| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44638 | ρούπι | ρού-πι ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. παλιά μονάδα μήκους ίση με 0,0825 μέτρα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: δεν κάνω/δεν το κουνάω ρούπι (προφ.): δεν απομακρύνομαι από τη θέση μου· δεν μετακινούμαι ούτε στο ελάχιστο από τις απόψεις μου: ~ει ~ από κοντά της/από το σπίτι. ~ ~ (= δεν φεύγω), αν δεν έρθει.|| (μτφ.) Δεν έκανε ~ πίσω, αν και ήξερε ότι έχει άδικο. [< τουρκ. rup] | |
| 44639 | ρουπία | ρου-πί-α ουσ. (θηλ.): νομισματική μονάδα χωρών της Ασίας: ινδική/ινδονησιακή/πακιστανική ~. [< αγγλ. rupee] | |
| 44640 | ρους | [ῥοῦς] ουσ. (αρσ.) {γεν. ρου, αιτ. ρου} (λόγ.) ΣΥΝ. ροή 1. ρεύμα νερού: ο ~ του ποταμού. 2. (μτφ.) πορεία, εξέλιξη: ο ~ των γεγονότων/της ζωής. Αλλαγή του ρου της ιστορίας. [< 1: αρχ. ῥοῦς] | |
| 44641 | ρούσικος | , η, ο βλ. ρωσικός | |
| 44642 | ρούσος | , α, ο [ῥοῦσος] ρού-σος επίθ. (λαϊκό): που έχει ξανθοκόκκινα μαλλιά ή κοκκινωπό τρίχωμα. Πβ. πυρόξανθος. [< μτγν. ῥούσιος] | |
| 44643 | ρουστίκ | ρου-στίκ επίθ. {άκλ.}: χωριάτικο ή αγροτικό στιλ διακόσμησης: ~ έπιπλα/παράθυρα.|| (ως ουσ.) Το ~. [< γαλλ. rustique] | |
| 44644 | ρουσφέτι | ρου-σφέ-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): εξυπηρέτηση πολιτικού σε ψηφοφόρους με αντάλλαγμα την εκλογική του υποστήριξη· κατ' επέκτ. κάθε εκδούλευση: οικονομικό/πελατειακό/προεκλογικό ~. ~ια και λαδώματα. Ζητώ/κάνω ~. Πήρε τη θέση με ~. ● Υποκ.: ρουσφετάκι (το) [< μεσν. ρουσφέτι < τουρκ. rüşvet] | |
| 32681 | ρουσφέτι | μπέ-μπε-λη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ιλαρά· κυρ. στη ● ΦΡ.: βγάζω την ιλαρά/τη(ν) μπέμπελη βλ. ιλαρά [< σλαβ. pepel] | |
| 44645 | ρουσφετολογία | ρου-σφε-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): η πρακτική της υπόσχεσης και παροχής ρουσφετιών: πελατειακές σχέσεις/χρηματισμός και ~. Βλ. αναξιοκρατία, διαφθορά, -λογία. | |
| 44646 | ρουσφετολογικός | , ή, ό ρου-σφε-το-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ρουσφέτι: ~ός: διορισμός. ~ή: νοοτροπία/πολιτική. ~ό: σύστημα. ~ές: προσλήψεις. Πβ. πελατειακός. ● επίρρ.: ρουσφετολογικά | |
| 44647 | ρουσφετολόγος | ρου-σφε-το-λό-γος επίθ./ουσ.: άτομο που υπόσχεται, κάνει ή επιδιώκει ρουσφέτια. Βλ. -λόγος. | |
| 44648 | ρούτερ | ρού-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. δρομολογητής. ● Υποκ.: ρουτεράκι (το) | |
| 44649 | ρουτίλιο | ρου-τί-λι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό διοξείδιο του τιτανίου: συνθετικό/φυσικό ~. [< γαλλ. rutile] | |
| 44650 | ρουτίνα | ρου-τί-να ουσ. (θηλ.) 1. συχνή επανάληψη δραστηριότητας, που γίνεται αυτόματα, τυποποιημένα ή μονότονα: βαρετή/ευχάριστη/καθημερινή/κουραστική ~. Η ~ του γάμου/της συμβίωσης/του σχολείου. Η μιζέρια της ~ας. Βγαίνω από τη ~ της καθημερινότητας. Επιστρέφω στη ~ της δουλειάς. Έχουμε πέσει στη ~ (πβ. ανία, πλήξη). Απόδραση από τη ~. Πβ. μαγγανοπήγαδο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. καθορισμένη σειρά εντολών για την εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας: ~ ανίχνευσης (σφαλμάτων)/ελέγχου. Βλ. υπο~. ● ρουτίνας: που γίνεται κατά συνήθεια ή επανάληψη, για τυπικούς λόγους: αγώνας/άσκηση/έλεγχος/(ιατρική) εξέταση/επίσκεψη/εργασία/υπόθεση ~. Εγχείρηση ~ (: απλή, εύκολη). ● ΦΡ.: σπάω τη ρουτίνα (προφ.): ξεφεύγω από τη μονοτονία. [< 1: γαλλ. routine 2: αγγλ. ~, 1945] | |
| 44651 | ρουτίνη | ρου-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κιτρινωπή κρυσταλλική ουσία, γνωστή ως βιταμίνη Ρ (σύμβ. C27H30O16) που βρίσκεται κυρ. στα φύλλα του απήγανου και μειώνει την αρτηριακή πίεση: Η ~ έχει αντιοξειδωτικές ιδιότητες. Βλ. γλυκοσίδες, -ίνη, φλαβονοειδή. [< αγγλ. rutin] | |
| 44652 | ρουτινιάρης, ρουτινιάρα | ρου-τι-νιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): άτομο που ακολουθεί μια ρουτίνα, επαναλαμβάνει κάτι μηχανικά, βαρετός. Βλ. -ιάρης. | |
| 44653 | ρουτινιάρικος | , η, ο ρου-τι-νιά-ρι-κος επίθ. & (σπάν.) ρουτινιέρικος (προφ.): που σχετίζεται με τη ρουτίνα: ~ος: ρόλος. ~η: διαδικασία/δουλειά (πβ. μηχανικός, τυποποιημένος)/ζωή/συζήτηση. Πβ. ανιαρός, βαρετός, μονότονος, πληκτικός. ● επίρρ.: ρουτινιάρικα & ρουτινιέρικα [< γαλλ. routinier] | |
| 44654 | ρουφ γκάρντεν | ρουφ γκάρ-ντεν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κήπος στην ταράτσα ξενοδοχείου με ωραία θέα: εστιατόριο/μπαρ στο ~. ~ με πισίνα. [< αγγλ. roof garden] | |
| 44655 | ρουφάω | βλ. ρουφώ | |
| 44656 | ρούφηγμα | ρού-φηγ-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρουφώ: το ~ του αέρα (πβ. εισπνοή)/του καπνού/της μύτης. ~ με καλαμάκι.|| ~ της κοιλιάς.|| (σπάν.) ~ της σκόνης (από την ηλεκτρική σκούπα· πβ. απορρόφηση). Πβ. μύζηση, τράβηγμα. ΣΥΝ. ρόφηση (2) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ