| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44766 | σαβάνα | σα-βά-να ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. μεγάλη πεδινή έκταση των τροπικών και υποτροπικών περιοχών, με πυκνή χαμηλή βλάστηση, θάμνους και διάσπαρτα δέντρα: οι ~ες της Αφρικής. Τα ζώα της ~ας (ελέφαντας, ζέβρα, καμηλοπάρδαλη, λιοντάρι, ρινόκερος). Βλ. λιβάδι, στέπα, τάιγκα, τούνδρα. [< γαλλ. savane] | |
| 44767 | σάβανο | σά-βα-νο ουσ. (ουδ.) 1. λευκό σεντόνι που χρησιμοποιείται για να τυλιχθεί το σώμα νεκρού ανθρώπου. 2. (μτφ.-λογοτ.) οτιδήποτε καλύπτει κάποιον ή κάτι που θεωρείται ότι δεν έχει πια ζωντάνια: ~ χιονιού. Ο φόβος απλώθηκε σαν ~ πάνω από την πόλη. Πβ. πέπλο. ● ΦΡ.: τα σάβανα δεν έχουν τσέπες βλ. τσέπη [< 1: μτγν. σάβανον] | |
| 44768 | σαβάνωμα | σα-βά-νω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σαβανώνω. | |
| 44769 | σαβανώνω | σα-βα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {σαβάνω-σε, -μένος}: περιτυλίγω σώμα νεκρού ανθρώπου με σάβανο. [< μεσν. σαβανώνω] | |
| 44770 | σαβαρέν | σα-βα-ρέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. μπαμπάς: ~ με ρούμι. [< γαλλ. savarin, γαλλ. ανθρ. J. A. Brillat-Savarin] | |
| 44771 | σαββατιανό | σαβ-βα-τια-νό ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού απ' όπου παράγεται λευκό, κυρ. ξηρό κρασί με λεπτό άρωμα και ισορροπημένη γεύση. Βλ. αβγουλάτο, μαυρούδι, ροδίτης, σιδερίτης, φράουλα. | |
| 44772 | σαββατιάτικος | , η, ο σαβ-βα-τιά-τι-κος επίθ. (προφ.): που γίνεται το Σάββατο: ~ες: δουλειές. ~α: πάρτι/ψώνια.|| ~ο: σχολείο (: για τα παιδιά ομογενών του εξωτερικού). Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: σαββατιάτικα (αρνητ. συνυποδ.): Δουλεύεις ~; (: δηλώνει έκπληξη ή δυσαρέσκεια). Βλ. -ιάτικα. | |
| 44773 | Σάββατο | Σάβ-βα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} & (λαϊκό) Σαββάτο: η έβδομη και τελευταία ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή): η αργία του ~άτου. ~ και Κυριακή κλειστά (: για τράπεζες, κρατικές υπηρεσίες). Πλην ~άτου. Βλ. Δευτέρα, Ψυχο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλο/Μέγα Σάββατο (συντομ. Μ. Σάββατο): ΕΚΚΛΗΣ. το Σάββατο της Μεγάλης Εβδομάδας, η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής του Πάσχα., το Σάββατο του Λαζάρου: ΕΚΚΛΗΣ. η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής των Βαΐων, κατά την οποία εορτάζεται η ανάσταση του Λαζάρου. ● ΦΡ.: (μέσα/πάνω) στην τούρλα του Σαββάτου (προφ.): την τελευταία στιγμή., κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο & είπε ο Εβραίος να πάει στο παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο (παροιμ.): όταν κάποιος αποφασίζει να κάνει κάτι που είχε αναβάλει, αλλά τελικά τα σχέδιά του ματαιώνονται, γιατί διάλεξε ακατάλληλη χρονική στιγμή ή έτυχε κάτι απρόβλεπτο., τον μήνα που δεν έχει Σάββατο (συχνά ειρων.): για κάτι που δεν θα γίνει ποτέ: Τα νέα μέτρα θα ληφθούν ~ ~. ΣΥΝ. του Αγίου Ποτέ [< μεσν. Σάββατο, Σαββάτο < μτγν. Σάββατον] | |
| 44774 | σαββατόβραδο | σαβ-βα-τό-βρα-δο ουσ. (ουδ.): το βράδυ του Σαββάτου, κυρ. ως βραδιά εξόδου και διασκέδασης. | |
| 44775 | σαββατογεννημένος | , η, ο σαβ-βα-το-γεν-νη-μέ-νος επίθ. (προφ.): πρόσωπο που έχει γεννηθεί Σάββατο και, με βάση τη λαϊκή αντίληψη, έχει την εύνοια της τύχης. | |
| 44776 | Σαββατοκύριακο | Σαβ-βα-το-κύ-ρια-κο ουσ. (ουδ.): το Σάββατο μαζί με την Κυριακή ως ημέρες αργίας, κυρ. το χρονικό διάστημα που ξεκινά με το τέλος μιας εργάσιμης εβδομάδας και λήγει την αρχή της επόμενης: οι εκδρομές/η έξοδος του ~ου. Καθημερινές και ~α. Βλ. παρασκευο~. ΣΥΝ. γουικέντ [< μεσν. σαββατοκυριακόν] | |
| 44777 | σαβόρε & σαβόρι | σα-βό-ρε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μαρινάτα. [< ιταλ. savore] | |
| 44778 | σαβουάρ βιβρ | σα-βου-άρ βιβρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: οι κανόνες ευγένειας, καλής συμπεριφοράς: το ~ των δεξιώσεων/της πολιτικής. Όπως επιβάλλει το ~. Βλ. τακτ. [< γαλλ. savoir-vivre] | |
| 44779 | σαβούρα | σα-βού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-περιληπτ.) 1. (μτφ.) παλιά, άχρηστα και ευτελή πράγματα ή προϊόντα κακής ποιότητας που πωλούνται συνήθ. σε χαμηλή τιμή: Καθάρισε/πέταξε όλη τη ~.|| Κυκλοφορεί πολλή ~. Τηλεοπτική ~ (βλ. τηλεσκουπίδια). Τρώνε ~ες (βλ. τζανκ φουντ). Πβ. σκουπίδια. 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομα χωρίς υπόληψη: ανθρώπινη ~. Μην ασχολείσαι με τη ~. Βλ. κατιμάς. 3. {χωρ. πληθ.} (για πλοίο) έρμα. ● ΦΡ.: έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα (αργκό): για κάποιον που πέφτει και συνήθ. χτυπά (άσχημα): Σκόνταψε και ~ ~. Βλ. τρώω/σπάω τα μούτρα μου. [< μεσν. σαβούρα < λατ. saburra ‘αμμοχάλικο ως έρμα πλοίων’] | |
| 44780 | σαβουριάζομαι | σα-βου-ριά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {σαβουριά-στηκα, -σμένος} & σαβουρώνομαι (αργκό): πέφτω κάτω και συνήθ. χτυπώ άσχημα: ~στηκε στη μέση του δρόμου (: σωριάστηκε, έφαγε τα μούτρα του). Πβ. έφαγε σαβούρα. | |
| 44781 | σαβούριασμα | σα-βού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό) 1. κατανάλωση, σε μεγάλη ποσότητα, τροφής συνήθ. κακής ποιότητας: Μετά το χθεσινό ~, δεν μπορώ να φάω τίποτα. Πβ. σαβούρωμα, χλαπάκιασμα. 2. πέσιμο, πτώση που συνήθ. συνοδεύεται από τραυματισμό: Έφαγε άσχημο ~ στη σκάλα. | |
| 44782 | σαβουρογάμης | σα-βου-ρο-γά-μης ουσ. (αρσ.) (αργκό): άνδρας που συνάπτει συχνά εφήμερες σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες, αδιαφορώντας για την εξωτερική τους εμφάνιση. | |
| 44783 | σαβούρωμα | σα-βού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαβουρώνω: Τέρμα το βραδινό ~! ΣΥΝ. σαβούριασμα. Πβ. χλαπάκιασμα.|| (σπάν. ΝΑΥΤ.) Το ~ του πλοίου. | |
| 44784 | σαβουρώνω | σα-βου-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σαβούρω-σα} & σαβουριάζω 1. (μτφ.-αργκό) τρώω ανθυγιεινές τροφές, συνήθ. σε μεγάλη ποσότητα: ~ουν τα πάντα μέχρι σκασμού. Βλ. περιδρομιάζω, τρώω τον αγλέο(υ)ρα, τον περίδρομο. 2. ΝΑΥΤ. (σπάν.) τοποθετώ σαβούρα σε πλοίο. | |
| 44785 | σαγανάκι | σα-γα-νά-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. μικρό σαγάνι και (κυρ. συνεκδ.) το φαγητό που μαγειρεύεται και σερβίρεται σε αυτό: Ρίχνετε το λάδι στο ~.|| Γαρίδες/μύδια/φέτα/χαλούμι ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ