| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44616 | ρουκέτα | ρου-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. εκτοξευόμενο βλήμα· είδος πυροτεχνήματος: αντιαρματική/εμπρηστική ~. Έκρηξη ~ας. Επίθεση/χτύπημα με ~. Πβ. πύραυλος.|| ~α φωτοβολίδας. Πβ. βεγγαλικό. 2. (μτφ.-προφ.) ξαφνική και αναπάντεχη δήλωση: προεκλογική ~. 3. (νεαν. αργκό-μτφ.) εμετός: Αμολάει/πετάει/ρίχνει ~/~ες (= ξερνάει). Πβ. ξερατό. Βλ. -έτα. ● ΦΡ.: σαν βέλος/ρουκέτα/σαΐτα βλ. βέλος [< βεν. rocheta] | |
| 44617 | ρουκετοβόλος | , ος, ο ρου-κε-το-βό-λος επίθ. (λόγ.): που ρίχνει ρουκέτες: ~ο: όχημα/σύστημα. Βλ. -βόλος. ● Ουσ.: ρουκετοβόλο (το): όπλο εκτόξευσης ρουκετών. | |
| 44618 | ρούκι | ρού-κι ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: (προφ., κυρ. σε αθλητική διοργάνωση ή ομάδα) αρχάριος, πρωτάρης: Ο ~ του πρωταθλήματος/της χρονιάς. [< αμερικ. rookie] | |
| 44619 | ρουλεμάν | ρου-λε-μάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. μηχανικό εξάρτημα αποτελούμενο από δύο ομόκεντρους μεταλλικούς δακτυλίους, κατάλληλο για τη στήριξη περιστρεφόμενου άξονα και την ελάττωση της τριβής ανάμεσα σε κινούμενα τμήματα: ανοξείδωτο/κυλινδρικό/σφαιρικό ~. ~ στροφάλου/τιμονιού/τροχού/ώθησης. ~ με μπίλιες (= ένσφαιρο)/σφαιρίδια. Μεντεσέδες με ~. Πβ. έδρανο, ένσφαιρος τριβέας, κουζινέτο. [< γαλλ. roulement] | |
| 44620 | ρουλέτα | ρου-λέ-τα ουσ. (θηλ.): τυχερό παιχνίδι συνήθ. σε καζίνο, στο οποίο οι παίκτες στοιχηματίζουν σε ποια υποδοχή περιστρεφόμενου τροχού θα σταθεί μία μπίλια· η σχετική συσκευή: Ποντάρω/χάνω στη ~. Μάρκες/τραπέζι ~ας. Ο κρουπιέρης γυρίζει τη ~. Παίζω ~ στο διαδίκτυο/ονλάιν. Βλ. -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: ρώσικη ρουλέτα 1. επικίνδυνο παιχνίδι ή είδος μονομαχίας όπου κάθε παίκτης γυρίζει τον μύλο ενός περιστρόφου, το οποίο έχει συνήθ. μία μόνο σφαίρα, στρέφει την κάννη στον κρόταφό του και πατά τη σκανδάλη. 2. (μτφ.) κάθε ριψοκίνδυνη και απρόβλεπτη διαδικασία, μέσα από την οποία θα αναδειχθεί τελικά ο νικητής: η ~ των βολών/των πέναλτι. [< γαλλ. roulette russe, αγγλ. Russian roulette, 1937] [< γαλλ. roulette] | |
| 44621 | ρουμ σέρβις | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (προφ.) υπηρεσία δωματίου. Βλ. δωμάτιο. | |
| 44622 | ρουμάνι | ρου-μά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): δάσος, λόγγος. [< τουρκ. orman] | |
| 44623 | ρουμανικός | , ή, ό ρου-μα-νι-κός επίθ. & (προφ.) ρουμάνικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Ρουμανία ή/και τους Ρουμάνους. ● Ουσ.: Ρουμανικά & (προφ.) ρουμάνικα (τα) & (επίσ.) Ρουμανική (η): η ρουμανική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. [< γαλλ. roumain, 1836] | |
| 44624 | Ρουμάνος, Ρουμάνα | Ρου-μά-νος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Ρουμανία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη ρουμανική υπηκοότητα. [< γαλλ. Roumain, 1836] | |
| 44625 | Ρουμελιώτης, Ρουμελιώτισσα | Ρου-με-λι-ώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Ρούμελη. ΣΥΝ. Στερεοελλαδίτης, Στερεοελλαδίτισσα | |
| 44626 | ρουμελιώτικος | , η, ο ρου-με-λιώ-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη Ρούμελη ή/και τους Ρουμελιώτες. ΣΥΝ. στερεοελλαδίτικος | |
| 44627 | ρούμι | ρού-μι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. οινοπνευματώδες ποτό παραγόμενο με αλκοολική ζύμωση και απόσταξη χυμού ζαχαροκάλαμου ή μελάσας: κίτρινο/κόκκινο/λευκό (πβ. κασάσα)/μαύρο ~. Κοκτέιλ/σοκολάτα με ~. Βλ. μοχίτο.|| (ΖΑΧΑΡ.) Μπαμπάς με ~ (= σαβαρέν). [< ιταλ. rum, rumme < αγγλ. rum] | |
| 44628 | ρούμπα | ρού-μπα ουσ. (θηλ.): κουβανέζικος ζευγαρωτός χορός που χαρακτηρίζεται από απαλή, λικνιστική κίνηση των γοφών· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική και ο ρυθμός. Βλ. λάτιν, μάμπο, μπόσα νόβα, σάλσα, σάμπα, τάνγκο, τσα τσα. [< αμερικ.-ισπαν. rumba, 1912, γαλλ. ~, 1930] | |
| 44629 | ρουμπινέτο | ρου-μπι-νέ-το ουσ. (ουδ.) & ρουμπινές (ο) (λαϊκό): στρόφιγγα. Πβ. κάνουλα. [< γαλλ. robinet] | |
| 44630 | ρουμπινής | , ία, ί ρου-μπι-νής επίθ. & ρουμπινένιος, ια, ιο & ρουμπινί {άκλ.} (προφ.): που έχει το λαμπερό βαθυκόκκινο χρώμα του ρουμπινιού: ~ί: κρασί. ~ιές/~ί: αποχρώσεις. Βλ. ζαφειρένιος, περλέ, σμαραγδής. ● Ουσ.: ρουμπινί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. [< γαλλ. rubis] | |
| 44631 | ρουμπίνι | ρου-μπί-νι ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. πολύτιμος λίθος, κόκκινη ποικιλία του κορουνδίου: ακατέργαστο ~. Δαχτυλίδι/περιδέραιο με ~. Βλ. ζαφείρι. [< μεσν. ρουμπίνι < ιταλ. rubino, πληθ. rubini] | |
| 44632 | ρούμπος | [ροῦμπος] ρού-μπος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-προφ.) 1. βαθμός, συνήθ. σε παιδικά παιχνίδια. Πβ. πόντος. 2. ΝΑΥΤ. ανεμολόγιο. [< ιταλ. rombo] | |
| 44633 | ρουμπρίκα | ρου-μπρί-κα ουσ. (θηλ.) 1. τακτική στήλη εντύπου με συγκεκριμένο θέμα ή τίτλος άρθρου ενδεικτικός του περιεχομένου του: δισέλιδη/χιουμοριστική ~. ~ περιοδικού.|| Επισκεφθείτε τη ~ ... της ιστοσελίδας μας. 2. (σπάν.) διακοσμητικό σχέδιο στην αρχή, στο ενδιάμεσο ή στο τέλος των κεφαλαίων, συνήθ. βιβλίου. [< ιταλ. rubrica, γαλλ. rubrique] | |
| 44634 | ρουμπώνω | ρου-μπώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ρούμπω-σα, ρουμπών-οντας} (λαϊκό) 1. (μτφ.) αποστομώνω και γενικότ. υπερτερώ έναντι κάποιου: Δεν ήξερα τι να πω, με ~σε. Πβ. ταπώνω. 2. κερδίζω σε παιχνίδι, παίρνω πόντους. [< μεσν. *ρομβώνω] | |
| 44637 | ρουπάκι | ρου-πά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. είδος βελανιδιάς (επιστ. ονομασ. Quercus robur). [< μεσν. ρωπάκιον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ