| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44647 | ρουσφετολόγος | ρου-σφε-το-λό-γος επίθ./ουσ.: άτομο που υπόσχεται, κάνει ή επιδιώκει ρουσφέτια. Βλ. -λόγος. | |
| 44648 | ρούτερ | ρού-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. δρομολογητής. ● Υποκ.: ρουτεράκι (το) | |
| 44649 | ρουτίλιο | ρου-τί-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό διοξείδιο του τιτανίου: συνθετικό/φυσικό ~. [< γαλλ. rutile] | |
| 44650 | ρουτίνα | ρου-τί-να ουσ. (θηλ.) 1. συχνή επανάληψη δραστηριότητας, που γίνεται αυτόματα, τυποποιημένα ή μονότονα: βαρετή/ευχάριστη/καθημερινή/κουραστική ~. Η ~ του γάμου/της συμβίωσης/του σχολείου. Η μιζέρια της ~ας. Βγαίνω από τη ~ της καθημερινότητας. Επιστρέφω στη ~ της δουλειάς. Έχουμε πέσει στη ~ (πβ. ανία, πλήξη). Απόδραση από τη ~. Πβ. μαγγανοπήγαδο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. καθορισμένη σειρά εντολών για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας: ~ ανίχνευσης (σφαλμάτων)/ελέγχου. Βλ. υπο~. ● ρουτίνας: που γίνεται κατά συνήθεια ή επανάληψη, για τυπικούς λόγους: αγώνας/άσκηση/έλεγχος/(ιατρική) εξέταση/επίσκεψη/εργασία/υπόθεση ~. Εγχείρηση ~ (: απλή, εύκολη). ● ΦΡ.: σπάω τη ρουτίνα (προφ.): ξεφεύγω από τη μονοτονία. [< 1: γαλλ. routine 2: αγγλ. ~, 1945] | |
| 44651 | ρουτίνη | ρου-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κιτρινωπή κρυσταλλική ουσία, γνωστή ως βιταμίνη Ρ (σύμβ. C27H30O16) που βρίσκεται κυρ. στα φύλλα του απήγανου και μειώνει την αρτηριακή πίεση: Η ~ έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Βλ. γλυκοσίδες, -ίνη, φλαβονοειδή. [< αγγλ. rutin] | |
| 44652 | ρουτινιάρης, ρουτινιάρα | ρου-τι-νιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): άτομο που ακολουθεί μια ρουτίνα, επαναλαμβάνει κάτι μηχανικά, βαρετός. Βλ. -ιάρης. | |
| 44653 | ρουτινιάρικος | , η, ο ρου-τι-νιά-ρι-κος επίθ. & (σπάν.) ρουτινιέρικος (προφ.): που σχετίζεται με τη ρουτίνα: ~ος: ρόλος. ~η: διαδικασία/δουλειά (πβ. μηχανικός, τυποποιημένος)/ζωή/συζήτηση. Πβ. ανιαρός, βαρετός, μονότονος, πληκτικός. ● επίρρ.: ρουτινιάρικα & ρουτινιέρικα [< γαλλ. routinier] | |
| 44654 | ρουφ γκάρντεν | ρουφ γκάρ-ντεν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κήπος στην ταράτσα ξενοδοχείου με ωραία θέα: εστιατόριο/μπαρ στο ~. ~ με πισίνα. [< αγγλ. roof garden] | |
| 44655 | ρουφάω | βλ. ρουφώ | |
| 44656 | ρούφηγμα | ρού-φηγ-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρουφώ: το ~ του αέρα (πβ. εισπνοή)/του καπνού/της μύτης. ~ με καλαμάκι.|| ~ της κοιλιάς.|| (σπάν.) ~ της σκόνης (από την ηλεκτρική σκούπα· πβ. απορρόφηση). Πβ. μύζηση, τράβηγμα. ΣΥΝ. ρόφηση (2) | |
| 44657 | ρουφηξιά | ρου-φη-ξιά ουσ. (θηλ.) 1. ρούφηγμα. 2. (συνεκδ.) ποσότητα που μπορεί να ρουφηχτεί κάθε φορά: Ήπιε μια ~ καφέ (ΣΥΝ. γουλιά).|| ~ τσιγάρου. Τράβηξε μια (γερή/τελευταία) ~ από το πούρο του (ΣΥΝ. τζούρα). ● ΦΡ.: με μια ρουφηξιά: μονορούφι: Άδειασε το ποτήρι ~ ~.|| (μτφ.) Το βιβλίο διαβάζεται ~ ~. Πβ. διαμιάς, μονοκοπανιά, μονομιάς. | |
| 44658 | ρουφηχτός | , ή, ό ρου-φη-χτός επίθ. (προφ.): που τρώγεται ή γίνεται με ρούφηγμα: ~ό: αβγό.|| ~ό: φιλί. ● επίρρ.: ρουφηχτά | |
| 44659 | ρουφήχτρα | ρου-φή-χτρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. δίνη νερού· ό,τι μοιάζει με αυτή: θαλάσσια ~. Πβ. ρούφουλας, υδροστρόβιλος.|| Διαστημική ~. Πβ. μαύρη τρύπα.|| (μτφ.) ~ες που απομυζούν τον δημόσιο πλούτο. 2. (παλαιότ.-μτφ.-ειρων.) μπεκρής, πότης. | |
| 44660 | ρουφιάνα | ρου-φιά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-υβριστ.): γυναίκα που δεν φέρεται έντιμα, που ραδιουργεί: Τι μου έκανε η ~!|| (ως επίθ.) ~: ζωή/κοινωνία. Πβ. κουφάλα, πουτάνα. [< μεσν. ρουφιάνα < ιταλ. rouffiana] | |
| 44661 | ρουφιανεύω | ρου-φια-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {ρουφιάν-εψα, ρουφιανεύ-οντας} (λαϊκό): κάνω ρουφιανιά, διαβάλλω, προδίδω κάποιον: ~ουν ο ένας τον άλλο. Μας ~εψε στο αφεντικό. Πβ. καρφώνω, καταδίδω, συκοφαντώ. [< μεσν. ρουφιανεύω] | |
| 44662 | ρουφιανιά | ρου-φια-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κατάδοση, συκοφαντία: ανώνυμη ~. Χαφιεδισμός και ~. Πβ. διαβολή, κάρφωμα, σπιουνιά. [< μεσν. ρουφιανιά] | |
| 44663 | ρουφιάνος | ρου-φιά-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μειωτ.) πρόσωπο που συκοφαντεί, προδίδει κάποιον ή κάτι: ~ της αστυνομίας (πβ. πληροφοριοδότης)/του γραφείου. Ο ~ τα ξεφούρνισε όλα. Πβ. καρφί, καταδότης, σπιούνος, τσάτσος, χαφιές. Βλ. δωσίλογος, καλοθελητής, μαρτυριάρης.|| (υβριστ.) Δεν τον εμπιστεύομαι τον ~ο! 2. (σπάν.) προαγωγός, μαστροπός. [< μεσν. ρουφιάνος < ιταλ. ruffiano] | |
| 44664 | ρούφουλας | ρού-φου-λας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ανεμοστρόβιλος. 2. ρουφήχτρα, δίνη νερού. Βλ. -ουλας. | |
| 44665 | ρουφώ | [ρουφῶ] ρου-φώ ρ. (μτβ.) {ρουφ-ά κ. -άει ... | ρούφ-ηξα, -ιέται, -ήχτηκε, -ηγμένος, -ώντας} & ρουφάω 1. καταπίνω μικρή ποσότητα υγρού, εισπνέοντας βαθιά και κλείνοντας ελαφρά τα χείλη: ~άει τη σούπα της. ~ηξε μια γουλιά καφέ/τον χυμό (με το καλαμάκι). Το μωρό ~ούσε το γάλα λαίμαργα. Πβ. πίνω.|| (κατ' επέκτ.) Οι μέλισσες ~ούν το νέκταρ των λουλουδιών. Πβ. απομυζώ. 2. εισπνέω· ειδικότ. πιέζω, τραβώ προς τα μέσα: ~ηξε τον (καθαρό) αέρα/τον καπνό/μια τζούρα. ~ηξε τη μύτη του.|| ~ την κοιλιά μου. ~ηγμένα: μάγουλα (: πολύ αδυνατισμένα). 3. (μτφ.-προφ.) αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε κάτι που ακούω ή διαβάζω: Τα παιδιά ~ούσαν κάθε λέξη μας. Το μυθιστόρημά του με συνεπήρε, το ~ηξα. Βλ. αφομοιώνω. 4. (μτφ.) εξαντλώ κάποιον σωματικά ή ψυχολογικά: Έχει ~ήξει όλη μου τη δύναμη/την ενέργεια/τη ζωντάνια. Πβ. καταπονώ, ξεζουμίζω. 5. (μτφ.-προφ.) κλέβω: ~ηξαν τα λεφτά. Πβ. καταχρώμαι, υπεξαιρώ. 6. (αργκό ποδοσφαίρου) δέχομαι γκολ. Πβ. τρώω. ● ρουφά & ρουφάει (μτφ.): απορροφά: Η ηλεκτρική σκούπα ~ τη σκόνη. Το χώμα ~ηξε τη βροχή. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αφήνουμε το ρύζι να ~ήξει το ζουμί.|| (λογοτ.) Τους ~ηξε η θάλασσα (: τους τράβηξε στον βυθό, πνίγηκαν). ● ΦΡ.: ρούφα τ' αβγό σου (αργκό-μειωτ.): μη μιλάς, μην επεμβαίνεις. Πβ. κάθομαι στ' αβγά μου., ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου & τρώει το μεδούλι κάποιου (μτφ.-προφ.): τον εκμεταλλεύεται στυγνά., πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι βλ. σφουγγάρι, τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο βλ. βιβλίο [< μεσν. ρουφώ] | |
| 44666 | ρουχάδικο | ρου-χά-δι-κο ουσ. & (σπάν.) ρουχαλάδικο (λαϊκό): κατάστημα ρούχων. Βλ. -άδικο, παπουτσάδικο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ