| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44625 | Ρουμελιώτης, Ρουμελιώτισσα | Ρου-με-λι-ώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Ρούμελη. ΣΥΝ. Στερεοελλαδίτης, Στερεοελλαδίτισσα | |
| 44626 | ρουμελιώτικος | , η, ο ρου-με-λιώ-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τη Ρούμελη ή/και τους Ρουμελιώτες. ΣΥΝ. στερεοελλαδίτικος | |
| 44627 | ρούμι | ρού-μι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. οινοπνευματώδες ποτό παραγόμενο με αλκοολική ζύμωση και απόσταξη χυμού ζαχαροκάλαμου ή μελάσας: κίτρινο/κόκκινο/λευκό (πβ. κασάσα)/μαύρο ~. Κοκτέιλ/σοκολάτα με ~. Βλ. μοχίτο.|| (ΖΑΧΑΡ.) Μπαμπάς με ~ (= σαβαρέν). [< ιταλ. rum, rumme < αγγλ. rum] | |
| 44628 | ρούμπα | ρού-μπα ουσ. (θηλ.): κουβανέζικος ζευγαρωτός χορός που χαρακτηρίζεται από απαλή, λικνιστική κίνηση των γοφών· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική και ο ρυθμός. Βλ. λάτιν, μάμπο, μπόσα νόβα, σάλσα, σάμπα, τάνγκο, τσα τσα. [< αμερικ.-ισπαν. rumba, 1912, γαλλ. ~, 1930] | |
| 44629 | ρουμπινέτο | ρου-μπι-νέ-το ουσ. (ουδ.) & ρουμπινές (ο) (λαϊκό): στρόφιγγα. Πβ. κάνουλα. [< γαλλ. robinet] | |
| 44630 | ρουμπινής | , ία, ί ρου-μπι-νής επίθ. & ρουμπινένιος, ια, ιο & ρουμπινί {άκλ.} (προφ.): που έχει το λαμπερό βαθυκόκκινο χρώμα του ρουμπινιού: ~ί: κρασί. ~ιές/~ί: αποχρώσεις. Βλ. ζαφειρένιος, περλέ, σμαραγδής. ● Ουσ.: ρουμπινί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. [< γαλλ. rubis] | |
| 44631 | ρουμπίνι | ρου-μπί-νι ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. πολύτιμος λίθος, κόκκινη ποικιλία του κορουνδίου: ακατέργαστο ~. Δαχτυλίδι/περιδέραιο με ~. Βλ. ζαφείρι. [< μεσν. ρουμπίνι < ιταλ. rubino, πληθ. rubini] | |
| 44632 | ρούμπος | [ροῦμπος] ρού-μπος ουσ. (αρσ.) (σπάν.-προφ.) 1. βαθμός, συνήθ. σε παιδικά παιχνίδια. Πβ. πόντος. 2. ΝΑΥΤ. ανεμολόγιο. [< ιταλ. rombo] | |
| 44633 | ρουμπρίκα | ρου-μπρί-κα ουσ. (θηλ.) 1. τακτική στήλη εντύπου με συγκεκριμένο θέμα ή τίτλος άρθρου ενδεικτικός του περιεχομένου του: δισέλιδη/χιουμοριστική ~. ~ περιοδικού.|| Επισκεφθείτε τη ~ ... της ιστοσελίδας μας. 2. (σπάν.) διακοσμητικό σχέδιο στην αρχή, στο ενδιάμεσο ή στο τέλος των κεφαλαίων, συνήθ. βιβλίου. [< ιταλ. rubrica, γαλλ. rubrique] | |
| 44634 | ρουμπώνω | ρου-μπώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ρούμπω-σα, ρουμπών-οντας} (λαϊκό) 1. (μτφ.) αποστομώνω και γενικότ. υπερτερώ έναντι κάποιου: Δεν ήξερα τι να πω, με ~σε. Πβ. ταπώνω. 2. κερδίζω σε παιχνίδι, παίρνω πόντους. [< μεσν. *ρομβώνω] | |
| 44637 | ρουπάκι | ρου-πά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΒΟΤ. είδος βελανιδιάς (επιστ. ονομασ. Quercus robur). [< μεσν. ρωπάκιον] | |
| 44638 | ρούπι | ρού-πι ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. παλιά μονάδα μήκους ίση με 0,0825 μέτρα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: δεν κάνω/δεν το κουνάω ρούπι (προφ.): δεν απομακρύνομαι από τη θέση μου· δεν μετακινούμαι ούτε στο ελάχιστο από τις απόψεις μου: ~ει ~ από κοντά της/από το σπίτι. ~ ~ (= δεν φεύγω), αν δεν έρθει.|| (μτφ.) Δεν έκανε ~ πίσω, αν και ήξερε ότι έχει άδικο. [< τουρκ. rup] | |
| 44639 | ρουπία | ρου-πί-α ουσ. (θηλ.): νομισματική μονάδα χωρών της Ασίας: ινδική/ινδονησιακή/πακιστανική ~. [< αγγλ. rupee] | |
| 44640 | ρους | [ῥοῦς] ουσ. (αρσ.) {γεν. ρου, αιτ. ρου} (λόγ.) ΣΥΝ. ροή 1. ρεύμα νερού: ο ~ του ποταμού. 2. (μτφ.) πορεία, εξέλιξη: ο ~ των γεγονότων/της ζωής. Αλλαγή του ρου της ιστορίας. [< 1: αρχ. ῥοῦς] | |
| 44641 | ρούσικος | , η, ο βλ. ρωσικός | |
| 44642 | ρούσος | , α, ο [ῥοῦσος] ρού-σος επίθ. (λαϊκό): που έχει ξανθοκόκκινα μαλλιά ή κοκκινωπό τρίχωμα. Πβ. πυρόξανθος. [< μτγν. ῥούσιος] | |
| 44643 | ρουστίκ | ρου-στίκ επίθ. {άκλ.}: χωριάτικο ή αγροτικό στιλ διακόσμησης: ~ έπιπλα/παράθυρα.|| (ως ουσ.) Το ~. [< γαλλ. rustique] | |
| 44644 | ρουσφέτι | ρου-σφέ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): εξυπηρέτηση πολιτικού σε ψηφοφόρους με αντάλλαγμα την εκλογική του υποστήριξη· κατ' επέκτ. κάθε εκδούλευση: οικονομικό/πελατειακό/προεκλογικό ~. ~ια και λαδώματα. Ζητώ/κάνω ~. Πήρε τη θέση με ~. ● Υποκ.: ρουσφετάκι (το) [< μεσν. ρουσφέτι < τουρκ. rüşvet] | |
| 44645 | ρουσφετολογία | ρου-σφε-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η πρακτική της υπόσχεσης και παροχής ρουσφετιών: πελατειακές σχέσεις/χρηματισμός και ~. Βλ. αναξιοκρατία, διαφθορά, -λογία. | |
| 44646 | ρουσφετολογικός | , ή, ό ρου-σφε-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ρουσφέτι: ~ός: διορισμός. ~ή: νοοτροπία/πολιτική. ~ό: σύστημα. ~ές: προσλήψεις. Πβ. πελατειακός. ● επίρρ.: ρουσφετολογικά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ