Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45260-45280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44709ρυμοτομικός, ή, ό ρυ-μο-το-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ρυμοτομία: ~ός: κανονισμός/χάρτης. ~ή: απαλλοτρίωση/μελέτη/ρύθμιση. ~ό: σύστημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ρυμοτομική γραμμή: το όριο μεταξύ οικοδομικού τετραγώνου και κοινόχρηστου χώρου σε οικισμό, με βάση το ρυμοτομικό σχέδιο: απόσταση κτιρίων από τη ~ ~., ρυμοτομικό σχέδιο: με το οποίο καθορίζονται οι πολεοδομικοί κανόνες και τα επιτρεπόμενα μεγέθη ως προς την οικοδόμηση, με σκοπό την ομαλή λειτουργία και την καλή αισθητική των πόλεων: ένταξη στο ~ ~.
44710ρυμοτομώ[ῥυμοτομῶ] ρυ-μο-το-μώ ρ. (μτβ.) {ρυμοτόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: εφαρμόζω ρυμοτομικό σχέδιο σε περιοχή, ρυθμίζω τον τρόπο οικοδόμησής της: ~ούνται οικόπεδα. ~ούμενη: έκταση. ~ημένη: πόλη. ~ούμενο: κτίσμα. [< μτγν. ῥυμοτομῶ ‘χαράζω δρόμους’]
44711ρυμούλκαρυ-μούλ-κα ουσ. (θηλ.) & ρεμούλκα: καθετί ρυμουλκούμενο, συνήθ. όχημα: αγροτική/συρόμενη ~. ~ αποσκευών/σκάφους/τρακτέρ/φορτηγού. ~ οπίσθιας ανατροπής. ~ες-τροχόσπιτα.
44712ρυμούλκησηρυ-μούλ-κη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρυμουλκώ: ~ οχήματος/πλοίου/τρέιλερ/τροχόσπιτου/φορτίου. Άγκιστρο/γάντζος/ιμάντας/υπηρεσία ~ης. Πβ. τράβηγμα.
44713ρυμουλκόρυ-μουλ-κό ουσ. (ουδ.): μηχανοκίνητο όχημα ή πλοίο κατάλληλο για ρυμούλκηση: ναυαγοσωστικό/πυροσβεστικό ~. Πβ. ελκυστήρας.|| (ως επίθ.) ~ό: σκάφος. [< γαλλ. remorqeur]
44714ρυμουλκός, ή, ό ρυ-μουλ-κός επίθ.: που είναι κατάλληλος για να ρυμουλκεί: ~ό: όχημα/σκάφος/φορτηγό. [< γαλλ. remorqueur]
44715ρυμουλκούμενος, η, ο [ῥυμουλκούμενος] ρυ-μουλ-κού-με-νος επίθ.: που ρυμουλκείται: ~η: καρότσα/πλατφόρμα. ~ο: φορτίο. ● Ουσ.: ρυμουλκούμενο (το): όχημα ή σκάφος που ρυμουλκείται: ~ με/χωρίς φρένα. Επιβατικό με ~ (= τρέιλερ). ΣΥΝ. ρυμούλκα [< μτγν. ῥυμουλκούμενος]
44716ρυμουλκώ[ῥυμουλκῶ] ρυ-μουλ-κώ ρ. (μτβ.) {ρυμούλκ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: σύρω, τραβάω όχημα ή πλοίο δεμένο σε άλλο, προκειμένου να μεταφερθεί στο σημείο προορισμού του: ~ήθηκε ιστιοπλοϊκό/υποβρύχιο. Η θαλαμηγός ~ήθηκε με ασφάλεια στο λιμάνι. Πβ. έλκω. [< μτγν. ῥυμουλκῶ]
44717ρυπαίνω[ῥυπαίνω] ρυ-παί-νω ρ. (μτβ.) {ρύπ-ανα, ρυπ-άνθηκε, (λόγ.) ρυπαίν-ων, -ουσα, ρυπ-ασμένος, ρυπαίν-οντας}: μολύνω, προκαλώ ρύπους: ~εται η ατμόσφαιρα/το έδαφος από τοξικές ουσίες. Αυτοκίνητο/εργοστάσιο/χωματερή που ~ει το περιβάλλον. ~ουν τον χώρο με σκουπίδια. Εφαρμογή της αρχής "ο ~ων πληρώνει". ~ασμένες: περιοχές. Πβ. βρομίζω, λερώνω. ΑΝΤ. απορρυπαίνω (1), καθαρίζω (1) [< αρχ. ῥυπαίνω, αγγλ. pollute]
44718ρύπανσηρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.): ύπαρξη στο περιβάλλον, σε βαθμό μεγαλύτερο από το φυσιολογικό, ουσιών βλαβερών για τους ζωντανούς οργανισμούς: αισθητική/αστική/ατμοσφαιρική/βιομηχανική/γεωργική/ηχητική (= ηχο~)/οικιακή/οπτική ~. ~ του αέρα (βλ. αερο~)/των δρόμων/των ποταμών/των υδάτων. ~ από απόβλητα/λύματα. Eστίες/μονάδα ελέγχου/πηγές ~ης. Θαλάσσιες ~άνσεις. Πβ. μόλυνση. Βλ. αντιρ~, αφισο~, νιτρο~, φωτο~. ΑΝΤ. απορρύπανση ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργός ρύπανση βλ. ραδιενεργός, φωτοχημικό νέφος βλ. φωτοχημικός [< μεσν. ρύπανσις, αγγλ. pollution, γαλλ. ~, περ. 1960]
44719ρυπαντήςρυ-πα-ντής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. κάθε πηγή ή παράγοντας ρύπανσης: βιομηχανικός/οργανικός/πρωτογενής/τοξικός/χημικός ~. ~ές τροφίμων. Ατμοσφαιρικοί (βλ. όξινη βροχή)/βιολογικοί/περιβαλλοντικοί ~ές. Έκθεση σε ~ές. ΣΥΝ. ρύπος (1) [< αγγλ. pollutant, γαλλ. polluant, περ. 1970]
44720ρυπαντικός, ή, ό ρυ-πα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): ρυπογόνος: ~ές: ουσίες. ~ά: φορτία. ΑΝΤ. αντιρρυπαντικός [< γαλλ. polluant, περ. 1970]
44721ρυπαρογράφημαρυ-πα-ρο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δημοσίευμα με υβριστικό, ανήθικο, αισχρό περιεχόμενο: ανώνυμο/συκοφαντικό ~. Βλ. -γράφημα, λίβελος.
44722ρυπαρός, ή, ό [ῥυπαρός] ρυ-πα-ρός επίθ. (λόγ.) 1. βρόμικος, ακάθαρτος: ~ός: αέρας. ~ή: ατμόσφαιρα/θάλασσα (πβ. μολυσμένος). ~ές: ουσίες. ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (μτφ.) αισχρός, ανήθικος: ~ό: έντυπο. Ανώνυμα γράμματα με ~ό περιεχόμενο. ΣΥΝ. βρόμικος (2), μιαρός, φαύλος [< αρχ. ῥυπαρός]
44723ρυπαρότηταρυ-πα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. βρομιά: η ~ της επιδερμίδας. ΣΥΝ. ακαθαρσία (1) ΑΝΤ. καθαριότητα (1) 2. (μτφ.) αισχρότητα, ανηθικότητα στις πράξεις ή τα λόγια. Πβ. φαυλότητα.|| (συνεκδ.) Κείμενα με ~ες (= αισχρολογίες, κακοήθειες). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. βρομιά (2) [< μτγν. ῥυπαρότης]
44724ρυπογόνος, α/ος, ο ρυ-πο-γό-νος επίθ. (λόγ.): που ρυπαίνει, μολύνει το περιβάλλον: ~α/ος: ενέργεια/εστία/τεχνολογία. ~ο: νέφος. ~οι: κινητήρες/σταθμοί παραγωγής (ρεύματος). ~ες: βιομηχανίες/ουσίες. ~α: αέρια/εργοστάσια/καύσιμα/σωματίδια (βλ. μικροσωματίδια). Πβ. μολυσματ-, τοξ-ικός. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. ρυπαντικός
44725ρύπος[ῥύπος] ρύ-πος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. ΟΙΚΟΛ. κάθε ανόργανη ή οργανική ουσία που προκαλεί ρύπανση: αέριοι/άοσμοι/ατμοσφαιρικοί/άχρωμοι/επικίνδυνοι/καρκινογόνοι/ραδιενεργοί/τοξικοί/χημικοί ~οι. Οι ~οι του νέφους/της όξινης βροχής. Εκπομπή ~ων. Μέτρηση των ~ων των αυτοκινήτων. ΣΥΝ. ρυπαντής 2. βρομιά: Απομακρύνουμε τους ~ους με βούρτσα. Αφαίρεση του σμήγματος και των ~ων από την επιδερμίδα. Πβ. ακαθαρσία. ● ΣΥΜΠΛ.: έμμονοι/ανθεκτικοί οργανικοί ρύποι βλ. οργανικός [< 1: αγγλ. pollutant 2: αρχ. ῥύπος]
44726ρύση[ῥύση] ρύ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ροή υγρού. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: έμμηνος ρύση βλ. έμμηνος [< αρχ. ῥύσις]
44727ρυτίδα[ῥυτίδα] ρυ-τί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λεπτή δερματική πτυχή που οφείλεται σε αλλοίωση του συνδετικού ιστού, συνήθ. λόγω γήρανσης: έντονες/επιφανειακές ~ες. ~ες έκφρασης/ματιών/προσώπου. ~ες στα χέρια. ~ες από τον ήλιο. Εμφάνιση ~ων. Λείανση/μείωση των λεπτών γραμμών και των ~ων. Ενυδατική κρέμα που απαλύνει/καταπολεμά τις ~ες. Το μέτωπό του αυλακώνουν βαθιές ~ες (πβ. αυλάκωση). Πβ. αυλακιά, ζάρα, ζαρωματιά, σούφρα. Βλ. πτύχωση. ● Υποκ.: ρυτιδούλα (η) [< αρχ. ῥυτίς, αιτ. ῥυτίδα]
44728ρυτιδεκτομήρυ-τι-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΙΑΤΡ. λίφτινγκ. Βλ. -εκτομή. ΣΥΝ. ρυτιδοπλαστική

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.