακτηριστικών μιας εποχής σε άλλη: ιστορικοί ~οί. ~οί στα έπη. [< μτγν. ἀναχρονισμός, γαλλ. anachronisme, αγγλ. anachronism]
3577αναχρονιστικός, η, ο [ἀναχρονιστικός] α-να-χρο-νι-στι-κός επίθ.: που διακρίνεται από αναχρονισμό· παρωχημένος, ξεπερασμένος και κατ' επέκτ. συντηρητικός: ~ός: κανονισμός/νόμος. ~ή: νοοτροπία. ~ό: καθεστώς/σύστημα. ~οί: θεσμοί. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις/διατάξεις/πρακτικές/τακτικές. ~ά: μέτρα/πρότυπα. Πβ. απαρχαιωμένος, πεπαλαιωμένος, οπισθοδρομικός. Βλ. -ιστικός1. ΑΝΤ. μοντέρνος (1), νεωτεριστικός, σύγχρονος (1) ● επίρρ.: αναχρονιστικά [< γαλλ. anachronique, αγγλ. anachronistic]
3578αναχρονιστικότητα[ἀναχρονιστικότητα] α-να-χρο-νι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αναχρονιστικού: ~ των απόψεων. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. οπισθοδρομικότητα ΑΝΤ. νεωτερικότητα (2)
3579ανάχωμα[ἀνάχωμα] α-νά-χω-μα ουσ. (ουδ.) 1. επιμήκης συσσώρευση χωμάτων και πετρών κατά πλάτος ποταμού ή λίμνης για συγκράτηση των υδάτων: αντιπλημμυρικό/προστατευτικό/πρόχειρο/τεχνητό ~. Ενίσχυση/κατασκευή ~ώματος. Σχηματίζεται ένα φυσικό ~. Έσπασε το κεντρικό ~ και πλημμύρισαν σπίτια. Πβ. πρόχωμα, φράγμα. Βλ. -χωμα. 2. (μτφ.) κάθε μέσο προστασίας για την ανακοπή αρνητικής συνήθ. δράσης ή ενέργειας: ~ στην ανεργία/στη βία. Πβ. ασπίδα, εμπόδιο. [< μτγν. ἀνάχωμα]
3580αναχώρηση[ἀναχώρηση] α-να-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναχωρώ: εσπευσμένη/ξαφνική ~. ~ αεροπλάνου (= απογείωση)/λεωφορείου/πλοίου (= απόπλους)/τρένου. Σημείο ~ης. Ημέρα και ώρα ~ης. ~ στις οχτώ το πρωί και επιστροφή στις δέκα το βράδυ. Καθυστερήσεις στην ~ των πτήσεων. Έτοιμοι για ~; Βλ. αποδημία, εκκίνηση.|| (σπάν.) ~ για το Άγιο Όρος (βλ. αναχωρητισμός). Βλ. υπ~. ΣΥΝ. ξεκίνημα (2) ΑΝΤ. άφιξη, ερχομός 2. (μτφ.) θάνατος. ● αναχωρήσεις (οι) (συνεκδ.) ΑΝΤ. αφίξεις 1. αίθουσα/χώρος αναμονής των επιβατών σε αεροδρόμιο ή σιδηροδρομικό σταθμό: ~ εξωτερικού/εσωτερικού. 2. πίνακας στον οποίο καταχωρίζονται οι ώρες των σχετικών πτήσεων ή δρομολογίων: Δες στις ~, για να μάθεις την ακριβή ώρα επιβίβασης. [< αγγλ. departures] [< αρχ. ἀναχώρησις ‘αποχώρηση, απόσυρση’, γαλλ. départ]
3581αναχωρητήριο[ἀναχωρητήριο] α-να-χω-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ασκητήριο, ερημητήριο· κατ' επέκτ. το μέρος στο οποίο αποσύρεται, απομονώνεται κάποιος από την κοινωνία. Πβ. ησυχαστήριο, σκήτη. Βλ. -τήριο. [< μεσν. αναχωρητήριον]
3582αναχωρητής[ἀναχωρητής] α-να-χω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναχωρήτρια} 1. ΕΚΚΛΗΣ. ασκητής, ερημίτης. Πβ. ησυχαστής, μοναχός. 2. (μτφ.) πρόσωπο που επιλέγει ή επιθυμεί να απομακρυνθεί από την κοσμική ζωή: Τοποθεσία ιδανική για τους ~ές που αναζητούν τη σιγαλιά της φύσης. Πβ. μοναχικός. [< μτγν. ἀναχωρητής, γαλλ. anachorète]
3583αναχωρητικός, ή, ό [ἀναχωρητικός] α-να-χω-ρη-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον αναχωρητή: ~ός: βίος/μοναχισμός. [< μτγν. ἀναχωρητικός, γαλλ. anachorétique]
3584αναχωρητισμός[ἀναχωρητισμός] α-να-χω-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ασκητισμός. Βλ. μοναχισμός. 2. (μτφ.) εκούσια απομάκρυνση από την κοσμική ζωή: ~ από τον δημόσιο βίο/τα κοινά. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. anachorétisme]
3586αναψηλάφηση[ἀναψηλάφηση] α-να-ψη-λά-φη-ση ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) αναψηλάφιση (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναψηλαφώ: Επιχειρεί μια/κάνει/προβαίνει σε ~ των γεγονότων/δεδομένων/στοιχείων.|| (ΝΟΜ.) Άσκηση/δικαίωμα ~ης κατά της απόφασης. Το εφετείο απέρριψε την αίτηση ~ης. Πβ. επανεξέταση. Βλ. ένσταση. ● ΣΥΜΠΛ.: αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση [< μεσν. αναψηλάφησις, γαλλ. révision]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.