| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44667 | ρουχισμός | ρου-χι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): σύνολο ρούχων ορισμένης κατηγορίας: αθλητικός/γυναικείος/ιατρικός/οικιακός/ορειβατικός/ποδηλατικός/προστατευτικός/στρατιωτικός/χειμερινός/χιονοδρομικός ~. Είδη/καταστήματα (= ρουχάδικα) ~ού. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ιματισμός (1) | |
| 44668 | ρούχλα | ρού-χλα ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): τεμπελιά· μεθύσι. Βλ. ρέκλα. | |
| 44669 | ρούχο | [ροῦχο] ρού-χο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: οτιδήποτε φορά κάποιος για να καλύψει, να ζεστάνει ή και να στολίσει το σώμα του και κατ' επέκτ. κάθε ύφασμα που έχει φτιαχτεί για οικιακή ή προσωπική χρήση, συνήθ. πετσέτες και κλινοσκεπάσματα: ανδρικά/βαμβακερά/βαριά/βραδινά/γυναικεία/δερμάτινα/επίσημα/επώνυμα/ζεστά/ισοθερμικά/καθημερινά/καλοκαιρινά/λεπτά/λευκά/λινά/μάλλινα/μεταξωτά/μεταχειρισμένα/μονοκόμματα/μοντέρνα/νεανικά/οικολογικά/παραδοσιακά/πλεκτά/πρόχειρα/σκούρα/συνθετικά/συντηρητικά/χειμωνιάτικα ~α. Αγορά/γραμμή/ετικέτα/μαγαζί (= ρουχάδικο)/μάρκα/μέγεθος/ποιότητα/ραφή/σετ/σχεδιασμός/τιμή/φίρμα ~ων. Αλλάζω ~α. Βάζω/βγάζω τα ~α μου. Κονταίνω/μεταποιώ (ένα) ~. Πήρα μαζί μου μια αλλαξιά ~α.|| (μτφ.) Δεν έχει ~α να φορέσει (: είναι πολύ φτωχός). Πβ. ένδυμα. Βλ. εσώρουχα, μπλούζα, μπουφάν, παλτό, παντελόνι, πουκάμισο, σακάκι, στολή, φορεσιά.|| Άπλυτα ~α. Απορρυπαντικό/(στεγνό) καθάρισμα/μαλακτικό/πλυντήριο/σχοινί (απλώματος) ~ων. Απλώστρα/λεκάνη με ~α. Απλώνω/μουλιάζω/πλένω/σιδερώνω/στεγνώνω τα ~α. Βλ. ασπρόρουχα, χρωματιστά. ● ρούχα (τα) 1. αμφίεση, ντύσιμο: η μόδα στα ~. Διαλέξτε τα ~ που σας ταιριάζουν. Πβ. ενδυμασία, ένδυση, περιβολή. 2. ρουχισμός: αθλητικά/στρατιωτικά ~. ~ γυμναστικής/δουλειάς/χορού. ~ (κατάλληλα) για το καλοκαίρι/τον χειμώνα. ~ για εγκύους/εύσωμες. Βιομηχανία/βιοτεχνία/εμπόριο/πρατήριο έτοιμων ~ων.|| Δραστηριοποιείται στον χώρο του παιδικού ~ου. ● Υποκ.: ρουχαλάκι & ρουχάκι (το): Τα ρουχαλάκια του μωρού. [< μεσν. ρουχαλάκι, ρουχάκι] ● ΣΥΜΠΛ.: θερμικά εσώρουχα/ρούχα βλ. θερμικός ● ΦΡ.: βγαίνω/με βγάζει από τα ρούχα μου (μτφ.-προφ.): γίνομαι έξαλλος· κάτι με εκνευρίζει: Πραγματικά βγαίνω ~, όταν ακούω τέτοια ψέματα. Πβ. εξοργίζομαι.|| Με βγάζει ~ η αναιθησία ορισμένων. Βλ. έξω φρενών., έχει τα ρούχα της (μτφ.-προφ.): (για γυναίκα που) έχει εμμηνόρροια και κατ' επέκτ. είναι ευέξαπτη και ιδιότροπη., τρώγεται με τα ρούχα του (μτφ.-προφ.): δυσανασχετεί, γκρινιάζει με οτιδήποτε, χωρίς ουσιαστικό λόγο. ΣΥΝ. δεν ξέρει τι του φταίει, φύλαγε τα ρούχα σου να έχεις τα μισά/όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά (παροιμ.): πρέπει να παίρνεις τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να μη χάσεις τα πάντα σε δύσκολες περιστάσεις., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς βλ. αλλάζω, δίνω αέρα σε κάποιο ρούχο βλ. αέρας, σκίζω τα ρούχα μου βλ. σκίζω [< μεσν. ρούχο < υστερολατινικό roccus] | |
| 44670 | ρόφημα | [ῥόφημα] ρό-φη-μα ουσ. (ουδ.): υγρό παρασκεύασμα που πίνεται ζεστό ή κρύο: αναζωογονητικό/ενεργειακό/ισοτονικό/καυτό/παγωμένο (πβ. γρανίτα)/πρωινό/πρωτεϊνικό/στιγμιαίο/τονωτικό ~. ~ κακάο/σόγιας/σοκολάτας. ~ με γάλα/ζάχαρη/κανέλα. Δροσιστικό ~ καρύδας/φρούτων (= φρουτοχυμός). Πβ. αφέψημα, ζεστό. Βλ. καφές, τσάι. [< πβ. αρχ. ῥόφημα ‘χυλός’, γαλλ. infusion] | |
| 44671 | ρόφηση | [ῥόφηση] ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. συγκέντρωση στην επιφάνεια ή τη μάζα σώματος ξένων προς αυτό μορίων ή ιόντων και διείσδυσή τους σε αυτό: ~ αερίων. Διάχυση και ~. Βλ. απορρόφηση, εκ~, προσ~. 2. (λόγ.) ρούφηγμα. [< 1: αγγλ. sorption, 1909, 2: αρχ. ῥόφησις] | |
| 44672 | ροφός | ρο-φός ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεγαλόσωμο εδώδιμο ψάρι (επιστ. ονομασ. Epinephelus marginatus ή guaza), με μεγάλο κεφάλι, καφετί χρώμα και ανοιχτόχρωμες κηλίδες, το οποίο σχηματίζει θαλάμια σε βραχώδεις βυθούς. Βλ. πατόψαρο, περκόμορφα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ σούπα.|| (μτφ.-ειρων.) Έχει το βλέμμα του ~ού (: άδειο, απλανές). ● Υποκ.: ροφουδάκι [< μεσν. ροφός< μτγν. ὀρφός < αρχ. ὀρφώς] | |
| 44673 | ροχάλα | ρο-χά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φλέγμα, πτύελα: Ρίχνω μια ~. Πβ. πτύσμα, φτυσιά, χλεμπόνα, χλέπα.|| (μτφ.) Είναι για πολλές ~ες (= σφαλιάρες· πβ. φτύσιμο). | |
| 44674 | ροχαλητό | ρο-χα-λη-τό ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του ροχαλίζω: βαρύ/δυνατό/έντονο/επικίνδυνο (: για την υγεία) ~. Με ξύπνησε το ~ του. Έριξε κάτι ~ά! Πβ. ρόγχος. Βλ. -ητό, υπνική άπνοια. ΣΥΝ. ροχάλισμα | |
| 44675 | ροχαλίζω | ρο-χα-λί-ζω ρ. (αμτβ.) {ροχάλιζ-ε, ροχαλίζ-οντας, κυρ. στο ενεστ. θ.}: αναπνέω με θόρυβο κατά τον ύπνο: ~ει ελαφρά. ~ε του καλού καιρού (: κοιμόταν βαριά). ~ε και δεν με άφησε να κλείσω μάτι όλη νύχτα. [< μεσν. ροχαλίζω < μτγν. ῥογχαλίζω] | |
| 44676 | ροχάλισμα | ρο-χά-λι-σμα ουσ. (ουδ.): ροχαλητό. | |
| 44677 | ρόχθος | ρό-χθος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): θορυβώδης ροή ορμητικών νερών: ο ~ των κυμάτων/του ποταμού. [< μτγν. ῥόχθος] | |
| 44681 | ρυάκι | ρυ-ά-κι ουσ. (ουδ.): ποταμάκι και κατ' επέκτ. μικρή ροή υγρού: γάργαρο/ήρεμο/ορμητικό/ρηχό/τεχνητό/τρεχούμενο ~. ~ στο δάσος. Κελαρύζει/ρέει το ~. Κοιλάδες με ~ια. Πβ. ρείθρο, ρεματάκι. Βλ. αυλάκι, χαντάκι. [< μεσν. ρυάκι(ο)ν] | |
| 44682 | ρυγχίτης | ρυγ-χί-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. γένος μικρών κολεόπτερων με ρύγχος (επιστ. ονομασ. Rhynchites) που προσβάλλει συνήθ. τον καρπό της ελιάς. Βλ. δάκος, πυρηνοτρήτης. [< πβ. γαλλ. rhynchite] | |
| 44683 | ρύγχος | [ῥύγχος] ρύγ-χος ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. -ΙΧΘΥΟΛ. το πρόσθιο μυτερό τμήμα του κεφαλιού ορισμένων ζώων ή ψαριών, που βρίσκεται πάνω από το στόμα: επίμηκες/κοντό/μακρόστενο/μακρύ/πλατύ/προτεταμένο ~. ~ γουρουνιού/σκύλου. ~ δελφινιού/καρχαρία/ξιφία/φάλαινας. Πβ. μουσούδα, μύτη. Βλ. οξύρρυγχος. 2. (μτφ.) οξύ προεξέχον άκρο κατασκευής ή αντικειμένου: ~ αεροσκάφους/αναρρόφησης. Αιχμηρό/εύκαμπτο/κωνικό/μεταλλικό/πλαστικό ~. Σωληνάριο με ~. Ανταλλακτικά ~η. 3. ΑΝΑΤ. ακραίο μπροστινό τμήμα οργάνου του ανθρώπινου σώματος: ~ μεσολοβίου. [< αρχ. ῥύγχος 2: αγγλ. nose] | |
| 44684 | ρυγχοφόρος | , ος/α, ο ρυγ-χο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ. που έχει ρύγχος. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. ρυγχωτός ● Ουσ.: ρυγχοφόρος (ο): κόκκινο σκαθάρι (επιστ. ονομασ. Rynchophorus ferrugineus) με ρύγχος, που αποτελεί τον σημαντικότερο εχθρό των φοινικοειδών. [< γαλλ.-αγγλ. rhynchophore] | |
| 44685 | ρυγχωτός | , ή, ό ρυγ-χω-τός επίθ.: ΖΩΟΛ. ρυγχοφόρος: ~ό: σκαθάρι. [< μεσν. ρυγχωτός] | |
| 44686 | ρυζάλευρο | ρυ-ζά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από ρύζι. Βλ. -άλευρο. | |
| 44687 | ρύζι | ρύ-ζι ουσ. (ουδ.) {ρυζ-ιού}: ΒΟΤ. μονοετές αγρωστώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Oryza sativa)· κυρ. ο επεξεργασμένος σπόρος του ως βασικό είδος διατροφής και συνεκδ. το αντίστοιχο φαγητό: άγριο/αναποφλοίωτο/αποφλοιωμένο/αρωματικό/άσπρο/βιολογικό/καστανό/κίτρινο/μαύρο/σπυρωτό/τηγανητό ~. ~ καρολίνα/μπασμάτι/νυχάκι. Κόκκοι ~ιού. Βράζω/πλένω/σοτάρω το ~. Πβ. όρυζα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με θαλασσινά/σάλτσα. Ντομάτες/πιπεριές γεμιστές με ~ (= γεμιστά). ~ στον ατμό. Βλ. λαπάς, λαχανό-, πρασό-, σπανακό-ρυζο, μυδοπίλαφο, παέγια, πιλάφι, ριζότο, σάκε. ● Υποκ.: ρυζάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ρύζι γλασέ: ΜΑΓΕΙΡ. που είναι κατάλληλο για σούπες ή γεμιστά., μακρύκοκκο ρύζι βλ. μακρύκοκκος ● ΦΡ.: βράσε ρύζι/όρυζα βλ. βράζω [< μεσν. ρύζι < μτγν. ὀρύζιον] | |
| 44688 | ρυζόγαλο | ρυ-ζό-γα-λο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από ρύζι βρασμένο με γάλα και ζάχαρη: σπιτικό ~. ~ με βανίλια/κανέλα/μαστίχα. | |
| 44689 | ρυζογκοφρέτα | ρυ-ζο-γκο-φρέ-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αφράτο και τραγανό σνακ με κύριο συστατικό το ρύζι. Βλ. -έτα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ