| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44720 | ρυπαντικός | , ή, ό ρυ-πα-ντι-κός επίθ. (λόγ.): ρυπογόνος: ~ές: ουσίες. ~ά: φορτία. ΑΝΤ. αντιρρυπαντικός [< γαλλ. polluant, περ. 1970] | |
| 44721 | ρυπαρογράφημα | ρυ-πα-ρο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δημοσίευμα με υβριστικό, ανήθικο, αισχρό περιεχόμενο: ανώνυμο/συκοφαντικό ~. Βλ. -γράφημα, λίβελος. | |
| 44722 | ρυπαρός | , ή, ό [ῥυπαρός] ρυ-πα-ρός επίθ. (λόγ.) 1. βρόμικος, ακάθαρτος: ~ός: αέρας. ~ή: ατμόσφαιρα/θάλασσα (πβ. μολυσμένος). ~ές: ουσίες. ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (μτφ.) αισχρός, ανήθικος: ~ό: έντυπο. Ανώνυμα γράμματα με ~ό περιεχόμενο. ΣΥΝ. βρόμικος (2), μιαρός, φαύλος [< αρχ. ῥυπαρός] | |
| 44723 | ρυπαρότητα | ρυ-πα-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. βρομιά: η ~ της επιδερμίδας. ΣΥΝ. ακαθαρσία (1) ΑΝΤ. καθαριότητα (1) 2. (μτφ.) αισχρότητα, ανηθικότητα στις πράξεις ή τα λόγια. Πβ. φαυλότητα.|| (συνεκδ.) Κείμενα με ~ες (= αισχρολογίες, κακοήθειες). Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. βρομιά (2) [< μτγν. ῥυπαρότης] | |
| 44724 | ρυπογόνος | , α/ος, ο ρυ-πο-γό-νος επίθ. (λόγ.): που ρυπαίνει, μολύνει το περιβάλλον: ~α/ος: ενέργεια/εστία/τεχνολογία. ~ο: νέφος. ~οι: κινητήρες/σταθμοί παραγωγής (ρεύματος). ~ες: βιομηχανίες/ουσίες. ~α: αέρια/εργοστάσια/καύσιμα/σωματίδια (βλ. μικροσωματίδια). Πβ. μολυσματ-, τοξ-ικός. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. ρυπαντικός | |
| 44725 | ρύπος | [ῥύπος] ρύ-πος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λόγ.) 1. ΟΙΚΟΛ. κάθε ανόργανη ή οργανική ουσία που προκαλεί ρύπανση: αέριοι/άοσμοι/ατμοσφαιρικοί/άχρωμοι/επικίνδυνοι/καρκινογόνοι/ραδιενεργοί/τοξικοί/χημικοί ~οι. Οι ~οι του νέφους/της όξινης βροχής. Εκπομπή ~ων. Μέτρηση των ~ων των αυτοκινήτων. ΣΥΝ. ρυπαντής 2. βρομιά: Απομακρύνουμε τους ~ους με βούρτσα. Αφαίρεση του σμήγματος και των ~ων από την επιδερμίδα. Πβ. ακαθαρσία. ● ΣΥΜΠΛ.: έμμονοι/ανθεκτικοί οργανικοί ρύποι βλ. οργανικός [< 1: αγγλ. pollutant 2: αρχ. ῥύπος] | |
| 44726 | ρύση | [ῥύση] ρύ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ροή υγρού. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: έμμηνος ρύση βλ. έμμηνος [< αρχ. ῥύσις] | |
| 44727 | ρυτίδα | [ῥυτίδα] ρυ-τί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: λεπτή δερματική πτυχή που οφείλεται σε αλλοίωση του συνδετικού ιστού, συνήθ. λόγω γήρανσης: έντονες/επιφανειακές ~ες. ~ες έκφρασης/ματιών/προσώπου. ~ες στα χέρια. ~ες από τον ήλιο. Εμφάνιση ~ων. Λείανση/μείωση των λεπτών γραμμών και των ~ων. Ενυδατική κρέμα που απαλύνει/καταπολεμά τις ~ες. Το μέτωπό του αυλακώνουν βαθιές ~ες (πβ. αυλάκωση). Πβ. αυλακιά, ζάρα, ζαρωματιά, σούφρα. Βλ. πτύχωση. ● Υποκ.: ρυτιδούλα (η) [< αρχ. ῥυτίς, αιτ. ῥυτίδα] | |
| 44728 | ρυτιδεκτομή | ρυ-τι-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΙΑΤΡ. λίφτινγκ. Βλ. -εκτομή. ΣΥΝ. ρυτιδοπλαστική | |
| 44729 | ρυτιδιάζω | ρυ-τι-διά-ζω ρ. (αμτβ.) {ρυτίδια-σα, -σμένος, ρυτιδιάζ-οντας}: γεμίζω ρυτίδες: ~σμένος: λαιμός. ~σμένο: πρόσωπο. Πβ. ζαρώνω.|| (μτφ.) ~ει η επιφάνεια της λίμνης. ~σμένη: θάλασσα. Πβ. ρυτιδώνει. | |
| 44730 | ρυτίδιασμα | ρυ-τί-δια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρυτιδιάζω: ~ του δέρματος. Πβ. ζάρωμα.|| (μτφ.) ~ της θάλασσας. ΣΥΝ. ρυτίδωμα (1), ρυτίδωση | |
| 44731 | ρυτιδοπλαστική | ρυ-τι-δο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΙΑΤΡ. λίφτινγκ. ΣΥΝ. ρυτιδεκτομή | |
| 44732 | ρυτίδωμα | ρυ-τί-δω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ρυτίδιασμα. Πβ. ζάρωμα. ΣΥΝ. ρυτίδωση 2. ΒΟΤ. νεκρός φλοιός δέντρων: αλλοιώσεις στο ~. [< μτγν. ῥυτίδωμα] | |
| 44733 | ρυτιδώνει | ρυ-τι-δώ-νει ρ. (μτβ.) {ρυτίδω-σε, ρυτιδώ-θηκε, -μένος, ρυτιδών-οντας}: προκαλεί ρυτίδες: ~μένο: κορμί.|| (μτφ.) Το μελτέμι ~ το πέλαγος. Πβ. ζαρώνω, πτυχώνει, ρυτιδιάζω. [< αρχ. ῥυτιδῶ] | |
| 44734 | ρυτίδωση | ρυ-τί-δω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σχηματισμός ρυτίδων, πτυχών: λεπτή/πρόωρη ~. ~ του δέρματος/του προσώπoυ. (ΙΑΤΡ.) ~ στο(ν) μαστό.|| (μτφ.) ~ της άμμου/της επιφάνειας του νερού. Πβ. ζάρωμα, σούφρωμα. ΣΥΝ. ρυτίδιασμα, ρυτίδωμα (1) [< μτγν. ῥυτίδωσις] | |
| 44735 | ρυτό | [ῥυτό] ρυ-τό ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. τελετουργικό αγγείο για σπονδές με ανεστραμμένο κωνικό ή σπανιότ. ωοειδές σχήμα: ζωόμορφο/μινωικό/πήλινο ~. [< αρχ. ῥυτόν] | |
| 44736 | ρω | βλ. ρο | |
| 44737 | ρώγα | [ῥῶγα] ρώ-γα ουσ. (θηλ.) & ρόγα 1. καθένας από τους καρπούς που έχει το τσαμπί του σταφυλιού: άγουρη ~ (βλ. αγουρίδα). Βλ. γίγαρτα. ΣΥΝ. ράγα2 2. ΑΝΑΤ. θηλή του μαστού. 3. το εσωτερικό των ακροδαχτύλων. ● Υποκ.: ρωγίτσα & ρωγούλα (η) ● ΦΡ.: μάζευε κι ας είν' και ρώγες (παροιμ.): κάνε αποταμίευση ακόμα και μικρών, ασήμαντων πραγμάτων, γιατί μπορεί να φανούν χρήσιμα στο μέλλον., τζίτζικας ελάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε βλ. τζιτζίκι [< μεσν. ρώγα < αρχ. ῥώξ, αιτ. ῥῶγα] | |
| 44738 | ρωγμάτωση | ρωγ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ρηγμάτωση: επιφανειακή/υδραυλική ~. ~ λόγω κόπωσης. Βαθμίδα/πίεση ~ης. | |
| 44739 | ρωγμή | [ῥωγμή] ρωγ-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μακρόστενη σχισμή στην επιφάνεια στερεού σώματος: γεωλογική ~. ~ές στο έδαφος/στο σκυρόδεμα/στο ταβάνι/στον τοίχο. ~ές βράχου. Το κτίριο υπέστη ~ές από τον σεισμό. (ΙΑΤΡ.) ~ αμφιβληστροειδούς. Πβ. ράγισμα, ρήγμα. 2. (μτφ.) διάσπαση: πολιτικές ~ές. Ανεπανόρθωτες/βαθύτατες ~ές στον κοινωνικό ιστό. ● Υποκ.: ρωγμούλα (η): στη σημ. 1. [< αρχ. ῥωγμή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ