Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45240-45260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44681ρυάκιρυ-ά-κι ουσ. (ουδ.): ποταμάκι και κατ' επέκτ. μικρή ροή υγρού: γάργαρο/ήρεμο/ορμητικό/ρηχό/τεχνητό/τρεχούμενο ~. ~ στο δάσος. Κελαρύζει/ρέει το ~. Κοιλάδες με ~ια. Πβ. ρείθρο, ρεματάκι. Βλ. αυλάκι, χαντάκι. [< μεσν. ρυάκι(ο)ν]
44682ρυγχίτηςρυγ-χί-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. γένος μικρών κολεόπτερων με ρύγχος (επιστ. ονομασ. Rhynchites) που προσβάλλει συνήθ. τον καρπό της ελιάς. Βλ. δάκος, πυρηνοτρήτης. [< πβ. γαλλ. rhynchite]
44683ρύγχος[ῥύγχος] ρύγ-χος ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. -ΙΧΘΥΟΛ. το πρόσθιο μυτερό τμήμα του κεφαλιού ορισμένων ζώων ή ψαριών, που βρίσκεται πάνω από το στόμα: επίμηκες/κοντό/μακρόστενο/μακρύ/πλατύ/προτεταμένο ~. ~ γουρουνιού/σκύλου. ~ δελφινιού/καρχαρία/ξιφία/φάλαινας. Πβ. μουσούδα, μύτη. Βλ. οξύρρυγχος. 2. (μτφ.) οξύ προεξέχον άκρο κατασκευής ή αντικειμένου: ~ αεροσκάφους/αναρρόφησης. Αιχμηρό/εύκαμπτο/κωνικό/μεταλλικό/πλαστικό ~. Σωληνάριο με ~. Ανταλλακτικά ~η. 3. ΑΝΑΤ. ακραίο μπροστινό τμήμα οργάνου του ανθρώπινου σώματος: ~ μεσολοβίου. [< αρχ. ῥύγχος 2: αγγλ. nose]
44684ρυγχοφόρος, ος/α, ο ρυγ-χο-φό-ρος επίθ.: ΖΩΟΛ. που έχει ρύγχος. Βλ. -φόρος. ΣΥΝ. ρυγχωτός ● Ουσ.: ρυγχοφόρος (ο): κόκκινο σκαθάρι (επιστ. ονομασ. Rynchophorus ferrugineus) με ρύγχος, που αποτελεί τον σημαντικότερο εχθρό των φοινικοειδών. [< γαλλ.-αγγλ. rhynchophore]
44685ρυγχωτός, ή, ό ρυγ-χω-τός επίθ.: ΖΩΟΛ. ρυγχοφόρος: ~ό: σκαθάρι. [< μεσν. ρυγχωτός]
44686ρυζάλευρορυ-ζά-λευ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλεύρι από ρύζι. Βλ. -άλευρο.
44687ρύζιρύ-ζι ουσ. (ουδ.) {ρυζ-ιού}: ΒΟΤ. μονοετές αγρωστώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Oryza sativa)· κυρ. ο επεξεργασμένος σπόρος του ως βασικό είδος διατροφής και συνεκδ. το αντίστοιχο φαγητό: άγριο/αναποφλοίωτο/αποφλοιωμένο/αρωματικό/άσπρο/βιολογικό/καστανό/κίτρινο/μαύρο/σπυρωτό/τηγανητό ~. ~ καρολίνα/μπασμάτι/νυχάκι. Κόκκοι ~ιού. Βράζω/πλένω/σοτάρω το ~. Πβ. όρυζα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με θαλασσινά/σάλτσα. Ντομάτες/πιπεριές γεμιστές με ~ (= γεμιστά). ~ στον ατμό. Βλ. λαπάς, λαχανό-, πρασό-, σπανακό-ρυζο, μυδοπίλαφο, παέγια, πιλάφι, ριζότο, σάκε. ● Υποκ.: ρυζάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ρύζι γλασέ: ΜΑΓΕΙΡ. που είναι κατάλληλο για σούπες ή γεμιστά., μακρύκοκκο ρύζι βλ. μακρύκοκκος ● ΦΡ.: βράσε ρύζι/όρυζα βλ. βράζω [< μεσν. ρύζι < μτγν. ὀρύζιον]
44688ρυζόγαλορυ-ζό-γα-λο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από ρύζι βρασμένο με γάλα και ζάχαρη: σπιτικό ~. ~ με βανίλια/κανέλα/μαστίχα.
44689ρυζογκοφρέταρυ-ζο-γκο-φρέ-τα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αφράτο και τραγανό σνακ με κύριο συστατικό το ρύζι. Βλ. -έτα.
44690ρυζοκαλλιέργειαρυ-ζο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & (επίσ.) ορυζοκαλλιέργεια: ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια ρυζιού και (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις. Βλ. -καλλιέργεια.
44691ρυζομακάροναρυ-ζο-μα-κά-ρο-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΓΕΙΡ. νουντλς. [< αγγλ. rice noodles, 1965]
44692ρυζόμυλοςβλ. ορυζόμυλος
44693ρυζόξιδορυ-ζό-ξι-δο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκό ξίδι από ρύζι, βασικό υλικό της ασιατικής κουζίνας. Βλ. μηλόξιδο. [< αγγλ. rice vinegar]
44694ρυζόχαρτοβλ. ριζόχαρτο
44695ρυθμαπόδοσηρυθ-μα-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. διαμεταγωγή.
44696ρυθμιζόμενος, η, ο ρυθ-μι-ζό-με-νος επίθ.: που ρυθμίζεται ανάλογα με την επιθυμία κάποιου: ~ος: διακόπτης/θερμοστάτης/καθρέφτης (αυτοκινήτου)/φωτισμός. ~η: θερμοκρασία/ταχύτητα (στροφών)/φωτεινότητα (οθόνης). ~ο: λουρί (για ζώο)/τιμόνι. ~α: καθίσματα. Ζώνες ασφαλείας ~ες καθ' ύψος. ● ΣΥΜΠΛ.: νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα βλ. επάγγελμα [< αρχ. ῥυθμιζόμενος, γαλλ. réglable]
44697ρυθμίζω[ῥυθμίζω] ρυθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {ρύθμι-σα, ρυθμί-στηκε, ρυθμιζ-όμενος, ρυθμι-σμένος, ρυθμίζ-οντας} 1. καθορίζω τη θέση ή τη λειτουργία (μηχανισμού, συσκευής)· δίνω σε κάτι τον κατάλληλο ρυθμό, ώστε να λειτουργεί καλύτερα, να είναι αποτελεσματικό: ~ το διάφραγμα (φωτογραφικής μηχανής)/τον καθρέφτη (αυτοκινήτου)/το ύψος (καθίσματος).|| ~στε την εικόνα (τηλεόρασης)/την ένταση (του ήχου)/τη θερμοκρασία (του νερού)/τον θερμοσίφωνα/το κλιματιστικό/την οθόνη (του υπολογιστή).|| Οι σηματοδότες/οι τροχονόμοι ~ουν την κυκλοφορία (των οχημάτων και των πεζών). Η σωστή διατροφή ~ει (ΑΝΤ. απορρυθμίζω) τον μεταβολισμό του οργανισμού. ~σαμε το ωράριο ανάλογα με τις ανάγκες του κοινού. ~σμένος: διαβήτης/θυρεοειδής. Πβ. προγραμματίζω, ρεγουλάρω. Βλ. διαρ~. 2. κανονίζω, τακτοποιώ, διευθετώ: ~σαν τη διαφωνία (πβ. λύνω)/την εκκρεμότητα/τις οφειλές. ~στηκαν οι τελευταίες λεπτομέρειες/υποχρεώσεις. Με νόμο ~στηκε το φλέγον θέμα του ... Απόφαση που ~ει τις προϋποθέσεις χορήγησης ... ~σμένα: χρέη. Πβ. διακανονίζω. [< αρχ. ῥυθμίζω, γαλλ. régler]
44698ρυθμικός, ή, ό [ῥυθμικός] ρυθ-μι-κός επίθ.: που γίνεται ή εκτελείται με ρυθμό, που διακρίνεται από αυτόν: ~ός: βηματισμός/χτύπος. ~ή: αναπνοή/άσκηση/κίνηση/κολύμβηση.|| (ΜΟΥΣ.) ~ός: χορός. ~ή: ανάγνωση/αξία/δομή/κιθάρα/μουσική. ~ό: κομμάτι/τραγούδι. ~ές: συνθέσεις. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. άρρυθμος ● επίρρ.: ρυθμικά ● ΣΥΜΠΛ.: ρυθμική (γυμναστική): ΑΘΛ. γυναικείο άθλημα, ατομικό και ομαδικό, στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν το πρόγραμμά τους με συνοδεία μουσικής, χρησιμοποιώντας σχοινάκι, στεφάνι, μπάλα, κορύνες ή κορδέλα. Βλ. ανσάμπλ, ενόργανη (γυμναστική). [< γαλλ. gymnastique rythmique, αγγλ. rhytmic gymnastics, 1912] , ρυθμική αγωγή: ΜΟΥΣ. τέμπο. [< αρχ. ῥυθμικός, γαλλ. rythmique, αγγλ. rhythmic(al)]
44699ρυθμικότηταρυθ-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ρυθμικού: ~ των κινήσεων/του λόγου/του σφυγμού. Χόρευε με ~ (= ρυθμικά). Βλ. αρμονία, συμμετρία, -ότητα. [< γαλλ. rythmicité, αγγλ. rhythmicity, 1901]
44700ρύθμισηρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω: ~ ανεμιστήρα/γλώσσας (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή)/θερμοστάτη/ώρας. ~ των πανιών του σκάφους (= τριμάρισμα). (Σε ραδιοφωνικές εκπομπές:) Στη ~ του ήχου βρίσκεται/είναι ο ...|| ~ των λιπιδίων/των ορμονών (του θυρεοειδούς)/της παραγωγής (αντισωμάτων)/της πηκτικότητας (του αίματος)/της υπέρτασης. ~ της ζωής τους. Πβ. προγραμματισμός, ρεγουλάρισμα. Βλ. αυτορ~, διαρ~, θερμο~, προ~. ΑΝΤ. απορρύθμιση (1) 2. διακανονισμός, τακτοποίηση ή νομοθετική διευθέτηση ζητήματος: ~ δανείου/πληρωμής/προβλήματος (πβ. λύση)/υπόθεσης/χρεών. Δυνατότητα ~ης οφειλών.|| Κανονιστική/κυβερνητική ~. ~ της αγοράς (ενέργειας/τηλεπικοινωνιών).ρυθμίσεις (οι) 1. νομοθετικά μέτρα, διατάξεις και κατ' επέκτ. κάθε είδους μέτρα αντιμετώπισης κατάστασης: ευνοϊκές/χαριστικές ~. Θεσμικές/πολεοδομικές/υγειονομικές ~.|| Κυκλοφοριακές ~. 2. σύνολο επιλογών που εξασφαλίζουν την άριστη λειτουργία συσκευής σύμφωνα με τις ανάγκες του χρήστη: ~ δικτύου/κινητού/υπολογιστή.|| Η φωτογραφική μηχανή διαθέτει ~η (πβ. πρόβλεψη) για λήψη πανοραμικών πλάνων. [< μεσν. ρύθμισις, γαλλ. réglage, régulation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.