Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45300-45320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44749Ρώμη1[Ῥώμη] Ρώ-μη ουσ. (θηλ.): στα ● ΣΥΜΠΛ.: Νέα Ρώμη (η): ΙΣΤ. η Κωνσταντινούπολη. ● ΦΡ.: όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη: (μτφ.) υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι για την επίτευξη ενός στόχου. [< γαλλ. tous les chemins mènent à Rome] , από κτίσεως κόσμου/Ρώμης βλ. κτίση [< αρχ. Ῥώμη]
44750Ρωμιός, ΡωμιάΡω-μιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (παλαιότ.) Νεοέλληνας. Πβ. Γραικός. 2. (ειδικότ.) Ορθόδοξος Έλληνας της Τουρκίας ή των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας: οι ~ιοί της Πόλης. [< μεσν. Ρωμαίος 'πολίτης του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους']
44751ρωμιοσύνηρω-μιο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ρ) (περιληπτ.-κυρ. λογοτ.): ο ελληνισμός, το ελληνικό έθνος· το ελληνικό φρόνημα. Πβ. ελληνικότητα. Βλ. -οσύνη.
44752ρωπογραφίαρω-πο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. είδος ζωγραφικής που αναπαριστά ρεαλιστικά σκηνές της καθημερινής ζωής καθώς και άψυχα αντικείμενα, κυρ. φρούτα και λουλούδια· ο αντίστοιχος ζωγραφικός πίνακας. Πβ. νεκρή φύση. Βλ. -γραφία. [< μτγν. ῥωπογραφία]
44753ρωσικός, ή, ό ρω-σι-κός επίθ. & ρώσικος, η, ο & (σπάν.-λαϊκό) ρούσικος: που σχετίζεται με τη Ρωσία ή/και τους Ρώσους. Βλ. σοβιετικός. ● Ουσ.: Ρωσικά & Ρώσικα (τα) & (επίσ.) Ρωσική (η): η ρωσική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα. ● ΣΥΜΠΛ.: Οκτωβριανή/Ρωσική Επανάσταση βλ. οκτωβριανός, ρώσικη ρουλέτα βλ. ρουλέτα, ρώσικη σαλάτα βλ. σαλάτα [< μεσν. ρωσικός, ρουσικός]
44754ρωσιστίρω-σι-στί επίρρ. (λόγ.): στη ρωσική γλώσσα. Βλ. -ιστί. [< μεσν. ρωσιστί]
44755ρωσομαθής, ής, ές βλ. -μαθής
44756Ρωσοπόντιος, ΡωσοπόντιαΡω-σο-πό-ντι-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.): Πόντιος που προέρχεται, κατάγεται από περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
44757Ρώσος, ΡωσίδαΡώ-σος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στη Ρωσία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει τη ρωσική υπηκοότητα. [< μεσν. Ρώσος]
44758ρωσόφιλος, η, ο ρω-σό-φι-λος επίθ.: που υποστηρίζει ή ευνοεί το πολιτικό σύστημα και τα συμφέροντα της Ρωσίας: ~η: εξωτερική πολιτική. ~ο: κράτος.|| (ως ουσ.) Ένθερμοι ~οι. Βλ. -φιλος. [< γαλλ. russophile]
44759ρωσόφωνος, η, ο βλ. -φωνος [< γαλλ. russophone, 1968]
44760ρωτακισμόςρω-τα-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. φωνητικό φαινόμενο, κατά το οποίο το συριστικό -σ- τρέπεται σε -ρ- μεταξύ δύο φωνηέντων. Βλ. -ισμός. 2. ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που χαρακτηρίζεται από δυσκολία ή αδυναμία προφοράς του φθόγγου "ρ", ο οποίος συνήθ. προφέρεται ως "γ". Βλ. σιγματ-, τραυλ-, ψευδ-ισμός. [< μεσν. ρωτακισμός, γαλλ. rhotacisme, αγγλ. rhotacism]
44761ρώτημα

ρώ-τη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ερώτημα. Κυρ. στις ● ΦΡ.: για να 'χουμε (και/το) καλό ρώτημα (επιτατ.): παρενθετική έκφραση που διατυπώνεται με ανακριτικό συνήθ. ύφος, για να πληροφορηθεί κάποιος κάτι: Δεν μου λες, ~ ~, πού ήσουν χθες βράδυ;, θέλει (και) ρώτημα; & δεν θέλει ρώτημα!: για κάτι του οποίου η απάντηση είναι αυτονόητη, αδιαμφισβήτητη: ~ ~; Και βέβαια θα πάμε διακοπές! Αυτό δεν ~ ~! ΣΥΝ. εννοείται, εξυπακούεται [< μεσν. ρώτημα < αρχ. ἐρώτημα]

58747ρωτώ[ρωτῶ] ρω-τώ ρ. (μτβ.) {ρωτ-ά κ. -άει ... | ρώτ-ησα, -ήθηκα, -ώντας} & ρωτάω & (λόγ.) ερωτώ {-άται, μτχ. ερωτ-ών, -ώμενος, -ηθείς}: ζητώ να μάθω κάτι, κάνω ερώτηση: ~ήστε τον υπεύθυνο. Τη ~ησα ευγενικά αν ... Δεν τολμώ να ~ήσω. Τον ~ησα να μου πει πού βρίσκεται το ... Ήρθε χωρίς να ~ήσει, ακάλεστη. Θέλεις να ~ήσεις κάτι; Δεν ~ήθηκε για το θέμα. ~ήθηκαν πόσο συχνά επισκέπτονται τον οδοντίατρο. Κάθε φορά που ~άται σχετικά, απαντά πως ... Ο/η ~ών/~ώσα βουλευτής (ΣΥΝ. επερωτώ)/δημοσιογράφος. Οκτώ στους δέκα ~ηθέντες θεωρούν ότι ... Το ...% των ~ηθέντων δηλώνει ότι ... ΑΝΤ. απαντώ (1), αποκρίνομαι (1) ● ΦΡ.: και το ρωτάς; (προφ.): (ως καταφατική απάντηση) για κάτι αυτονόητο: ~ ~; Και βέβαια να έρθεις! Πβ. αμέ, εννοείται., μην τα ρωτάς & άστα, μην τα ρωτάς (προφ.): για την αποφυγή απάντησης ή εμφατ. για κάτι δυσάρεστο, απροσδόκητο: Δεν λέγονται αυτά, ~ ~.|| Το φαγητό ~ ~, ήταν χάλια. Πβ. άστα (να πάνε) (καλύτερα)., ρωτώ και ξαναρωτώ (προφ.-εμφατ.): ρωτώ κάτι επανειλημμένα, επίμονα: ~ ~ εδώ και καιρό και απάντηση δεν παίρνω., ρωτώντας πας στην Πόλη (παροιμ.): όταν ζητάς πληροφορίες, πετυχαίνεις τους στόχους σου., δεν ήξερες, δεν ρώταγες; βλ. ξέρω, ρώτα τον μπάρμπα μου τον ψεύτη βλ. ψεύτης, ψεύτρα ● βλ. ερωτώμενος [< μεσν. ρωτώ < αρχ. ἐρωτῶ]
44762σ1. (πρόφ. σίγμα) το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τους συμφωνικούς φθόγγους [s] (σώμα) και [z] (ασβός): ~ κεφαλαίο (Σ). ~ μικρό (σ). ~ τελικό (ς). Πβ. σίγμα. Βλ. δίψηφο, σύμφωνο. 2. διακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Σ ή ,σ) διακόσιες χιλιάδες. [< αρχ. Σ, μεσν σ, -ς]
44763σ. & σελ.& σσ.: συντομογραφία για τη δήλωση σελίδας, σελίδων.
45238Σ.ΕΘ.Α.(η): Σχολή Εθνικής Άμυνας.
45411Σ.ΕΠ.Ε.(το): Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.
44764ΣΑ1. (το) Συμβούλιο Ασφαλείας (των Ηνωμένων Εθνών). 2. (ο) Στρατιωτικός Αριθμός. Βλ. ΑΣΜ.
44765σαβαγιάρ & σαβουαγιάρσα-βα-γιάρ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. μαλακά μπισκότα που χρησιμοποιούνται ως βάση και ενδιάμεση στρώση για την παρασκευή γλυκών ψυγείου. [< γαλλ. savoyard]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.