Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45260-45280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44701ρυθμιστήςρυθ-μι-στής ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. ρυθμίστρια} αυτός που ρυθμίζει κάτι: ~ των εξελίξεων/της κατάστασης/της οικονομίας/του πολιτικού σκηνικού. Οι βιταμίνες είναι ~ές της καλής λειτουργίας του οργανισμού. 2. ΤΕΧΝΟΛ. & (σπάν.) ρυθμιστήρας: όργανο ή διάταξη που ρυθμίζει τη λειτουργία συσκευής: ~ έντασης/πίεσης (νερού)/στροφών/τάσης/υγραερίου/φόρτισης. [< μτγν. ῥυθμιστής, γαλλ. régulateur]
44702ρυθμιστικός, ή, ό ρυθ-μι-στι-κός επίθ.: που ρυθμίζει κάτι: ~ός: διακόπτης/θερμοστάτης.|| ~ός: έλεγχος/κανόνας/νόμος/παράγοντας/σχεδιασμός (μιας πόλης). ~ή: απόφαση/παρέμβαση. ~ό: πλαίσιο. ~ές: ιδιότητες. ~ά: μέτρα. Ο ~ ρόλος του κράτους. Ευρωπαϊκό/διεθνές ~ό πλαίσιο για ... Πβ. κανονιστικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές: ορμόνες. (ΧΗΜ.) ~ό: διάλυμα. ΑΝΤ. απορρυθμιστικός ● Ουσ.: ρυθμιστικό (το): κουμπί συσκευής κατάλληλο για τη ρύθμιση λειτουργίας: ~ έντασης ήχου. ● επίρρ.: ρυθμιστικά ● ΣΥΜΠΛ.: ρυθμιστικό σχέδιο & (προφ.) ρυθμιστικό: που περιλαμβάνει πολεοδομικές ρυθμίσεις για κατοικημένες περιοχές, ώστε να εξυπηρετούνται οι ανάγκες των κατοίκων τους., ρυθμιστική γραμματική βλ. γραμματική [< μεσν. ρυθμιστικός, γαλλ. régulateur]
44703ρυθμολογίαρυθ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μελέτη του ρυθμού στη λογοτεχνία, την αρχιτεκτονική ή τη μουσική. Βλ. -λογία. [< γαλλ. rythmique]
44704ρυθμός[ῥυθμός] ρυθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ο τρόπος και η ταχύτητα με την οποία κινείται κάποιος ή κάτι και η σταθερή εναλλαγή των κινήσεών του· ειδικότ. κανονικότητα: Περπατά/τρέχει/χορεύει με ~ό. Ο ~ των κυμάτων. Ο ~ της κούρσας/της κωπηλασίας. Πβ. αρμονία, ευρυθμία, συμμετρία.|| (ΙΑΤΡ.) Αναπνευστικός/βιολογικός (= βιο~)/κιρκαδικός ~. Διαταραχή του καρδιακού ~ού (= αρρυθμία). 2. ταχύτητα εκτέλεσης εργασίας, εξέλιξης διαδικασίας ή μεταβολής μεγέθους: ~ αύξησης πληθυσμού/κατανάλωσης (τροφίμων)/μεταφοράς δεδομένων/παραγωγής/υλοποίησης (έργου). Σε/με αργούς/εντατικούς/εντυπωσιακούς/κανονικός/πυρετώδεις/ραγδαίους/χαλαρούς ~ούς. Ο ~ απορρόφησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Ελάχιστος/ετήσιος ~ ανάπτυξης (της οικονομίας). Βρίσκω/χάνω τον ~ό μου. Συνέχισε στον ίδιο ~ό. Ο ~ του αγώνα/του παιχνιδιού έχει ανέβει/βελτιωθεί (: έχει γίνει πιο γρήγορος, οι φάσεις εξελίσσονται με ταχύτητα). Η ομάδα (δεν) έχει ~ό. Οι ~οί της σύγχρονης ζωής. Δυσκολεύομαι να ακολουθήσω τους ~ούς της. Η τεχνολογία εξελίσσεται με αυξανόμενους/ιλιγγιώδεις/ταχύτατους ~ούς.|| (μτφ.) Η πόλη ζει στον ~ό του καρναβαλιού. Μπήκαμε σε ~ούς κυπέλλου/τελικού. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. το σύνολο των μορφολογικών και αισθητικών χαρακτηριστικών που διαφοροποιούν έργα ή καλλιτεχνικά ρεύματα από άλλα: αιολικός/αρχιτεκτονικός/ερυθρόμορφος/μινωικός ~. Μνημείο/ναός βυζαντινού/γοτθικού ~ού. Ο ~ της βασιλικής. Συνδυασμός ~ών. Πβ. στιλ, τεχνοτροπία. 4. ΜΟΥΣ. διάρκεια (μακρύ-βραχύ) και εναλλαγή των μουσικών ήχων: αργός/γρήγορος/έντονος/ξέφρενος ~. Έχει την αίσθηση του ~ού (στη φωνή, στο σώμα, στις κινήσεις). Νιώθω τον/χορεύω στον ~ό (της μουσικής). Πβ. μέτρο, τέμπο.|| (κατ' επέκτ., μελωδία, σκοπός:) Γνώριμος/εύθυμος/ζωηρός/χαρούμενος ~. Αφρικανικοί/ελληνικοί/λατινοαμερικάνικοι/μοντέρνοι ~οί. 5. ΛΟΓΟΤ. γνώρισμα που διακρίνει τον ποιητικό από τον πεζό λόγο και βασίζεται στην εφαρμογή των κανόνων του μέτρου, στην κατανομή φθόγγων, συλλαβών, παύσεων και στον ευρηματικό συνδυασμό των λέξεων: ιαμβικός/προσωδιακός/τροχαϊκός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αυστηρός ρυθμός βλ. αυστηρός, δωρικός ρυθμός βλ. δωρικός, ιωνικός ρυθμός βλ. ιωνικός, καμαραϊκός ρυθμός βλ. καμαραϊκός, κορινθιακός ρυθμός βλ. κορινθιακός ● ΦΡ.: ανεβάζω (τις) στροφές/ταχύτητα/ρυθμούς βλ. ανεβάζω, με ρυθμούς χελώνας βλ. χελώνα, με/σε ρυθμό πολυβόλου βλ. πολυβόλο [< αρχ. ῥυθμός, γαλλ. rythme, αγγλ. rhythm]
23152ρύκτης

καρ-πό-κα-ψα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. έντομο της τάξης των λεπιδόπτερων, του οποίου οι κάμπιες αναπτύσσονται στους καρπούς των δέντρων, καταστρέφοντάς τους: ~ αχλαδιάς/κυδωνιάς/μηλιάς/ροδακινιάς. Ψεκασμοί για ~ (βλ. φυτοπροστασία). Βλ. βαμβακάδα, φυλλο-δέτης, -ρύκτης. [< γαλλ. carpocapse]

44705ρύμη[ῥύμη] ρύ-μη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: ανά τας οδούς και τας ρύμας & (σπάν.) ανά τας ρύμας και τας οδούς (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): στα σοκάκια και τους δρόμους· κατ' επέκτ. παντού: Περιπλανιέται/τριγυρίζει ~ ~ της πόλης/χώρας.|| Τρέχει ~ ~, για να μαζέψει ψήφους., εν τη ρύμη του λόγου & (σπάν.) στη ρύμη του λόγου: στη ροή της ομιλίας, πάνω στην κουβέντα, καθώς μιλά κάποιος, συνήθ. χωρίς να σκέφτεται: Δεν τα εννοούσα όσα είπα, παρασύρθηκα ~ ~. Βλ. ειρήσθω εν παρόδω, παρεμπιπτόντως. [< αρχ. ῥύμη ‘ροή, δρόμος’]
44706ρυμοτομημένος, η, ο ρυ-μο-το-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει ρυμοτομηθεί: ~η: περιοχή/πόλη. ~ο: σχέδιο. ~οι: δρόμοι.
44707ρυμοτόμησηρυ-μο-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρυμοτομώ: ~ ιδιοκτησίας/οικοπέδου. Βλ. πολεοδόμηση.
44708ρυμοτομίαρυ-μο-το-μί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος της πολεοδομίας με αντικείμενο τη διαμόρφωση του χώρου όπου πρόκειται να κτιστεί οικισμός ή πόλη, κυρ. με σχεδίαση και χάραξη δρόμων, πλατειών και οικοπέδων και καθορισμό του ύψους ή των ορίων των κτιρίων· συνεκδ. η ίδια η χάραξη δρόμων, πλατειών και οικοπέδων: ακανόνιστη/άρτια/δαιδαλώδης/κακή/συμμετρική ~. [< μτγν. ῥυμοτομία ‘διαίρεση με δρόμους’]
44709ρυμοτομικός, ή, ό ρυ-μο-το-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ρυμοτομία: ~ός: κανονισμός/χάρτης. ~ή: απαλλοτρίωση/μελέτη/ρύθμιση. ~ό: σύστημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ρυμοτομική γραμμή: το όριο μεταξύ οικοδομικού τετραγώνου και κοινόχρηστου χώρου σε οικισμό, με βάση το ρυμοτομικό σχέδιο: απόσταση κτιρίων από τη ~ ~., ρυμοτομικό σχέδιο: με το οποίο καθορίζονται οι πολεοδομικοί κανόνες και τα επιτρεπόμενα μεγέθη ως προς την οικοδόμηση, με σκοπό την ομαλή λειτουργία και την καλή αισθητική των πόλεων: ένταξη στο ~ ~.
44710ρυμοτομώ[ῥυμοτομῶ] ρυ-μο-το-μώ ρ. (μτβ.) {ρυμοτόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: εφαρμόζω ρυμοτομικό σχέδιο σε περιοχή, ρυθμίζω τον τρόπο οικοδόμησής της: ~ούνται οικόπεδα. ~ούμενη: έκταση. ~ημένη: πόλη. ~ούμενο: κτίσμα. [< μτγν. ῥυμοτομῶ ‘χαράζω δρόμους’]
44711ρυμούλκαρυ-μούλ-κα ουσ. (θηλ.) & ρεμούλκα: καθετί ρυμουλκούμενο, συνήθ. όχημα: αγροτική/συρόμενη ~. ~ αποσκευών/σκάφους/τρακτέρ/φορτηγού. ~ οπίσθιας ανατροπής. ~ες-τροχόσπιτα.
44712ρυμούλκησηρυ-μούλ-κη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρυμουλκώ: ~ οχήματος/πλοίου/τρέιλερ/τροχόσπιτου/φορτίου. Άγκιστρο/γάντζος/ιμάντας/υπηρεσία ~ης. Πβ. τράβηγμα.
44713ρυμουλκόρυ-μουλ-κό ουσ. (ουδ.): μηχανοκίνητο όχημα ή πλοίο κατάλληλο για ρυμούλκηση: ναυαγοσωστικό/πυροσβεστικό ~. Πβ. ελκυστήρας.|| (ως επίθ.) ~ό: σκάφος. [< γαλλ. remorqeur]
44714ρυμουλκός, ή, ό ρυ-μουλ-κός επίθ.: που είναι κατάλληλος για να ρυμουλκεί: ~ό: όχημα/σκάφος/φορτηγό. [< γαλλ. remorqueur]
44715ρυμουλκούμενος, η, ο [ῥυμουλκούμενος] ρυ-μουλ-κού-με-νος επίθ.: που ρυμουλκείται: ~η: καρότσα/πλατφόρμα. ~ο: φορτίο. ● Ουσ.: ρυμουλκούμενο (το): όχημα ή σκάφος που ρυμουλκείται: ~ με/χωρίς φρένα. Επιβατικό με ~ (= τρέιλερ). ΣΥΝ. ρυμούλκα [< μτγν. ῥυμουλκούμενος]
44716ρυμουλκώ[ῥυμουλκῶ] ρυ-μουλ-κώ ρ. (μτβ.) {ρυμούλκ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: σύρω, τραβάω όχημα ή πλοίο δεμένο σε άλλο, προκειμένου να μεταφερθεί στο σημείο προορισμού του: ~ήθηκε ιστιοπλοϊκό/υποβρύχιο. Η θαλαμηγός ~ήθηκε με ασφάλεια στο λιμάνι. Πβ. έλκω. [< μτγν. ῥυμουλκῶ]
44717ρυπαίνω[ῥυπαίνω] ρυ-παί-νω ρ. (μτβ.) {ρύπ-ανα, ρυπ-άνθηκε, (λόγ.) ρυπαίν-ων, -ουσα, ρυπ-ασμένος, ρυπαίν-οντας}: μολύνω, προκαλώ ρύπους: ~εται η ατμόσφαιρα/το έδαφος από τοξικές ουσίες. Αυτοκίνητο/εργοστάσιο/χωματερή που ~ει το περιβάλλον. ~ουν τον χώρο με σκουπίδια. Εφαρμογή της αρχής "ο ~ων πληρώνει". ~ασμένες: περιοχές. Πβ. βρομίζω, λερώνω. ΑΝΤ. απορρυπαίνω (1), καθαρίζω (1) [< αρχ. ῥυπαίνω, αγγλ. pollute]
44718ρύπανσηρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.): ύπαρξη στο περιβάλλον, σε βαθμό μεγαλύτερο από το φυσιολογικό, ουσιών βλαβερών για τους ζωντανούς οργανισμούς: αισθητική/αστική/ατμοσφαιρική/βιομηχανική/γεωργική/ηχητική (= ηχο~)/οικιακή/οπτική ~. ~ του αέρα (βλ. αερο~)/των δρόμων/των ποταμών/των υδάτων. ~ από απόβλητα/λύματα. Eστίες/μονάδα ελέγχου/πηγές ~ης. Θαλάσσιες ~άνσεις. Πβ. μόλυνση. Βλ. αντιρ~, αφισο~, νιτρο~, φωτο~. ΑΝΤ. απορρύπανση ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργός ρύπανση βλ. ραδιενεργός, φωτοχημικό νέφος βλ. φωτοχημικός [< μεσν. ρύπανσις, αγγλ. pollution, γαλλ. ~, περ. 1960]
44719ρυπαντήςρυ-πα-ντής ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΛ. κάθε πηγή ή παράγοντας ρύπανσης: βιομηχανικός/οργανικός/πρωτογενής/τοξικός/χημικός ~. ~ές τροφίμων. Ατμοσφαιρικοί (βλ. όξινη βροχή)/βιολογικοί/περιβαλλοντικοί ~ές. Έκθεση σε ~ές. ΣΥΝ. ρύπος (1) [< αγγλ. pollutant, γαλλ. polluant, περ. 1970]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.