| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44658 | ρουφηχτός | , ή, ό ρου-φη-χτός επίθ. (προφ.): που τρώγεται ή γίνεται με ρούφηγμα: ~ό: αβγό.|| ~ό: φιλί. ● επίρρ.: ρουφηχτά | |
| 44659 | ρουφήχτρα | ρου-φή-χτρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. δίνη νερού· ό,τι μοιάζει με αυτή: θαλάσσια ~. Πβ. ρούφουλας, υδροστρόβιλος.|| Διαστημική ~. Πβ. μαύρη τρύπα.|| (μτφ.) ~ες που απομυζούν τον δημόσιο πλούτο. 2. (παλαιότ.-μτφ.-ειρων.) μπεκρής, πότης. | |
| 44660 | ρουφιάνα | ρου-φιά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-υβριστ.): γυναίκα που δεν φέρεται έντιμα, που ραδιουργεί: Τι μου έκανε η ~!|| (ως επίθ.) ~: ζωή/κοινωνία. Πβ. κουφάλα, πουτάνα. [< μεσν. ρουφιάνα < ιταλ. rouffiana] | |
| 44661 | ρουφιανεύω | ρου-φια-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {ρουφιάν-εψα, ρουφιανεύ-οντας} (λαϊκό): κάνω ρουφιανιά, διαβάλλω, προδίδω κάποιον: ~ουν ο ένας τον άλλο. Μας ~εψε στο αφεντικό. Πβ. καρφώνω, καταδίδω, συκοφαντώ. [< μεσν. ρουφιανεύω] | |
| 44662 | ρουφιανιά | ρου-φια-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κατάδοση, συκοφαντία: ανώνυμη ~. Χαφιεδισμός και ~. Πβ. διαβολή, κάρφωμα, σπιουνιά. [< μεσν. ρουφιανιά] | |
| 44663 | ρουφιάνος | ρου-φιά-νος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μειωτ.) πρόσωπο που συκοφαντεί, προδίδει κάποιον ή κάτι: ~ της αστυνομίας (πβ. πληροφοριοδότης)/του γραφείου. Ο ~ τα ξεφούρνισε όλα. Πβ. καρφί, καταδότης, σπιούνος, τσάτσος, χαφιές. Βλ. δωσίλογος, καλοθελητής, μαρτυριάρης.|| (υβριστ.) Δεν τον εμπιστεύομαι τον ~ο! 2. (σπάν.) προαγωγός, μαστροπός. [< μεσν. ρουφιάνος < ιταλ. ruffiano] | |
| 44664 | ρούφουλας | ρού-φου-λας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ανεμοστρόβιλος. 2. ρουφήχτρα, δίνη νερού. Βλ. -ουλας. | |
| 44665 | ρουφώ | [ρουφῶ] ρου-φώ ρ. (μτβ.) {ρουφ-ά κ. -άει ... | ρούφ-ηξα, -ιέται, -ήχτηκε, -ηγμένος, -ώντας} & ρουφάω 1. καταπίνω μικρή ποσότητα υγρού, εισπνέοντας βαθιά και κλείνοντας ελαφρά τα χείλη: ~άει τη σούπα της. ~ηξε μια γουλιά καφέ/τον χυμό (με το καλαμάκι). Το μωρό ~ούσε το γάλα λαίμαργα. Πβ. πίνω.|| (κατ' επέκτ.) Οι μέλισσες ~ούν το νέκταρ των λουλουδιών. Πβ. απομυζώ. 2. εισπνέω· ειδικότ. πιέζω, τραβώ προς τα μέσα: ~ηξε τον (καθαρό) αέρα/τον καπνό/μια τζούρα. ~ηξε τη μύτη του.|| ~ την κοιλιά μου. ~ηγμένα: μάγουλα (: πολύ αδυνατισμένα). 3. (μτφ.-προφ.) αφοσιώνομαι ολοκληρωτικά σε κάτι που ακούω ή διαβάζω: Τα παιδιά ~ούσαν κάθε λέξη μας. Το μυθιστόρημά του με συνεπήρε, το ~ηξα. Βλ. αφομοιώνω. 4. (μτφ.) εξαντλώ κάποιον σωματικά ή ψυχολογικά: Έχει ~ήξει όλη μου τη δύναμη/την ενέργεια/τη ζωντάνια. Πβ. καταπονώ, ξεζουμίζω. 5. (μτφ.-προφ.) κλέβω: ~ηξαν τα λεφτά. Πβ. καταχρώμαι, υπεξαιρώ. 6. (αργκό ποδοσφαίρου) δέχομαι γκολ. Πβ. τρώω. ● ρουφά & ρουφάει (μτφ.): απορροφά: Η ηλεκτρική σκούπα ~ τη σκόνη. Το χώμα ~ηξε τη βροχή. (ΜΑΓΕΙΡ.) Αφήνουμε το ρύζι να ~ήξει το ζουμί.|| (λογοτ.) Τους ~ηξε η θάλασσα (: τους τράβηξε στον βυθό, πνίγηκαν). ● ΦΡ.: ρούφα τ' αβγό σου (αργκό-μειωτ.): μη μιλάς, μην επεμβαίνεις. Πβ. κάθομαι στ' αβγά μου., ρουφάει/πίνει το αίμα/το μεδούλι κάποιου & τρώει το μεδούλι κάποιου (μτφ.-προφ.): τον εκμεταλλεύεται στυγνά., πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι βλ. σφουγγάρι, τρώω/καταβροχθίζω/ρουφάω ένα βιβλίο βλ. βιβλίο [< μεσν. ρουφώ] | |
| 44666 | ρουχάδικο | ρου-χά-δι-κο ουσ. & (σπάν.) ρουχαλάδικο (λαϊκό): κατάστημα ρούχων. Βλ. -άδικο, παπουτσάδικο. | |
| 44667 | ρουχισμός | ρου-χι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σύνολο ρούχων ορισμένης κατηγορίας: αθλητικός/γυναικείος/ιατρικός/οικιακός/ορειβατικός/ποδηλατικός/προστατευτικός/στρατιωτικός/χειμερινός/χιονοδρομικός ~. Είδη/καταστήματα (= ρουχάδικα) ~ού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ιματισμός (1) | |
| 44668 | ρούχλα | ρού-χλα ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): τεμπελιά· μεθύσι. Βλ. ρέκλα. | |
| 44669 | ρούχο | [ροῦχο] ρού-χο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οτιδήποτε φορά κάποιος για να καλύψει, να ζεστάνει ή και να στολίσει το σώμα του και κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα που έχει φτιαχτεί για οικιακή ή προσωπική χρήση, συνήθ. πετσέτες και κλινοσκεπάσματα: ανδρικά/βαμβακερά/βαριά/βραδινά/γυναικεία/δερμάτινα/επίσημα/επώνυμα/ζεστά/ισοθερμικά/καθημερινά/καλοκαιρινά/λεπτά/λευκά/λινά/μάλλινα/μεταξωτά/μεταχειρισμένα/μονοκόμματα/μοντέρνα/νεανικά/οικολογικά/παραδοσιακά/πλεκτά/πρόχειρα/σκούρα/συνθετικά/συντηρητικά/χειμωνιάτικα ~α. Αγορά/γραμμή/ετικέτα/μαγαζί (= ρουχάδικο)/μάρκα/μέγεθος/ποιότητα/ραφή/σετ/σχεδιασμός/τιμή/φίρμα ~ων. Αλλάζω ~α. Βάζω/βγάζω τα ~α μου. Κονταίνω/μεταποιώ (ένα) ~. Πήρα μαζί μου μια αλλαξιά ~α.|| (μτφ.) Δεν έχει ~α να φορέσει (: είναι πολύ φτωχός). Πβ. ένδυμα. Βλ. εσώρουχα, μπλούζα, μπουφάν, παλτό, παντελόνι, πουκάμισο, σακάκι, στολή, φορεσιά.|| Άπλυτα ~α. Απορρυπαντικό/(στεγνό) καθάρισμα/μαλακτικό/πλυντήριο/σχοινί (απλώματος) ~ων. Απλώστρα/λεκάνη με ~α. Απλώνω/μουλιάζω/πλένω/σιδερώνω/στεγνώνω τα ~α. Βλ. ασπρόρουχα, χρωματιστά. ● ρούχα (τα) 1. αμφίεση, ντύσιμο: η μόδα στα ~. Διαλέξτε τα ~ που σας ταιριάζουν. Πβ. ενδυμασία, ένδυση, περιβολή. 2. ρουχισμός: αθλητικά/στρατιωτικά ~. ~ γυμναστικής/δουλειάς/χορού. ~ (κατάλληλα) για το καλοκαίρι/τον χειμώνα. ~ για εγκύους/εύσωμες. Βιομηχανία/βιοτεχνία/εμπόριο/πρατήριο έτοιμων ~ων.|| Δραστηριοποιείται στον χώρο του παιδικού ~ου. ● Υποκ.: ρουχαλάκι & ρουχάκι (το): Τα ρουχαλάκια του μωρού. [< μεσν. ρουχαλάκι, ρουχάκι] ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικά εσώρουχα/ρούχα βλ. θερμικός ● ΦΡ.: βγαίνω/με βγάζει από τα ρούχα μου (μτφ.-προφ.): γίνομαι έξαλλος· κάτι με εκνευρίζει: Πραγματικά βγαίνω ~, όταν ακούω τέτοια ψέματα. Πβ. εξοργίζομαι.|| Με βγάζει ~ η αναιθησία ορισμένων. Βλ. έξω φρενών., έχει τα ρούχα της (μτφ.-προφ.): (για γυναίκα που) έχει εμμηνόρροια και κατ' επέκτ. είναι ευέξαπτη και ιδιότροπη., τρώγεται με τα ρούχα του (μτφ.-προφ.): δυσανασχετεί, γκρινιάζει με οτιδήποτε, χωρίς ουσιαστικό λόγο. ΣΥΝ. δεν ξέρει τι του φταίει, φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά/όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά (παροιμ.): πρέπει να παίρνεις τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μη χάσεις τα πάντα σε δύσκολες περιστάσεις., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς βλ. αλλάζω, δίνω αέρα σε κάποιο ρούχο βλ. αέρας, σκίζω τα ρούχα μου βλ. σκίζω [< μεσν. ρούχο < υστερολατινικό roccus] | |
| 44670 | ρόφημα | [ῥόφημα] ρό-φη-μα ουσ. (ουδ.): υγρό παρασκεύασμα που πίνεται ζεστό ή κρύο: αναζωογονητικό/ενεργειακό/ισοτονικό/καυτό/παγωμένο (πβ. γρανίτα)/πρωινό/πρωτεϊνικό/στιγμιαίο/τονωτικό ~. ~ κακάο/σόγιας/σοκολάτας. ~ με γάλα/ζάχαρη/κανέλα. Δροσιστικό ~ καρύδας/φρούτων (= φρουτοχυμός). Πβ. αφέψημα, ζεστό. Βλ. καφές, τσάι. [< πβ. αρχ. ῥόφημα ‘χυλός’, γαλλ. infusion] | |
| 44671 | ρόφηση | [ῥόφηση] ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. συγκέντρωση στην επιφάνεια ή τη μάζα σώματος ξένων προς αυτό μορίων ή ιόντων και διείσδυσή τους σε αυτό: ~ αερίων. Διάχυση και ~. Βλ. απορρόφηση, εκ~, προσ~. 2. (λόγ.) ρούφηγμα. [< 1: αγγλ. sorption, 1909, 2: αρχ. ῥόφησις] | |
| 44672 | ροφός | ρο-φός ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεγαλόσωμο εδώδιμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Epinephelus marginatus ή guaza), με μεγάλο κεφάλι, καφετί χρώμα και ανοιχτόχρωμες κηλίδες, το οποίο σχηματίζει θαλάμια σε βραχώδεις βυθούς. Βλ. πατόψαρο, περκόμορφα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ σούπα.|| (μτφ.-ειρων.) Έχει το βλέμμα του ~ού (: άδειο, απλανές). ● Υποκ.: ροφουδάκι [< μεσν. ροφός< μτγν. ὀρφός < αρχ. ὀρφώς] | |
| 44673 | ροχάλα | ρο-χά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φλέγμα, πτύελα: Ρίχνω μια ~. Πβ. πτύσμα, φτυσιά, χλεμπόνα, χλέπα.|| (μτφ.) Είναι για πολλές ~ες (= σφαλιάρες· πβ. φτύσιμο). | |
| 44674 | ροχαλητό | ρο-χα-λη-τό ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του ροχαλίζω: βαρύ/δυνατό/έντονο/επικίνδυνο (: για την υγεία) ~. Με ξύπνησε το ~ του. Έριξε κάτι ~ά! Πβ. ρόγχος. Βλ. -ητό, υπνική άπνοια. ΣΥΝ. ροχάλισμα | |
| 44675 | ροχαλίζω | ρο-χα-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {ροχάλιζ-ε, ροχαλίζ-οντας, κυρ. στο ενεστ. θ.}: αναπνέω με θόρυβο κατά τον ύπνο: ~ει ελαφρά. ~ε του καλού καιρού (: κοιμόταν βαριά). ~ε και δεν με άφησε να κλείσω μάτι όλη νύχτα. [< μεσν. ροχαλίζω < μτγν. ῥογχαλίζω] | |
| 44676 | ροχάλισμα | ρο-χά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): ροχαλητό. | |
| 44677 | ρόχθος | ρό-χθος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): θορυβώδης ροή ορμητικών νερών: ο ~ των κυμάτων/του ποταμού. [< μτγν. ῥόχθος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ