| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44796 | σάγμα | σάγ-μα ουσ. (ουδ.) (επίσ.): σαμάρι. [< μτγν. σάγμα] | |
| 44797 | σαγόνι | σα-γό-νι ουσ. (ουδ.) {σαγον-ιού | -ια}: το κατώτερο από τα δύο οστά του προσώπου που σχηματίζουν το στόμα και φέρουν δόντια, η κάτω γνάθος: γροθιά στο ~. Βλ. πιγούνι.|| Δυνατά ~ια. Τα κοφτερά ~ια του καρχαρία/του κροκόδειλου. Πβ. σιαγόνα.|| (προφ.) Τους έχουν πέσει/φύγει τα ~ια από το χασμουρητό (: νυστάζουν πολύ).|| (μτφ.) Τα ~ια των πολυεθνικών. Βλ. νύχι, πλοκάμια. ● Υποκ.: σαγονάκι (το) [< μεσν. σαγόνιν < αρχ. σιαγόνιον < αρχ. σιαγών] | |
| 44798 | σαγονιά | σα-γο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα στα σαγόνια. Βλ. αγκωνιά, γονατιά, κεφαλιά. | |
| 44799 | σαγρέ | σα-γρέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: τεχνική βαψίματος οικοδομών που δημιουργεί τραχιά επιφάνεια και γενικότ. επιφάνεια με ανάγλυφη υφή: τοίχος ~. Βλ. αρτιφισιέλ, ρελιέφ.|| Χαρτί ~ (ΣΥΝ. τουάλ). Νεσεσέρ από ~ δέρμα. Πβ. κοκκώδης. [< τουρκ. sağrι] | |
| 44800 | σαδισμός | σα-δι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. παραφιλία κατά την οποία κάποιος διεγείρεται ερωτικά, προκαλώντας σωματικό ή ψυχικό πόνο στον ερωτικό του σύντροφο. Βλ. σαδομαζοχισμός. 2. (κυρ. κατ' επέκτ.) νοσηρή απόλαυση που νιώθει κάποιος με τον πόνο του άλλου: Ποδοπατούν με ~ό τις στοιχειώδεις ανθρώπινες αξίες. Πβ. αναλγησία, σκληρότητα, ωμότητα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. sadisme] | |
| 44801 | σαδιστής | σα-δι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. σαδίστρια} 1. πρόσωπο που επιδίδεται σε σαδιστικές σεξουαλικές πράξεις. Βλ. σαδομαζοχιστής. 2. (κυρ. κατ' επέκτ.) αυτός που νιώθει ικανοποίηση, βασανίζοντας τους άλλους ή βλέποντάς τους να υποφέρουν: (ως επίθ.) ~ές: τύραννοι. [< γαλλ. sadiste] | |
| 44802 | σαδιστικός | , ή, ό σα-δι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σαδισμό ή τον σαδιστή: ~ή: ευχαρίστηση/συμπεριφορά. ~ές: διαθέσεις/τάσεις. Βλ. σαδομαζοχιστικός. ● επίρρ.: σαδιστικά [< γαλλ. sadique] | |
| 44803 | σαδομαζοχισμός | σα-δο-μα-ζο-χι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. σαδισμός που συνυπάρχει με μαζοχισμό στο ίδιο πρόσωπο. 2. (κατ' επέκτ.) νοσηρή ικανοποίηση που αισθάνεται κάποιος, όταν προκαλεί και ταυτόχρονα υφίσταται ψυχικό κυρ. πόνο. [< γαλλ. sadomasochisme, περ. 1950] | |
| 44804 | σαδομαζοχιστής | σα-δο-μα-ζο-χι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. σαδομαζοχίστρια}: (κυρ. ΨΥΧΙΑΤΡ.) πρόσωπο με σαδομαζοχιστική συμπεριφορά. [< γαλλ. sadomasochiste, περ. 1950] | |
| 44805 | σαδομαζοχιστικός | , ή, ό σα-δο-μα-ζο-χι-στι-κός επίθ. κυρ. ΨΥΧΙΑΤΡ.: που αναφέρεται στον σαδομαζοχισμό: ~ή: συμπεριφορά. ~ές: πράξεις/σχέσεις/τάσεις/φαντασιώσεις. ● επίρρ.: σαδομαζοχιστικά [< γαλλ. sadomasochiste, περ. 1950] | |
| 44806 | ΣΑΕ | (το): Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού. | |
| 44807 | ΣΑΕΙ | (το): Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Ισοδυναμιών. | |
| 44808 | ΣΑΕΠ | (το): Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων. | |
| 44809 | σαζάνι | σα-ζά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΙΧΘΥΟΛ. κυπρίνος. [< τουρκ. sazan] | |
| 44810 | σάζι | σά-ζι ουσ. (ουδ.) & σαζ: ΜΟΥΣ. έγχορδο όργανο λαϊκής μουσικής της Ανατολής που ανήκει στην οικογένεια του λαούτου, έχει αχλαδόσχημο ηχείο, μακρόστενο βραχίονα και τρία ζεύγη χορδών. Βλ. μπουζούκι, ούτι, ταμπουράς, ταρ, τζουράς. [< τουρκ. saz] | |
| 44811 | σάζω | βλ. σιάζω | |
| 44812 | σαθρός | , ή, ό σα-θρός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. που έχει διαβρωθεί ή φθαρεί από τα χρόνια και τη χρήση, έχει χάσει την ανθεκτικότητα ή τη σταθερότητά του και είναι έτοιμος να καταρρεύσει: ~ός: βράχος. ~ά: εδάφη/πετρώματα.|| ~ός: τοίχος. ~ό: πάτωμα. ~ά: υλικά. Πβ. ετοιμόρροπος, σάπιος. ΑΝΤ. ανθεκτικός (1), γερός (2) 2. (μτφ.) που δεν είναι βάσιμος, που εύκολα μπορεί να ανατραπεί, να καταστραφεί: ~ός: ισχυρισμός. ~ή: δικαιολογία. ~ό: κατηγορητήριο. ~ά: επιχειρήματα. Κατασκευασμένα και ~ά στοιχεία. Πβ. αβάσιμος, αθεμελίωτος, αστήρικτος, διάτρητος. ΑΝΤ. ακλόνητος.|| ~ή: δημοκρατία/οικονομία. ~ό: υπόβαθρο (θεωριών). Το ζήτημα τίθεται σε ~ή βάση. Υπεροχή που στηρίζεται σε ~ά θεμέλια (ΑΝΤ. στερεά). [< αρχ. σαθρός] | |
| 44813 | σαθρότητα | σα-θρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του σαθρού: η ~ του εδάφους (πβ. διάβρωση).|| (μτφ.) Η ~ των επιχειρημάτων/των ισχυρισμών τους. Βλ. -ότητα. [< μτγν. σαθρότης] | |
| 44814 | σαϊεντολογία | σα-ϊ-ε-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (συχνά με κεφαλ. Σ): θρησκευτικό και φιλοσοφικό σύστημα που χαρακτηρίζεται από την πίστη στη δύναμη του ανθρώπινου πνεύματος να απαλλαγεί από οδυνηρές εμπειρίες του παρελθόντος, μέσω της αυτογνωσίας και της πνευματικής ολοκλήρωσης: η Εκκλησία/το κίνημα/οι οπαδοί της ~ας. Βλ. -λογία. [< αγγλ. scientology, 1951] | |
| 44815 | σαϊεντολογικός | , ή, ό σα-ϊ-ε-ντο-λο-γι-κός επίθ. (σπάν.): που σχετίζεται με τη σαϊεντολογία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ