| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44806 | ΣΑΕ | (το): Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού. | |
| 44807 | ΣΑΕΙ | (το): Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Ισοδυναμιών. | |
| 44808 | ΣΑΕΠ | (το): Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων. | |
| 44809 | σαζάνι | σα-ζά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΙΧΘΥΟΛ. κυπρίνος. [< τουρκ. sazan] | |
| 44810 | σάζι | σά-ζι ουσ. (ουδ.) & σαζ: ΜΟΥΣ. έγχορδο όργανο λαϊκής μουσικής της Ανατολής που ανήκει στην οικογένεια του λαούτου, έχει αχλαδόσχημο ηχείο, μακρόστενο βραχίονα και τρία ζεύγη χορδών. Βλ. μπουζούκι, ούτι, ταμπουράς, ταρ, τζουράς. [< τουρκ. saz] | |
| 44811 | σάζω | βλ. σιάζω | |
| 44812 | σαθρός | , ή, ό σα-θρός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που έχει διαβρωθεί ή φθαρεί από τα χρόνια και τη χρήση, έχει χάσει την ανθεκτικότητα ή τη σταθερότητά του και είναι έτοιμος να καταρρεύσει: ~ός: βράχος. ~ά: εδάφη/πετρώματα.|| ~ός: τοίχος. ~ό: πάτωμα. ~ά: υλικά. Πβ. ετοιμόρροπος, σάπιος. ΑΝΤ. ανθεκτικός (1), γερός (2) 2. (μτφ.) που δεν είναι βάσιμος, που εύκολα μπορεί να ανατραπεί, να καταστραφεί: ~ός: ισχυρισμός. ~ή: δικαιολογία. ~ό: κατηγορητήριο. ~ά: επιχειρήματα. Κατασκευασμένα και ~ά στοιχεία. Πβ. αβάσιμος, αθεμελίωτος, αστήρικτος, διάτρητος. ΑΝΤ. ακλόνητος.|| ~ή: δημοκρατία/οικονομία. ~ό: υπόβαθρο (θεωριών). Το ζήτημα τίθεται σε ~ή βάση. Υπεροχή που στηρίζεται σε ~ά θεμέλια (ΑΝΤ. στερεά). [< αρχ. σαθρός] | |
| 44813 | σαθρότητα | σα-θρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σαθρού: η ~ του εδάφους (πβ. διάβρωση).|| (μτφ.) Η ~ των επιχειρημάτων/των ισχυρισμών τους. Βλ. -ότητα. [< μτγν. σαθρότης] | |
| 44814 | σαϊεντολογία | σα-ϊ-ε-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. Σ): θρησκευτικό και φιλοσοφικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από την πίστη στη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος να απαλλαγεί από οδυνηρές εμπειρίες του παρελθόντος, μέσω της αυτογνωσίας και της πνευματικής ολοκλήρωσης: η Εκκλησία/το κίνημα/οι οπαδοί της ~ας. Βλ. -λογία. [< αγγλ. scientology, 1951] | |
| 44815 | σαϊεντολογικός | , ή, ό σα-ϊ-ε-ντο-λο-γι-κός επίθ. (σπάν.): που σχετίζεται με τη σαϊεντολογία. | |
| 44816 | σαϊεντολόγος | σα-ϊ-ε-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): οπαδός της σαϊεντολογίας: η οργάνωση των ~ων. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. scientologist, 1952] | |
| 44817 | σαΐνι | σα-ΐ-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) άνθρωπος πανέξυπνος, εύστροφος: Ήταν ~, τα καταλάβαινε όλα με την πρώτη.|| (ειρων.) ~ μου εσύ! Πβ. ατσίδα, εξπέρ, ξεφτέρι, ξύπνιος, ξυράφι, πιάνει πουλιά στον αέρα, σπίρτο, τζιμάνι, τσακάλι. ΑΝΤ. στουρνάρι (1) 2. ΟΡΝΙΘ. (σπάν.) γεράκι. [< τουρκ. şahin] | |
| 44818 | σαιξπηρικός | , ή, ό σαιξ-πη-ρι-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στον Άγγλο ποιητή και δραματουργό Ουίλιαμ Σαίξπηρ: ~ός: ήρωας. ~ό: έργο/θέατρο. [< αγγλ. Shakespearean] | |
| 44819 | σάιτ | σά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. (δια)δικτυακός τόπος/χώρος. Βλ. ιστοσελίδα. [< αμερικ. site, 1969] | |
| 44820 | σαΐτα | σα-ΐ-τα ουσ. (θηλ.) 1. χάρτινη κατασκευή που μοιάζει με βέλος ή αεροπλανάκι: Μαθητές που πετούν/ρίχνουν ~ες. 2. βέλος τόξου: (λογοτ.) φαρμακερή ~.|| (μτφ., για πρόσ. που τρέχει πολύ γρήγορα) Έγινε ~. 3. εξάρτημα (πηνίο) του αργαλειού με το οποίο περνιέται το υφάδι μέσα από τις κλωστές του στημονιού· το αντίστοιχο εργαλείο της ραπτομηχανής: ξύλινη ~. ΣΥΝ. κερκίδα (4) 4. ΖΩΟΛ. (κοινό) είδος φιδιού που εκτινάσσεται γρήγορα (επιστ. ονομασ. coluber ή platyceps najadum). Βλ. δεντρογαλιά, ζαμενής. ● ΦΡ.: σαν βέλος/ρουκέτα/σαΐτα βλ. βέλος [< μεσν. σαΐτα] | |
| 44821 | σαϊτεύω | σα-ϊ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) μτχ. σαϊτεμένος, σαϊτεύ-οντας | συνήθ. στον ενεστ.} (λογοτ.) 1. χτυπώ κάποιον με βέλος. Πβ. τοξεύω. 2. (μτφ.) σαγηνεύω: ~ουν τις καρδιές. [< μεσν. σαϊτεύω] | |
| 44822 | σαϊτιά | σα-ϊ-τιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): εκτόξευση βέλους· κυρ. χτύπημα με σαΐτα ή το τραύμα που προκαλείται από αυτή. || (μτφ.) Η ~ του έρωτα. Πβ. λαβωματιά. [< μεσν. σαϊτιά] | |
| 44823 | σακ βουαγιάζ | σακ βου-α-γιάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σακβουαγιάζ: τσάντα ταξιδιού. Βλ. βαλίτσα, σακίδιο. [< γαλλ. sac (de) voyage] | |
| 44824 | σάκα | σά-κα ουσ. (θηλ.): σχολική τσάντα: βαριά/πάνινη ~. Ετοίμασε τη ~ της. Με τη ~ στον ώμο. Βλ. κασετίνα.|| (γενικότ., για μεταφορά εγγράφων, επιστολών) Δερμάτινη ~. Πβ. χαρτοφύλακας. Βλ. σακίδιο. | |
| 44825 | σακάκι | σα-κά-κι ουσ. (ουδ.): ανδρικό ή γυναικείο ένδυμα με μακριά συνήθ. μανίκια, που καλύπτει τον κορμό, φτάνει ως τους γοφούς και κουμπώνει μπροστά: βελούδινο/επίσημο/κοτλέ/μεσάτο/μονόπετο/πέτσινο/ριγέ/σταυρωτό/τουίντ ~. ~ με βάτες. ~ και παντελόνι (βλ. κουστούμι). Βλ. ζακέτα, μπλέιζερ, τζάκετ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ