Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4500-4520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3557αναφορικός, η, ο [ἀναφορικός] α-να-φο-ρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την αναφορά: ~ός: λόγος. ~ή: αξία/λειτουργία της γλώσσας. Το ~ό πλαίσιο μιας έννοιας. Οι ~οί άξονες του έργου. Βλ. αυτο~. 2. ΓΡΑΜΜ. (για λέξη) που αναφέρεται σε προηγούμενο όρο της πρότασης ή γενικότερα του κειμένου: ~ός: δείκτης/σύνδεσμος. ~ή: μετοχή/πρόταση. ~ές: αντωνυμίες (βλ. οποίος, όποιος, όσος, που). ~ά: επιρρήματα (βλ. όπου, οπουδήποτε, οποτεδήποτε). Βλ. δεικτικός. [< 1: αγγλ. referential, γαλλ. référentiel, 1963 2: μτγν. ἀναφορικός]
3558αναφορικότητα[ἀναφορικότητα] α-να-φο-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η λειτουργία της αναφοράς: γλωσσική ~. Η ~ μιας λέξης/του κειμένου (: οι εξωκειμενικές του παραπομπές). Δείξη και ~. 2. ΦΙΛΟΣ. η ιδιότητα της συνείδησης να αναφέρεται σε κάτι πραγματικό ή φανταστικό, αλλά και στον ίδιο τον εαυτό της: η συνειδησιακή ~ της πράξης. Βλ. αυτο~, προθετικότητα, φαινομενολογία, -ότητα. [< 1: αγγλ. referentiality, 1976 2: γαλλ. intentionalité, 1931]
3559αναφύεται[ἀναφύεται] α-να-φύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.} {αναφυ-όμενος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εμφανίζεται, παρουσιάζεται, προκύπτει: ~ μια δυσκολία/ένα θέμα ηθικής τάξης/ένας κίνδυνος. Το ερώτημα που ~ είναι ... Ανάγκες/θέματα που ~ονται από ... ~όμενα προβλήματα. ~όμενες: διαφορές. Πβ. ανακύπτει, αναφαίνεται. 2. ξαναφυτρώνει: Νέα βλαστάρια ~ονται από ... Πβ. ξεφυτρώνω. [< 1: γαλλ. surgir 2: αρχ. ἀναφύω]
3560αναφυλακτικός, ή, ό [ἀναφυλακτικός] α-να-φυ-λα-κτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αναφυλαξία. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλεργικό σοκ βλ. αλλεργικός [< γαλλ. anaphylactique, 1902, αγγλ. anaphylactic, 1910]
3561αναφυλαξία[ἀναφυλαξία] α-να-φυ-λα-ξί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. οξεία αλλεργία που οφείλεται σε αντίδραση του οργανισμού σε ξένη ουσία, στην οποία παρουσιάζει υπερευαισθησία: δερματική/τροφική ~. Συμπτώματα ~ας (: κνιδωτικά εξανθήματα, δύσπνοια). Έπαθε ~. 2. (μτφ.) έντονα αρνητική αντίδραση: Με το που τον βλέπω, με πιάνει ~! Βλ. φαγούρα. [< γαλλ. anaphylaxie, 1902, αγγλ. anaphylaxis, 1907]
3562αναφύτευση[ἀναφύτευση] α-να-φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.): φύτευση εκ νέου, ύστερα από εκρίζωση ή σε περιπτώσεις κατεστραμμένης βλάστησης ή καλλιέργειας: ~ αμπελώνων. Πβ. αναβλάστηση, αναδάσωση, αναμπέλωση. [< γαλλ. replantation]
18099Αναφώνηση [ἐπιφώνηση] ε-πι-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) ΦΙΛΟΛ. 1. επιφωνηματική έκφραση έντονης συναισθηματικής κατάστασης: ~ θαυμασμού/χαράς. Η ~ "άξιος" στο τέλος κάθε χειροτονίας. Πβ. αναφώνηση. 2. τυποποιημένη φράση στο τέλος ομιλίας ή επιστολής, με την οποία ο πομπός εκφράζει τις ευχαριστίες ή το(ν) σεβασμό του, αντίστοιχα, προς τον δέκτη: π.χ. "Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας", "Με τιμή". Βλ. προσφώνηση. [< μτγν. ἐπιφώνησις ‘επευφημία, λογότυπος (σε γητειές και επωδές)’]
3563αναφώνηση[ἀναφώνηση] α-να-φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναφωνώ: πανηγυρική ~. ~ συνθημάτων/ύμνων. Πβ. επιφώνηση.|| ~ απόγνωσης/ενθουσιασμού (= αναφωνητό, κραυγή).αναφωνήσεις (οι): επιφωνηματικές λέξεις ή φράσεις που παρεμβάλλονται στον λόγο: ~ κατάπληξης. [< μτγν.ἀναφώνησις, γαλλ. exclamation]
3564αναφωνώ[ἀναφωνῶ] α-να-φω-νώ ρ. (αμτβ.) {αναφων-είς ...| αναφών-ησα} (λόγ.): φωνάζω συνήθ. απρόσμενα, εκδηλώνοντας έντονο συναίσθημα: "Μα", θα ~ήσει κάποιος, "είναι προφανές!" "Επιτέλους!" ~ησε με ανακούφιση. ΣΥΝ. ανακράζω, κραυγάζω (1) [< αρχ. ἀναφωνῶ]
3565αναχαιτίζω[ἀναχαιτίζω] α-να-χαι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αναχαίτι-σα, αναχαιτί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, σπάν. -σμένος, αναχαιτίζ-οντας} 1. (μτφ.) σταματώ την ορμή, την ανοδική πορεία· περιορίζω, συγκρατώ: ~στηκε η αύξηση των τιμών/η εξάπλωση του ιού/το μεταναστευτικό ρεύμα/ο πληθωρισμός. Πβ. αποτρέπω. 2. ΣΤΡΑΤ. ανακόπτω, αποκρούω· ειδικότ. εξαναγκάζω εχθρικό αεροσκάφος ή βλήμα σε αλλαγή πορείας: ~σαν την εισβολή. Ο εχθρικός πύραυλος ~στηκε. Πβ. σταματώ. [< αρχ ἀναχαιτίζω, γαλλ. intercepter]
3566αναχαίτιση[ἀναχαίτιση] α-να-χαί-τι-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναχαιτίζω: (μτφ.) ~ της ακρίβειας/της ανεργίας/του κινδύνου. Πβ. συγκράτηση.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ κινούμενου στόχου/πυραύλων. Αναγνώριση-~ αεροσκαφών που παραβιάζουν τον εθνικό εναέριο χώρο. Συστήματα ~ης. Πβ. ανακοπή, ανάσχεση, αποτροπή.|| (ΑΘΛ.) ~ του αντιπάλου. Πβ. απόκρουση, παρεμπόδιση, σταμάτημα. [< μτγν. ἀναχαίτισις, γαλλ. interception]
3567αναχαιτιστικό[ἀναχαιτιστικό] α-να-χαι-τι-στι-κό ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. πολεμικό αεροσκάφος που πραγματοποιεί αναχαιτίσεις εχθρικών μαχητικών: ~-βομβαρδιστικό. Βλ. αεράμυνα. [< αγγλ. interceptor, 1930, γαλλ. intercepteur, 1950]
3568αναχαιτιστικός, ή, ό [ἀναχαιτιστικός] α-να-χαι-τι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναχαίτιση: ~ή: δύναμη/επίδραση/πολιτική. Κάτι διαδραματίζει/παίζει ~ό ρόλο στην ... Πβ. ανασταλτικός, ανασχετικός.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ό: αεροπλάνο/(αερο)σκάφος (= αναχαιτιστικό). ● επίρρ.: αναχαιτιστικά [< αγγλ. interceptive]
3569αναχάραξη[ἀναχάραξη] α-να-χά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.): εκ νέου χάραξη: ~ του ρυμοτομικού σχεδίου.|| (μτφ.) ~ της πολιτικής/των στόχων (= ανασχεδιασμός, (επ)ανακαθορισμός, επαναπροσδιορισμός). Βλ. επ~. [< αρχ. ἀναχάραξις ‘ξύσιμο, γδάρσιμο’]
3570αναχθείβλ. ανάγω
3571αναχρηματοδότηση[ἀναχρηματοδότηση] α-να-χρη-μα-το-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναχρηματοδοτώ: ~ των αναγκών (π.χ. του προϋπολογισμού)/δανείου/οφειλών/χρέους. Επιτόκιο ~ης. [< αγγλ. refund]
3572αναχρηματοδοτώ[ἀναχρηματοδοτῶ] α-να-χρη-μα-το-δο-τώ ρ. (μτβ.) {αναχρηματοδοτ-είς ... | αναχρηματοδότ-ησε, -είται, -ήθηκε}: ΟΙΚΟΝ. χορηγώ νέο δάνειο για εξόφληση παλαιότερου χρέους και γενικότ. χρηματοδοτώ εκ νέου: ~ δανεισμό. [< αγγλ. refund]
3573αναχρονία[ἀναχρονία] α-να-χρο-νί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΛΟΓΟΤ. χρονική µετατόπιση της αφήγησης είτε σε παρελθοντικό συμβάν (αναδρομή) είτε σε μελλοντικό γεγονός (πρόληψη, προοικονομία). Βλ. φλας-μπακ. [< αγγλ. anachrony]
3574αναχρονικός, ή, ό [ἀναχρονικός] α-να-χρο-νι-κός επίθ. 1. αναχρονιστικός: ~ό: πλαίσιο. ~ά: στοιχεία. 2. ΛΟΓΟΤ. που σχετίζεται με την αναχρονία: ~ή: εξιστόρηση. Ασυνεχής και ~ή αφήγηση. ● επίρρ.: αναχρονικά [< γαλλ. anachronique , αγγλ. anachronic]
3575αναχρονισμένος, η, ο [ἀναχρονισμένος] α-να-χρο-νι-σμέ-νος επίθ.: αναχρονιστικός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.