Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45320-45340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44760ρωτακισμόςρω-τα-κι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. φωνητικό φαινόμενο, κατά το οποίο το συριστικό -σ- τρέπεται σε -ρ- μεταξύ δύο φωνηέντων. Βλ. -ισμός. 2. ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που χαρακτηρίζεται από δυσκολία ή αδυναμία προφοράς του φθόγγου "ρ", ο οποίος συνήθ. προφέρεται ως "γ". Βλ. σιγματ-, τραυλ-, ψευδ-ισμός. [< μεσν. ρωτακισμός, γαλλ. rhotacisme, αγγλ. rhotacism]
44761ρώτημα

ρώ-τη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ερώτημα. Κυρ. στις ● ΦΡ.: για να 'χουμε (και/το) καλό ρώτημα (επιτατ.): παρενθετική έκφραση που διατυπώνεται με ανακριτικό συνήθ. ύφος, για να πληροφορηθεί κάποιος κάτι: Δεν μου λες, ~ ~, πού ήσουν χθες βράδυ;, θέλει (και) ρώτημα; & δεν θέλει ρώτημα!: για κάτι του οποίου η απάντηση είναι αυτονόητη, αδιαμφισβήτητη: ~ ~; Και βέβαια θα πάμε διακοπές! Αυτό δεν ~ ~! ΣΥΝ. εννοείται, εξυπακούεται [< μεσν. ρώτημα < αρχ. ἐρώτημα]

58747ρωτώ[ρωτῶ] ρω-τώ ρ. (μτβ.) {ρωτ-ά κ. -άει ... | ρώτ-ησα, -ήθηκα, -ώντας} & ρωτάω & (λόγ.) ερωτώ {-άται, μτχ. ερωτ-ών, -ώμενος, -ηθείς}: ζητώ να μάθω κάτι, κάνω ερώτηση: ~ήστε τον υπεύθυνο. Τη ~ησα ευγενικά αν ... Δεν τολμώ να ~ήσω. Τον ~ησα να μου πει πού βρίσκεται το ... Ήρθε χωρίς να ~ήσει, ακάλεστη. Θέλεις να ~ήσεις κάτι; Δεν ~ήθηκε για το θέμα. ~ήθηκαν πόσο συχνά επισκέπτονται τον οδοντίατρο. Κάθε φορά που ~άται σχετικά, απαντά πως ... Ο/η ~ών/~ώσα βουλευτής (ΣΥΝ. επερωτώ)/δημοσιογράφος. Οκτώ στους δέκα ~ηθέντες θεωρούν ότι ... Το ...% των ~ηθέντων δηλώνει ότι ... ΑΝΤ. απαντώ (1), αποκρίνομαι (1) ● ΦΡ.: και το ρωτάς; (προφ.): (ως καταφατική απάντηση) για κάτι αυτονόητο: ~ ~; Και βέβαια να έρθεις! Πβ. αμέ, εννοείται., μην τα ρωτάς & άστα, μην τα ρωτάς (προφ.): για την αποφυγή απάντησης ή εμφατ. για κάτι δυσάρεστο, απροσδόκητο: Δεν λέγονται αυτά, ~ ~.|| Το φαγητό ~ ~, ήταν χάλια. Πβ. άστα (να πάνε) (καλύτερα)., ρωτώ και ξαναρωτώ (προφ.-εμφατ.): ρωτώ κάτι επανειλημμένα, επίμονα: ~ ~ εδώ και καιρό και απάντηση δεν παίρνω., ρωτώντας πας στην Πόλη (παροιμ.): όταν ζητάς πληροφορίες, πετυχαίνεις τους στόχους σου., δεν ήξερες, δεν ρώταγες; βλ. ξέρω, ρώτα τον μπάρμπα μου τον ψεύτη βλ. ψεύτης, ψεύτρα ● βλ. ερωτώμενος [< μεσν. ρωτώ < αρχ. ἐρωτῶ]
58829Σ
44762σ1. (πρόφ. σίγμα) το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τους συμφωνικούς φθόγγους [s] (σώμα) και [z] (ασβός): ~ κεφαλαίο (Σ). ~ μικρό (σ). ~ τελικό (ς). Πβ. σίγμα. Βλ. δίψηφο, σύμφωνο. 2. διακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Σ ή ,σ) διακόσιες χιλιάδες. [< αρχ. Σ, μεσν σ, -ς]
44763σ. & σελ.& σσ.: συντομογραφία για τη δήλωση σελίδας, σελίδων.
45238Σ.ΕΘ.Α.(η): Σχολή Εθνικής Άμυνας.
45411Σ.ΕΠ.Ε.(το): Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας.
44764ΣΑ1. (το) Συμβούλιο Ασφαλείας (των Ηνωμένων Εθνών). 2. (ο) Στρατιωτικός Αριθμός. Βλ. ΑΣΜ.
44765σαβαγιάρ & σαβουαγιάρσα-βα-γιάρ ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. μαλακά μπισκότα που χρησιμοποιούνται ως βάση και ενδιάμεση στρώση για την παρασκευή γλυκών ψυγείου. [< γαλλ. savoyard]
44766σαβάνασα-βά-να ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. μεγάλη πεδινή έκταση των τροπικών και υποτροπικών περιοχών, με πυκνή χαμηλή βλάστηση, θάμνους και διάσπαρτα δέντρα: οι ~ες της Αφρικής. Τα ζώα της ~ας (ελέφαντας, ζέβρα, καμηλοπάρδαλη, λιοντάρι, ρινόκερος). Βλ. λιβάδι, στέπα, τάιγκα, τούνδρα. [< γαλλ. savane]
44767σάβανοσά-βα-νο ουσ. (ουδ.) 1. λευκό σεντόνι που χρησιμοποιείται για να τυλιχθεί το σώμα νεκρού ανθρώπου. 2. (μτφ.-λογοτ.) οτιδήποτε καλύπτει κάποιον ή κάτι που θεωρείται ότι δεν έχει πια ζωντάνια: ~ χιονιού. Ο φόβος απλώθηκε σαν ~ πάνω από την πόλη. Πβ. πέπλο. ● ΦΡ.: τα σάβανα δεν έχουν τσέπες βλ. τσέπη [< 1: μτγν. σάβανον]
44768σαβάνωμασα-βά-νω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του σαβανώνω.
44769σαβανώνωσα-βα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {σαβάνω-σε, -μένος}: περιτυλίγω σώμα νεκρού ανθρώπου με σάβανο. [< μεσν. σαβανώνω]
44770σαβαρένσα-βα-ρέν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. μπαμπάς: ~ με ρούμι. [< γαλλ. savarin, γαλλ. ανθρ. J. A. Brillat-Savarin]
44771σαββατιανόσαβ-βα-τια-νό ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού απ' όπου παράγεται λευκό, κυρ. ξηρό κρασί με λεπτό άρωμα και ισορροπημένη γεύση. Βλ. αβγουλάτο, μαυρούδι, ροδίτης, σιδερίτης, φράουλα.
44772σαββατιάτικος, η, ο σαβ-βα-τιά-τι-κος επίθ. (προφ.): που γίνεται το Σάββατο: ~ες: δουλειές. ~α: πάρτι/ψώνια.|| ~ο: σχολείο (: για τα παιδιά ομογενών του εξωτερικού). Βλ. -ιάτικος. ● επίρρ.: σαββατιάτικα (αρνητ. συνυποδ.): Δουλεύεις ~; (: δηλώνει έκπληξη ή δυσαρέσκεια). Βλ. -ιάτικα.
44773ΣάββατοΣάβ-βα-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άτου} & (λαϊκό) Σαββάτο: η έβδομη και τελευταία ημέρα της εβδομάδας (με πρώτη την Κυριακή): η αργία του ~άτου. ~ και Κυριακή κλειστά (: για τράπεζες, κρατικές υπηρεσίες). Πλην ~άτου. Βλ. Δευτέρα, Ψυχο~. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλο/Μέγα Σάββατο (συντομ. Μ. Σάββατο): ΕΚΚΛΗΣ. το Σάββατο της Μεγάλης Εβδομάδας, η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής του Πάσχα., το Σάββατο του Λαζάρου: ΕΚΚΛΗΣ. η προηγούμενη ημέρα της Κυριακής των Βαΐων, κατά την οποία εορτάζεται η ανάσταση του Λαζάρου. ● ΦΡ.: (μέσα/πάνω) στην τούρλα του Σαββάτου (προφ.): την τελευταία στιγμή., κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο & είπε ο Εβραίος να πάει στο παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο (παροιμ.): όταν κάποιος αποφασίζει να κάνει κάτι που είχε αναβάλει, αλλά τελικά τα σχέδιά του ματαιώνονται, γιατί διάλεξε ακατάλληλη χρονική στιγμή ή έτυχε κάτι απρόβλεπτο., τον μήνα που δεν έχει Σάββατο (συχνά ειρων.): για κάτι που δεν θα γίνει ποτέ: Τα νέα μέτρα θα ληφθούν ~ ~. ΣΥΝ. του Αγίου Ποτέ [< μεσν. Σάββατο, Σαββάτο < μτγν. Σάββατον]
44774σαββατόβραδοσαβ-βα-τό-βρα-δο ουσ. (ουδ.): το βράδυ του Σαββάτου, κυρ. ως βραδιά εξόδου και διασκέδασης.
44775σαββατογεννημένος, η, ο σαβ-βα-το-γεν-νη-μέ-νος επίθ. (προφ.): πρόσωπο που έχει γεννηθεί Σάββατο και, με βάση τη λαϊκή αντίληψη, έχει την εύνοια της τύχης.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.