Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45340-45360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44776ΣαββατοκύριακοΣαβ-βα-το-κύ-ρια-κο ουσ. (ουδ.): το Σάββατο μαζί με την Κυριακή ως ημέρες αργίας, κυρ. το χρονικό διάστημα που ξεκινά με το τέλος μιας εργάσιμης εβδομάδας και λήγει την αρχή της επόμενης: οι εκδρομές/η έξοδος του ~ου. Καθημερινές και ~α. Βλ. παρασκευο~. ΣΥΝ. γουικέντ [< μεσν. σαββατοκυριακόν]
44777σαβόρε & σαβόρισα-βό-ρε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. μαρινάτα. [< ιταλ. savore]
44778σαβουάρ βιβρσα-βου-άρ βιβρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: οι κανόνες ευγένειας, καλής συμπεριφοράς: το ~ των δεξιώσεων/της πολιτικής. Όπως επιβάλλει το ~. Βλ. τακτ. [< γαλλ. savoir-vivre]
44779σαβούρασα-βού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.-περιληπτ.) 1. (μτφ.) παλιά, άχρηστα και ευτελή πράγματα ή προϊόντα κακής ποιότητας που πωλούνται συνήθ. σε χαμηλή τιμή: Καθάρισε/πέταξε όλη τη ~.|| Κυκλοφορεί πολλή ~. Τηλεοπτική ~ (βλ. τηλεσκουπίδια). Τρώνε ~ες (βλ. τζανκ φουντ). Πβ. σκουπίδια. 2. (μτφ.-μειωτ.) άτομα χωρίς υπόληψη: ανθρώπινη ~. Μην ασχολείσαι με τη ~. Βλ. κατιμάς. 3. {χωρ. πληθ.} (για πλοίο) έρμα. ● ΦΡ.: έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα (αργκό): για κάποιον που πέφτει και συνήθ. χτυπά (άσχημα): Σκόνταψε και ~ ~. Βλ. τρώω/σπάω τα μούτρα μου. [< μεσν. σαβούρα < λατ. saburra ‘αμμοχάλικο ως έρμα πλοίων’]
44780σαβουριάζομαισα-βου-ριά-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {σαβουριά-στηκα, -σμένος} & σαβουρώνομαι (αργκό): πέφτω κάτω και συνήθ. χτυπώ άσχημα: ~στηκε στη μέση του δρόμου (: σωριάστηκε, έφαγε τα μούτρα του). Πβ. έφαγε σαβούρα.
44781σαβούριασμασα-βού-ρια-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό) 1. κατανάλωση, σε μεγάλη ποσότητα, τροφής συνήθ. κακής ποιότητας: Μετά το χθεσινό ~, δεν μπορώ να φάω τίποτα. Πβ. σαβούρωμα, χλαπάκιασμα. 2. πέσιμο, πτώση που συνήθ. συνοδεύεται από τραυματισμό: Έφαγε άσχημο ~ στη σκάλα.
44782σαβουρογάμηςσα-βου-ρο-γά-μης ουσ. (αρσ.) (αργκό): άνδρας που συνάπτει συχνά εφήμερες σεξουαλικές σχέσεις με γυναίκες, αδιαφορώντας για την εξωτερική τους εμφάνιση.
44783σαβούρωμασα-βού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαβουρώνω: Τέρμα το βραδινό ~! ΣΥΝ. σαβούριασμα. Πβ. χλαπάκιασμα.|| (σπάν. ΝΑΥΤ.) Το ~ του πλοίου.
44784σαβουρώνωσα-βου-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σαβούρω-σα} & σαβουριάζω 1. (μτφ.-αργκό) τρώω ανθυγιεινές τροφές, συνήθ. σε μεγάλη ποσότητα: ~ουν τα πάντα μέχρι σκασμού. Βλ. περιδρομιάζω, τρώω τον αγλέο(υ)ρα, τον περίδρομο. 2. ΝΑΥΤ. (σπάν.) τοποθετώ σαβούρα σε πλοίο.
44785σαγανάκισα-γα-νά-κι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. μικρό σαγάνι και (κυρ. συνεκδ.) το φαγητό που μαγειρεύεται και σερβίρεται σε αυτό: Ρίχνετε το λάδι στο ~.|| Γαρίδες/μύδια/φέτα/χαλούμι ~.
44786σαγάνισα-γά-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): τηγάνι που έχει δύο λαβές. [< τουρκ. sahan]
44787σαγήσα-γή ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) ιπποσκευή. 2. εξάρτημα του αλεξίπτωτου που αποτελείται από ιμάντες προσαρμοσμένους σε ειδική πλατιά ζώνη, η οποία κλείνει μπροστά στο στήθος, έτσι ώστε ο αλεξιπτωτιστής να μπορεί κατά την προσγείωση να απαλλαγεί εύκολα από αυτό. Βλ. θόλος. [< 1: μτγν. σαγή, αγγλ. harness]
44788σαγήνευση

σα-γή-νευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άσκηση έλξης, γοητείας. Πβ. ξελόγιασμα. ΑΝΤ. απώθηση (3) [< πβ. μεσν. σαγήνευσις ‘ψάρεμα’]

44789σαγηνευτής, σαγηνεύτρασα-γη-νευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {σπανιότ. θηλ. σαγηνεύτρια}: άτομο που έχει τη δύναμη της σαγήνης: ~ γυναικών (πβ. γόης, δον Ζουάν)/ψυχών.|| (ως επίθ., μτφ.-λογοτ.) ~τρα: θάλασσα (= ξελογιάστρα, πλανεύτρα). [< πβ. μτγν. σαγηνευτής 'αυτός που ψαρεύει με δίχτυ', γαλλ. séducteur]
44790σαγηνευτικός, ή, ό σα-γη-νευ-τι-κός επίθ.: που γοητεύει, σαγηνεύει: ~ός: άντρας. ~ή: γυναίκα/ομορφιά (= ακαταμάχητη). ~ό: βλέμμα/πρόσωπο/χαμόγελο. Πβ. γοητευτ-, ελκυστ-, θελκτ-ικός.|| ~ή: πρόταση. Πβ. δελεαστ-, συναρπαστ-ικός. ΑΝΤ. αποκρουστικός, απωθητικός (1) ● επίρρ.: σαγηνευτικά
44791σαγηνεύω

σα-γη-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {σαγήνευ-σα, σαγηνεύ-τηκα (λόγ.) -θηκα, -οντας, -μένος}: ασκώ ακαταμάχητη γοητεία σε κάποιον: Τον είχε ~σει με την ομορφιά της. Συγκίνησε και ~σε τους θεατές. Με ~ουν (= δελεάζουν) οι προκλήσεις. ~μένη από την προσωπικότητά του. Πβ. γοητεύω, ελκύω, θέλγω, μαγεύω. ΑΝΤ. απωθώ (2) [< μτγν. σαγηνεύω ‘πιάνω με το δίχτυ, πιασμένος στα δίχτυα (του έρωτα)’]

44792σαγήνησα-γή-νη ουσ. (θηλ.): γοητεία, ακατανίκητη έλξη: ακαταμάχητη/ερωτική ~. Η ~ του λόγου/της μουσικής. Πβ. ελκυστικ-, θελκτικ-ότητα. [< πβ. μτγν. σαγήνη ‘δίχτυ ψαρέματος’]
44793σαγιονάρασα-γιο-νά-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: είδος παντόφλας, συνήθ. από ελαφρύ πλαστικό, που συγκρατείται στο πόδι με λεπτά λουράκια: καλοκαιρινές ~ες. Φοράει ανατομικές/δερμάτινες ~ες. Κυκλοφορούσε με σορτσάκι και ~ες. Βλ. σανδάλι. [< ιαπων. sayonara 'αντίο']
44794σαγκουίνισα-γκου-ί-νι ουσ. (ουδ.) & σανγκουίνι: είδος πορτοκαλιού με κόκκινη σάρκα. [< ιταλ. sanguigno, πληθ. sanguigni]
44795σαγκρίαβλ. σανγκρία

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.