| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44690 | ρυζοκαλλιέργεια | ρυ-ζο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.) & (επίσ.) ορυζοκαλλιέργεια: ΓΕΩΡΓ. καλλιέργεια ρυζιού και (συνεκδ. στον πληθ.) οι αντίστοιχες εκτάσεις. Βλ. -καλλιέργεια. | |
| 44691 | ρυζομακάρονα | ρυ-ζο-μα-κά-ρο-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΓΕΙΡ. νουντλς. [< αγγλ. rice noodles, 1965] | |
| 44692 | ρυζόμυλος | βλ. ορυζόμυλος | |
| 44693 | ρυζόξιδο | ρυ-ζό-ξι-δο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γλυκό ξίδι από ρύζι, βασικό υλικό της ασιατικής κουζίνας. Βλ. μηλόξιδο. [< αγγλ. rice vinegar] | |
| 44694 | ρυζόχαρτο | βλ. ριζόχαρτο | |
| 44695 | ρυθμαπόδοση | ρυθ-μα-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. διαμεταγωγή. | |
| 44696 | ρυθμιζόμενος | , η, ο ρυθ-μι-ζό-με-νος επίθ.: που ρυθμίζεται ανάλογα με την επιθυμία κάποιου: ~ος: διακόπτης/θερμοστάτης/καθρέφτης (αυτοκινήτου)/φωτισμός. ~η: θερμοκρασία/ταχύτητα (στροφών)/φωτεινότητα (οθόνης). ~ο: λουρί (για ζώο)/τιμόνι. ~α: καθίσματα. Ζώνες ασφαλείας ~ες καθ' ύψος. ● ΣΥΜΠΛ.: νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα βλ. επάγγελμα [< αρχ. ῥυθμιζόμενος, γαλλ. réglable] | |
| 44697 | ρυθμίζω | [ῥυθμίζω] ρυθ-μί-ζω ρ. (μτβ.) {ρύθμι-σα, ρυθμί-στηκε, ρυθμιζ-όμενος, ρυθμι-σμένος, ρυθμίζ-οντας} 1. καθορίζω τη θέση ή τη λειτουργία (μηχανισμού, συσκευής)· δίνω σε κάτι τον κατάλληλο ρυθμό, ώστε να λειτουργεί καλύτερα, να είναι αποτελεσματικό: ~ το διάφραγμα (φωτογραφικής μηχανής)/τον καθρέφτη (αυτοκινήτου)/το ύψος (καθίσματος).|| ~στε την εικόνα (τηλεόρασης)/την ένταση (του ήχου)/τη θερμοκρασία (του νερού)/τον θερμοσίφωνα/το κλιματιστικό/την οθόνη (του υπολογιστή).|| Οι σηματοδότες/οι τροχονόμοι ~ουν την κυκλοφορία (των οχημάτων και των πεζών). Η σωστή διατροφή ~ει (ΑΝΤ. απορρυθμίζω) τον μεταβολισμό του οργανισμού. ~σαμε το ωράριο ανάλογα με τις ανάγκες του κοινού. ~σμένος: διαβήτης/θυρεοειδής. Πβ. προγραμματίζω, ρεγουλάρω. Βλ. διαρ~. 2. κανονίζω, τακτοποιώ, διευθετώ: ~σαν τη διαφωνία (πβ. λύνω)/την εκκρεμότητα/τις οφειλές. ~στηκαν οι τελευταίες λεπτομέρειες/υποχρεώσεις. Με νόμο ~στηκε το φλέγον θέμα του ... Απόφαση που ~ει τις προϋποθέσεις χορήγησης ... ~σμένα: χρέη. Πβ. διακανονίζω. [< αρχ. ῥυθμίζω, γαλλ. régler] | |
| 44698 | ρυθμικός | , ή, ό [ῥυθμικός] ρυθ-μι-κός επίθ.: που γίνεται ή εκτελείται με ρυθμό, που διακρίνεται από αυτόν: ~ός: βηματισμός/χτύπος. ~ή: αναπνοή/άσκηση/κίνηση/κολύμβηση.|| (ΜΟΥΣ.) ~ός: χορός. ~ή: ανάγνωση/αξία/δομή/κιθάρα/μουσική. ~ό: κομμάτι/τραγούδι. ~ές: συνθέσεις. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. άρρυθμος ● επίρρ.: ρυθμικά ● ΣΥΜΠΛ.: ρυθμική (γυμναστική): ΑΘΛ. γυναικείο άθλημα, ατομικό και ομαδικό, στο οποίο οι αθλήτριες εκτελούν το πρόγραμμά τους με συνοδεία μουσικής, χρησιμοποιώντας σχοινάκι, στεφάνι, μπάλα, κορύνες ή κορδέλα. Βλ. ανσάμπλ, ενόργανη (γυμναστική). [< γαλλ. gymnastique rythmique, αγγλ. rhytmic gymnastics, 1912] , ρυθμική αγωγή: ΜΟΥΣ. τέμπο. [< αρχ. ῥυθμικός, γαλλ. rythmique, αγγλ. rhythmic(al)] | |
| 44699 | ρυθμικότητα | ρυθ-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ρυθμικού: ~ των κινήσεων/του λόγου/του σφυγμού. Χόρευε με ~ (= ρυθμικά). Βλ. αρμονία, συμμετρία, -ότητα. [< γαλλ. rythmicité, αγγλ. rhythmicity, 1901] | |
| 44700 | ρύθμιση | ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρυθμίζω: ~ ανεμιστήρα/γλώσσας (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή)/θερμοστάτη/ώρας. ~ των πανιών του σκάφους (= τριμάρισμα). (Σε ραδιοφωνικές εκπομπές:) Στη ~ του ήχου βρίσκεται/είναι ο ...|| ~ των λιπιδίων/των ορμονών (του θυρεοειδούς)/της παραγωγής (αντισωμάτων)/της πηκτικότητας (του αίματος)/της υπέρτασης. ~ της ζωής τους. Πβ. προγραμματισμός, ρεγουλάρισμα. Βλ. αυτορ~, διαρ~, θερμο~, προ~. ΑΝΤ. απορρύθμιση (1) 2. διακανονισμός, τακτοποίηση ή νομοθετική διευθέτηση ζητήματος: ~ δανείου/πληρωμής/προβλήματος (πβ. λύση)/υπόθεσης/χρεών. Δυνατότητα ~ης οφειλών.|| Κανονιστική/κυβερνητική ~. ~ της αγοράς (ενέργειας/τηλεπικοινωνιών). ● ρυθμίσεις (οι) 1. νομοθετικά μέτρα, διατάξεις και κατ' επέκτ. κάθε είδους μέτρα αντιμετώπισης κατάστασης: ευνοϊκές/χαριστικές ~. Θεσμικές/πολεοδομικές/υγειονομικές ~.|| Κυκλοφοριακές ~. 2. σύνολο επιλογών που εξασφαλίζουν την άριστη λειτουργία συσκευής σύμφωνα με τις ανάγκες του χρήστη: ~ δικτύου/κινητού/υπολογιστή.|| Η φωτογραφική μηχανή διαθέτει ~η (πβ. πρόβλεψη) για λήψη πανοραμικών πλάνων. [< μεσν. ρύθμισις, γαλλ. réglage, régulation] | |
| 44701 | ρυθμιστής | ρυθ-μι-στής ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. ρυθμίστρια} αυτός που ρυθμίζει κάτι: ~ των εξελίξεων/της κατάστασης/της οικονομίας/του πολιτικού σκηνικού. Οι βιταμίνες είναι ~ές της καλής λειτουργίας του οργανισμού. 2. ΤΕΧΝΟΛ. & (σπάν.) ρυθμιστήρας: όργανο ή διάταξη που ρυθμίζει τη λειτουργία συσκευής: ~ έντασης/πίεσης (νερού)/στροφών/τάσης/υγραερίου/φόρτισης. [< μτγν. ῥυθμιστής, γαλλ. régulateur] | |
| 44702 | ρυθμιστικός | , ή, ό ρυθ-μι-στι-κός επίθ.: που ρυθμίζει κάτι: ~ός: διακόπτης/θερμοστάτης.|| ~ός: έλεγχος/κανόνας/νόμος/παράγοντας/σχεδιασμός (μιας πόλης). ~ή: απόφαση/παρέμβαση. ~ό: πλαίσιο. ~ές: ιδιότητες. ~ά: μέτρα. Ο ~ ρόλος του κράτους. Ευρωπαϊκό/διεθνές ~ό πλαίσιο για ... Πβ. κανονιστικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: ορμόνες. (ΧΗΜ.) ~ό: διάλυμα. ΑΝΤ. απορρυθμιστικός ● Ουσ.: ρυθμιστικό (το): κουμπί συσκευής κατάλληλο για τη ρύθμιση λειτουργίας: ~ έντασης ήχου. ● επίρρ.: ρυθμιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: ρυθμιστικό σχέδιο & (προφ.) ρυθμιστικό: που περιλαμβάνει πολεοδομικές ρυθμίσεις για κατοικημένες περιοχές, ώστε να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των κατοίκων τους., ρυθμιστική γραμματική βλ. γραμματική [< μεσν. ρυθμιστικός, γαλλ. régulateur] | |
| 44703 | ρυθμολογία | ρυθ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μελέτη του ρυθμού στη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική ή τη μουσική. Βλ. -λογία. [< γαλλ. rythmique] | |
| 44704 | ρυθμός | [ῥυθμός] ρυθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ο τρόπος και η ταχύτητα με την οποία κινείται κάποιος ή κάτι και η σταθερή εναλλαγή των κινήσεών του· ειδικότ. κανονικότητα: Περπατά/τρέχει/χορεύει με ~ό. Ο ~ των κυμάτων. Ο ~ της κούρσας/της κωπηλασίας. Πβ. αρμονία, ευρυθμία, συμμετρία.|| (ΙΑΤΡ.) Αναπνευστικός/βιολογικός (= βιο~)/κιρκαδικός ~. Διαταραχή του καρδιακού ~ού (= αρρυθμία). 2. ταχύτητα εκτέλεσης εργασίας, εξέλιξης διαδικασίας ή μεταβολής μεγέθους: ~ αύξησης πληθυσμού/κατανάλωσης (τροφίμων)/μεταφοράς δεδομένων/παραγωγής/υλοποίησης (έργου). Σε/με αργούς/εντατικούς/εντυπωσιακούς/κανονικός/πυρετώδεις/ραγδαίους/χαλαρούς ~ούς. Ο ~ απορρόφησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Ελάχιστος/ετήσιος ~ ανάπτυξης (της οικονομίας). Βρίσκω/χάνω τον ~ό μου. Συνέχισε στον ίδιο ~ό. Ο ~ του αγώνα/του παιχνιδιού έχει ανέβει/βελτιωθεί (: έχει γίνει πιο γρήγορος, οι φάσεις εξελίσσονται με ταχύτητα). Η ομάδα (δεν) έχει ~ό. Οι ~οί της σύγχρονης ζωής. Δυσκολεύομαι να ακολουθήσω τους ~ούς της. Η τεχνολογία εξελίσσεται με αυξανόμενους/ιλιγγιώδεις/ταχύτατους ~ούς.|| (μτφ.) Η πόλη ζει στον ~ό του καρναβαλιού. Μπήκαμε σε ~ούς κυπέλλου/τελικού. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. το σύνολο των μορφολογικών και αισθητικών χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν έργα ή καλλιτεχνικά ρεύματα από άλλα: αιολικός/αρχιτεκτονικός/ερυθρόμορφος/μινωικός ~. Μνημείο/ναός βυζαντινού/γοτθικού ~ού. Ο ~ της βασιλικής. Συνδυασμός ~ών. Πβ. στιλ, τεχνοτροπία. 4. ΜΟΥΣ. διάρκεια (μακρύ-βραχύ) και εναλλαγή των μουσικών ήχων: αργός/γρήγορος/έντονος/ξέφρενος ~. Έχει την αίσθηση του ~ού (στη φωνή, στο σώμα, στις κινήσεις). Νιώθω τον/χορεύω στον ~ό (της μουσικής). Πβ. μέτρο, τέμπο.|| (κατ' επέκτ., μελωδία, σκοπός:) Γνώριμος/εύθυμος/ζωηρός/χαρούμενος ~. Αφρικανικοί/ελληνικοί/λατινοαμερικάνικοι/μοντέρνοι ~οί. 5. ΛΟΓΟΤ. γνώρισμα που διακρίνει τον ποιητικό από τον πεζό λόγο και βασίζεται στην εφαρμογή των κανόνων του μέτρου, στην κατανομή φθόγγων, συλλαβών, παύσεων και στον ευρηματικό συνδυασμό των λέξεων: ιαμβικός/προσωδιακός/τροχαϊκός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυστηρός ρυθμός βλ. αυστηρός, δωρικός ρυθμός βλ. δωρικός, ιωνικός ρυθμός βλ. ιωνικός, καμαραϊκός ρυθμός βλ. καμαραϊκός, κορινθιακός ρυθμός βλ. κορινθιακός ● ΦΡ.: ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς βλ. ανεβάζω, με ρυθμούς χελώνας βλ. χελώνα, με/σε ρυθμό πολυβόλου βλ. πολυβόλο [< αρχ. ῥυθμός, γαλλ. rythme, αγγλ. rhythm] | |
| 23152 | ρύκτης | καρ-πό-κα-ψα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. έντομο της τάξης των λεπιδόπτερων, του οποίου οι κάμπιες αναπτύσσονται στους καρπούς των δέντρων, καταστρέφοντάς τους: ~ αχλαδιάς/κυδωνιάς/μηλιάς/ροδακινιάς. Ψεκασμοί για ~ (βλ. φυτοπροστασία). Βλ. βαμβακάδα, φυλλο-δέτης, -ρύκτης. [< γαλλ. carpocapse] | |
| 44705 | ρύμη | [ῥύμη] ρύ-μη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: ανά τας οδούς και τας ρύμας & (σπάν.) ανά τας ρύμας και τας οδούς (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): στα σοκάκια και τους δρόμους· κατ' επέκτ. παντού: Περιπλανιέται/τριγυρίζει ~ ~ της πόλης/χώρας.|| Τρέχει ~ ~, για να μαζέψει ψήφους., εν τη ρύμη του λόγου & (σπάν.) στη ρύμη του λόγου: στη ροή της ομιλίας, πάνω στην κουβέντα, καθώς μιλά κάποιος, συνήθ. χωρίς να σκέφτεται: Δεν τα εννοούσα όσα είπα, παρασύρθηκα ~ ~. Βλ. ειρήσθω εν παρόδω, παρεμπιπτόντως. [< αρχ. ῥύμη ‘ροή, δρόμος’] | |
| 44706 | ρυμοτομημένος | , η, ο ρυ-μο-το-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει ρυμοτομηθεί: ~η: περιοχή/πόλη. ~ο: σχέδιο. ~οι: δρόμοι. | |
| 44707 | ρυμοτόμηση | ρυ-μο-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρυμοτομώ: ~ ιδιοκτησίας/οικοπέδου. Βλ. πολεοδόμηση. | |
| 44708 | ρυμοτομία | ρυ-μο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος της πολεοδομίας με αντικείμενο τη διαμόρφωση του χώρου όπου πρόκειται να κτιστεί οικισμός ή πόλη, κυρ. με σχεδίαση και χάραξη δρόμων, πλατειών και οικοπέδων και καθορισμό του ύψους ή των ορίων των κτιρίων· συνεκδ. η ίδια η χάραξη δρόμων, πλατειών και οικοπέδων: ακανόνιστη/άρτια/δαιδαλώδης/κακή/συμμετρική ~. [< μτγν. ῥυμοτομία ‘διαίρεση με δρόμους’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ