| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44786 | σαγάνι | σα-γά-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): τηγάνι που έχει δύο λαβές. [< τουρκ. sahan] | |
| 44787 | σαγή | σα-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ιπποσκευή. 2. εξάρτημα του αλεξίπτωτου που αποτελείται από ιμάντες προσαρμοσμένους σε ειδική πλατιά ζώνη, η οποία κλείνει μπροστά στο στήθος, έτσι ώστε ο αλεξιπτωτιστής να μπορεί κατά την προσγείωση να απαλλαγεί εύκολα από αυτό. Βλ. θόλος. [< 1: μτγν. σαγή, αγγλ. harness] | |
| 44788 | σαγήνευση | σα-γή-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άσκηση έλξης, γοητείας. Πβ. ξελόγιασμα. ΑΝΤ. απώθηση (3) [< πβ. μεσν. σαγήνευσις ‘ψάρεμα’] | |
| 44789 | σαγηνευτής, σαγηνεύτρα | σα-γη-νευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπανιότ. θηλ. σαγηνεύτρια}: άτομο που έχει τη δύναμη της σαγήνης: ~ γυναικών (πβ. γόης, δον Ζουάν)/ψυχών.|| (ως επίθ., μτφ.-λογοτ.) ~τρα: θάλασσα (= ξελογιάστρα, πλανεύτρα). [< πβ. μτγν. σαγηνευτής 'αυτός που ψαρεύει με δίχτυ', γαλλ. séducteur] | |
| 44790 | σαγηνευτικός | , ή, ό σα-γη-νευ-τι-κός επίθ.: που γοητεύει, σαγηνεύει: ~ός: άντρας. ~ή: γυναίκα/ομορφιά (= ακαταμάχητη). ~ό: βλέμμα/πρόσωπο/χαμόγελο. Πβ. γοητευτ-, ελκυστ-, θελκτ-ικός.|| ~ή: πρόταση. Πβ. δελεαστ-, συναρπαστ-ικός. ΑΝΤ. αποκρουστικός, απωθητικός (1) ● επίρρ.: σαγηνευτικά | |
| 44791 | σαγηνεύω | σα-γη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {σαγήνευ-σα, σαγηνεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -οντας, -μένος}: ασκώ ακαταμάχητη γοητεία σε κάποιον: Τον είχε ~σει με την ομορφιά της. Συγκίνησε και ~σε τους θεατές. Με ~ουν (= δελεάζουν) οι προκλήσεις. ~μένη από την προσωπικότητά του. Πβ. γοητεύω, ελκύω, θέλγω, μαγεύω. ΑΝΤ. απωθώ (2) [< μτγν. σαγηνεύω ‘πιάνω με το δίχτυ, πιασμένος στα δίχτυα (του έρωτα)’] | |
| 44792 | σαγήνη | σα-γή-νη ουσ. (θηλ.): γοητεία, ακατανίκητη έλξη: ακαταμάχητη/ερωτική ~. Η ~ του λόγου/της μουσικής. Πβ. ελκυστικ-, θελκτικ-ότητα. [< πβ. μτγν. σαγήνη ‘δίχτυ ψαρέματος’] | |
| 44793 | σαγιονάρα | σα-γιο-νά-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: είδος παντόφλας, συνήθ. από ελαφρύ πλαστικό, που συγκρατείται στο πόδι με λεπτά λουράκια: καλοκαιρινές ~ες. Φοράει ανατομικές/δερμάτινες ~ες. Κυκλοφορούσε με σορτσάκι και ~ες. Βλ. σανδάλι. [< ιαπων. sayonara 'αντίο'] | |
| 44794 | σαγκουίνι | σα-γκου-ί-νι ουσ. (ουδ.) & σανγκουίνι: είδος πορτοκαλιού με κόκκινη σάρκα. [< ιταλ. sanguigno, πληθ. sanguigni] | |
| 44795 | σαγκρία | βλ. σανγκρία | |
| 44796 | σάγμα | σάγ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): σαμάρι. [< μτγν. σάγμα] | |
| 44797 | σαγόνι | σα-γό-νι ουσ. (ουδ.) {σαγον-ιού | -ια}: το κατώτερο από τα δύο οστά του προσώπου που σχηματίζουν το στόμα και φέρουν δόντια, η κάτω γνάθος: γροθιά στο ~. Βλ. πιγούνι.|| Δυνατά ~ια. Τα κοφτερά ~ια του καρχαρία/του κροκόδειλου. Πβ. σιαγόνα.|| (προφ.) Τους έχουν πέσει/φύγει τα ~ια από το χασμουρητό (: νυστάζουν πολύ).|| (μτφ.) Τα ~ια των πολυεθνικών. Βλ. νύχι, πλοκάμια. ● Υποκ.: σαγονάκι (το) [< μεσν. σαγόνιν < αρχ. σιαγόνιον < αρχ. σιαγών] | |
| 44798 | σαγονιά | σα-γο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα στα σαγόνια. Βλ. αγκωνιά, γονατιά, κεφαλιά. | |
| 44799 | σαγρέ | σα-γρέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: τεχνική βαψίματος οικοδομών που δημιουργεί τραχιά επιφάνεια και γενικότ. επιφάνεια με ανάγλυφη υφή: τοίχος ~. Βλ. αρτιφισιέλ, ρελιέφ.|| Χαρτί ~ (ΣΥΝ. τουάλ). Νεσεσέρ από ~ δέρμα. Πβ. κοκκώδης. [< τουρκ. sağrι] | |
| 44800 | σαδισμός | σα-δι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. παραφιλία κατά την οποία κάποιος διεγείρεται ερωτικά, προκαλώντας σωματικό ή ψυχικό πόνο στον ερωτικό του σύντροφο. Βλ. σαδομαζοχισμός. 2. (κυρ. κατ' επέκτ.) νοσηρή απόλαυση που νιώθει κάποιος με τον πόνο του άλλου: Ποδοπατούν με ~ό τις στοιχειώδεις ανθρώπινες αξίες. Πβ. αναλγησία, σκληρότητα, ωμότητα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sadisme] | |
| 44801 | σαδιστής | σα-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. σαδίστρια} 1. πρόσωπο που επιδίδεται σε σαδιστικές σεξουαλικές πράξεις. Βλ. σαδομαζοχιστής. 2. (κυρ. κατ' επέκτ.) αυτός που νιώθει ικανοποίηση, βασανίζοντας τους άλλους ή βλέποντάς τους να υποφέρουν: (ως επίθ.) ~ές: τύραννοι. [< γαλλ. sadiste] | |
| 44802 | σαδιστικός | , ή, ό σα-δι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σαδισμό ή τον σαδιστή: ~ή: ευχαρίστηση/συμπεριφορά. ~ές: διαθέσεις/τάσεις. Βλ. σαδομαζοχιστικός. ● επίρρ.: σαδιστικά [< γαλλ. sadique] | |
| 44803 | σαδομαζοχισμός | σα-δο-μα-ζο-χι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. σαδισμός που συνυπάρχει με μαζοχισμό στο ίδιο πρόσωπο. 2. (κατ' επέκτ.) νοσηρή ικανοποίηση που αισθάνεται κάποιος, όταν προκαλεί και ταυτόχρονα υφίσταται ψυχικό κυρ. πόνο. [< γαλλ. sadomasochisme, περ. 1950] | |
| 44804 | σαδομαζοχιστής | σα-δο-μα-ζο-χι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. σαδομαζοχίστρια}: (κυρ. ΨΥΧΙΑΤΡ.) πρόσωπο με σαδομαζοχιστική συμπεριφορά. [< γαλλ. sadomasochiste, περ. 1950] | |
| 44805 | σαδομαζοχιστικός | , ή, ό σα-δο-μα-ζο-χι-στι-κός επίθ. κυρ. ΨΥΧΙΑΤΡ.: που αναφέρεται στον σαδομαζοχισμό: ~ή: συμπεριφορά. ~ές: πράξεις/σχέσεις/τάσεις/φαντασιώσεις. ● επίρρ.: σαδομαζοχιστικά [< γαλλ. sadomasochiste, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ