Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45280-45300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44729ρυτιδιάζωρυ-τι-διά-ζω ρ. (αμτβ.) {ρυτίδια-σα, -σμένος, ρυτιδιάζ-οντας}: γεμίζω ρυτίδες: ~σμένος: λαιμός. ~σμένο: πρόσωπο. Πβ. ζαρώνω.|| (μτφ.) ~ει η επιφάνεια της λίμνης. ~σμένη: θάλασσα. Πβ. ρυτιδώνει.
44730ρυτίδιασμαρυ-τί-δια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρυτιδιάζω: ~ του δέρματος. Πβ. ζάρωμα.|| (μτφ.) ~ της θάλασσας. ΣΥΝ. ρυτίδωμα (1), ρυτίδωση
44731ρυτιδοπλαστικήρυ-τι-δο-πλα-στι-κή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΙΑΤΡ. λίφτινγκ. ΣΥΝ. ρυτιδεκτομή
44732ρυτίδωμαρυ-τί-δω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ρυτίδιασμα. Πβ. ζάρωμα. ΣΥΝ. ρυτίδωση 2. ΒΟΤ. νεκρός φλοιός δέντρων: αλλοιώσεις στο ~. [< μτγν. ῥυτίδωμα]
44733ρυτιδώνειρυ-τι-δώ-νει ρ. (μτβ.) {ρυτίδω-σε, ρυτιδώ-θηκε, -μένος, ρυτιδών-οντας}: προκαλεί ρυτίδες: ~μένο: κορμί.|| (μτφ.) Το μελτέμι ~ το πέλαγος. Πβ. ζαρώνω, πτυχώνει, ρυτιδιάζω. [< αρχ. ῥυτιδῶ]
44734ρυτίδωσηρυ-τί-δω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σχηματισμός ρυτίδων, πτυχών: λεπτή/πρόωρη ~. ~ του δέρματος/του προσώπoυ. (ΙΑΤΡ.) ~ στο(ν) μαστό.|| (μτφ.) ~ της άμμου/της επιφάνειας του νερού. Πβ. ζάρωμα, σούφρωμα. ΣΥΝ. ρυτίδιασμα, ρυτίδωμα (1) [< μτγν. ῥυτίδωσις]
44735ρυτό[ῥυτό] ρυ-τό ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ. τελετουργικό αγγείο για σπονδές με ανεστραμμένο κωνικό ή σπανιότ. ωοειδές σχήμα: ζωόμορφο/μινωικό/πήλινο ~. [< αρχ. ῥυτόν]
44736ρωβλ. ρο
44737ρώγα[ῥῶγα] ρώ-γα ουσ. (θηλ.) & ρόγα 1. καθένας από τους καρπούς που έχει το τσαμπί του σταφυλιού: άγουρη ~ (βλ. αγουρίδα). Βλ. γίγαρτα. ΣΥΝ. ράγα2 2. ΑΝΑΤ. θηλή του μαστού. 3. το εσωτερικό των ακροδαχτύλων. ● Υποκ.: ρωγίτσα & ρωγούλα (η) ● ΦΡ.: μάζευε κι ας είν' και ρώγες (παροιμ.): κάνε αποταμίευση ακόμα και μικρών, ασήμαντων πραγμάτων, γιατί μπορεί να φανούν χρήσιμα στο μέλλον., τζίτζικας ελάλησε, μαύρη ρώγα γυάλισε βλ. τζιτζίκι [< μεσν. ρώγα < αρχ. ῥώξ, αιτ. ῥῶγα]
44738ρωγμάτωσηρωγ-μά-τω-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ρηγμάτωση: επιφανειακή/υδραυλική ~. ~ λόγω κόπωσης. Βαθμίδα/πίεση ~ης.
44739ρωγμή[ῥωγμή] ρωγ-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. μακρόστενη σχισμή στην επιφάνεια στερεού σώματος: γεωλογική ~. ~ές στο έδαφος/στο σκυρόδεμα/στο ταβάνι/στον τοίχο. ~ές βράχου. Το κτίριο υπέστη ~ές από τον σεισμό. (ΙΑΤΡ.) ~ αμφιβληστροειδούς. Πβ. ράγισμα, ρήγμα. 2. (μτφ.) διάσπαση: πολιτικές ~ές. Ανεπανόρθωτες/βαθύτατες ~ές στον κοινωνικό ιστό. ● Υποκ.: ρωγμούλα (η): στη σημ. 1. [< αρχ. ῥωγμή]
44740ρωγμώδης, ης, ες ρωγ-μώ-δης επίθ. (επιστ.): που έχει ρωγμές στην επιφάνειά του: (ΓΕΩΛ.) ~ης: φλοιός. ~ες: έδαφος. ~η: πετρώματα. Πβ. ρηγματώδης.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες: κάταγμα. Βλ. -ώδης.
44741ρωμαίικος, η/ια, ο ρω-μαί-ι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Ρωμιούς, τη ρωμιοσύνη: ~η: ψυχή. ~ο: φιλότιμο. Πβ. (νεο)ελληνικός.|| (μειωτ.) Αυτά είναι ~α κόλπα. ● Ουσ.: ρωμαίικα (τα) (παλαιότ.-προφ.): η ελληνική γλώσσα στην καθημερινή, λαϊκή της μορφή, κυρ. τον 18ο και 19ο αι., ρωμαίικο (το) (περιληπτ.-παλαιότ.-συχνά ειρων.): το ελληνικό έθνος, κράτος. Πβ. ψωροκώσταινα. [< μεσν. ρωμαίικος]
44742ρωμαϊκός, ή, ό ρω-μα-ϊ-κός επίθ. 1. ΙΣΤ. που σχετίζεται με την αρχαία Ρώμη ή/και τους Ρωμαίους: ~ός: πολιτισμός. ~ή: αγορά/αυτοκρατορία/εποχή/περίοδος/τέχνη. ~ό: δίκαιο/μνημείο. ~ά: λουτρά. Ανατολικό/δυτικό ~ό κράτος. 2. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. Ρ) που αναφέρεται στη χριστιανική Ρώμη: ~ή: Εκκλησία (= Ρωμαιοκαθολική). [< μτγν. Ῥωμαϊκός, γαλλ. romain]
44743ρωμαιοκαθολικισμόςρω-μαι-ο-κα-θο-λι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. (συνήθ. με κεφαλ. Ρ) καθολικισμός. [< αγγλ. Roman Catholicism]
44744ρωμαιοκαθολικός, ή, ό ρω-μαι-ο-κα-θο-λι-κός επίθ. (κ. με κεφαλ. Ρ): ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ρωμαιοκαθολικισμό. ΣΥΝ. καθολικός (3) ● Ουσ.: ρωμαιοκαθολικός, ρωμαιοκαθολική (ο/η): καθολικός, καθολική.
44745ρωμαιοκρατίαρω-μαι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ρ): ΙΣΤ. η κυριαρχία της αρχαίας Ρώμης σε πολλές περιοχές του τότε γνωστού κόσμου και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη χρονική περίοδος. Βλ. κοσμοκρατορία, -κρατία.
44746ρωμαλέος, α, ο [ῥωμαλέος] ρω-μα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. δυνατός, εύρωστος: ~ος: αγωνιστής/πολεμιστής. ~α: μπράτσα. Πβ. μυώδης. ΣΥΝ. άλκιμος 2. (μτφ.) δυναμικός, στιβαρός: ~α: προσωπικότητα/σκέψη/φωνή. ~ο: κίνημα. Πβ. ισχυρός. Βλ. -αλέος. ● επίρρ.: ρωμαλέα [< αρχ. ῥωμαλέος]
44747ρωμαλεότητα[ῥωμαλεότητα] ρω-μα-λε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δύναμη, δυναμικότητα: η ~ της νιότης/του πνεύματος. Πβ. ευρωστία, ισχύς, στιβαρότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ῥωμαλεότης]
44748ρώμη[ῥώμη] ρώ-μη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δύναμη, σθένος: σωματική ~.|| (μτφ.) Πνευματική ~. Η ψυχική ~ του λαού. ΣΥΝ. αλκή, ευρωστία [< αρχ. ῥώμη]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.