| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44740 | ρωγμώδης | , ης, ες ρωγ-μώ-δης επίθ. (επιστ.): που έχει ρωγμές στην επιφάνειά του: (ΓΕΩΛ.) ~ης: φλοιός. ~ες: έδαφος. ~η: πετρώματα. Πβ. ρηγματώδης.|| (ΙΑΤΡ.) ~ες: κάταγμα. Βλ. -ώδης. | |
| 44741 | ρωμαίικος | , η/ια, ο ρω-μαί-ι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τους Ρωμιούς, τη ρωμιοσύνη: ~η: ψυχή. ~ο: φιλότιμο. Πβ. (νεο)ελληνικός.|| (μειωτ.) Αυτά είναι ~α κόλπα. ● Ουσ.: ρωμαίικα (τα) (παλαιότ.-προφ.): η ελληνική γλώσσα στην καθημερινή, λαϊκή της μορφή, κυρ. τον 18ο και 19ο αι., ρωμαίικο (το) (περιληπτ.-παλαιότ.-συχνά ειρων.): το ελληνικό έθνος, κράτος. Πβ. ψωροκώσταινα. [< μεσν. ρωμαίικος] | |
| 44742 | ρωμαϊκός | , ή, ό ρω-μα-ϊ-κός επίθ. 1. ΙΣΤ. που σχετίζεται με την αρχαία Ρώμη ή/και τους Ρωμαίους: ~ός: πολιτισμός. ~ή: αγορά/αυτοκρατορία/εποχή/περίοδος/τέχνη. ~ό: δίκαιο/μνημείο. ~ά: λουτρά. Ανατολικό/δυτικό ~ό κράτος. 2. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. Ρ) που αναφέρεται στη χριστιανική Ρώμη: ~ή: Εκκλησία (= Ρωμαιοκαθολική). [< μτγν. Ῥωμαϊκός, γαλλ. romain] | |
| 44743 | ρωμαιοκαθολικισμός | ρω-μαι-ο-κα-θο-λι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. (συνήθ. με κεφαλ. Ρ) καθολικισμός. [< αγγλ. Roman Catholicism] | |
| 44744 | ρωμαιοκαθολικός | , ή, ό ρω-μαι-ο-κα-θο-λι-κός επίθ. (κ. με κεφαλ. Ρ): ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον ρωμαιοκαθολικισμό. ΣΥΝ. καθολικός (3) ● Ουσ.: ρωμαιοκαθολικός, ρωμαιοκαθολική (ο/η): καθολικός, καθολική. | |
| 44745 | ρωμαιοκρατία | ρω-μαι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Ρ): ΙΣΤ. η κυριαρχία της αρχαίας Ρώμης σε πολλές περιοχές του τότε γνωστού κόσμου και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη χρονική περίοδος. Βλ. κοσμοκρατορία, -κρατία. | |
| 44746 | ρωμαλέος | , α, ο [ῥωμαλέος] ρω-μα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. δυνατός, εύρωστος: ~ος: αγωνιστής/πολεμιστής. ~α: μπράτσα. Πβ. μυώδης. ΣΥΝ. άλκιμος 2. (μτφ.) δυναμικός, στιβαρός: ~α: προσωπικότητα/σκέψη/φωνή. ~ο: κίνημα. Πβ. ισχυρός. Βλ. -αλέος. ● επίρρ.: ρωμαλέα [< αρχ. ῥωμαλέος] | |
| 44747 | ρωμαλεότητα | [ῥωμαλεότητα] ρω-μα-λε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δύναμη, δυναμικότητα: η ~ της νιότης/του πνεύματος. Πβ. ευρωστία, ισχύς, στιβαρότητα. Βλ. -ότητα. [< μτγν. ῥωμαλεότης] | |
| 44748 | ρώμη | [ῥώμη] ρώ-μη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δύναμη, σθένος: σωματική ~.|| (μτφ.) Πνευματική ~. Η ψυχική ~ του λαού. ΣΥΝ. αλκή, ευρωστία [< αρχ. ῥώμη] | |
| 44749 | Ρώμη1 | [Ῥώμη] Ρώ-μη ουσ. (θηλ.): στα ● ΣΥΜΠΛ.: Νέα Ρώμη (η): ΙΣΤ. η Κωνσταντινούπολη. ● ΦΡ.: όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη: (μτφ.) υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι για την επίτευξη ενός στόχου. [< γαλλ. tous les chemins mènent à Rome] , από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση [< αρχ. Ῥώμη] | |
| 44750 | Ρωμιός, Ρωμιά | Ρω-μιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (παλαιότ.) Νεοέλληνας. Πβ. Γραικός. 2. (ειδικότ.) Ορθόδοξος Έλληνας της Τουρκίας ή των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας: οι ~ιοί της Πόλης. [< μεσν. Ρωμαίος 'πολίτης του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους'] | |
| 44751 | ρωμιοσύνη | ρω-μιο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ρ) (περιληπτ.-κυρ. λογοτ.): ο ελληνισμός, το ελληνικό έθνος· το ελληνικό φρόνημα. Πβ. ελληνικότητα. Βλ. -οσύνη. | |
| 44752 | ρωπογραφία | ρω-πο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ζωγραφικής που αναπαριστά ρεαλιστικά σκηνές της καθημερινής ζωής καθώς και άψυχα αντικείμενα, κυρ. φρούτα και λουλούδια· ο αντίστοιχος ζωγραφικός πίνακας. Πβ. νεκρή φύση. Βλ. -γραφία. [< μτγν. ῥωπογραφία] | |
| 44753 | ρωσικός | , ή, ό ρω-σι-κός επίθ. & ρώσικος, η, ο & (σπάν.-λαϊκό) ρούσικος: που σχετίζεται με τη Ρωσία ή/και τους Ρώσους. Βλ. σοβιετικός. ● Ουσ.: Ρωσικά & Ρώσικα (τα) & (επίσ.) Ρωσική (η): η ρωσική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: Οκτωβριανή/Ρωσική Επανάσταση βλ. οκτωβριανός, ρώσικη ρουλέτα βλ. ρουλέτα, ρώσικη σαλάτα βλ. σαλάτα [< μεσν. ρωσικός, ρουσικός] | |
| 44754 | ρωσιστί | ρω-σι-στί επίρρ. (λόγ.): στη ρωσική γλώσσα. Βλ. -ιστί. [< μεσν. ρωσιστί] | |
| 44755 | ρωσομαθής | , ής, ές βλ. -μαθής | |
| 44756 | Ρωσοπόντιος, Ρωσοπόντια | Ρω-σο-πό-ντι-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.): Πόντιος που προέρχεται, κατάγεται από περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. | |
| 44757 | Ρώσος, Ρωσίδα | Ρώ-σος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Ρωσία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη ρωσική υπηκοότητα. [< μεσν. Ρώσος] | |
| 44758 | ρωσόφιλος | , η, ο ρω-σό-φι-λος επίθ.: που υποστηρίζει ή ευνοεί το πολιτικό σύστημα και τα συμφέροντα της Ρωσίας: ~η: εξωτερική πολιτική. ~ο: κράτος.|| (ως ουσ.) Ένθερμοι ~οι. Βλ. -φιλος. [< γαλλ. russophile] | |
| 44759 | ρωσόφωνος | , η, ο βλ. -φωνος [< γαλλ. russophone, 1968] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ