Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4520-4540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3587αναψηλαφώ[ἀναψηλαφῶ] α-να-ψη-λα-φώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | αναψηλάφ-ησε, -ήσει | -είται} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ερευνώ κάτι εκ νέου και λεπτομερώς, επανεξετάζω: ~ την ιστορία/το παρελθόν/την υπόθεση. 2. ΝΟΜ. επανεξετάζω δίκη. [< 1: μτγν. ἀναψηλαφῶ 2: μεσν. σημ.]
3588αναψοκοκκινίζω[ἀναψοκοκκινίζω] α-να-ψο-κοκ-κι-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {αναψοκοκκίνι-σα, -σμένος}: κοκκινίζω πολύ στο πρόσωπο κυρ. λόγω έντονου συναισθήματος ή σωματικής προσπάθειας: ~σε από θυμό/ντροπή/πόθο (= ξάναψε, φούντωσε). Πβ. εξάπτομαι.|| ~σαν από το παιχνίδι/τον χορό. Γύρισε λαχανιασμένος κι ~σμένος. ~σμένα: μάγουλα/χείλη. Πβ. φλογίζεται. ΑΝΤ. χλομιάζω
3589αναψοκοκκίνισμα[ἀναψοκοκκίνισμα] α-να-ψο-κοκ-κί-νι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναψοκοκκινίζω. Πβ. έξαψη, ξάναμμα, φλόγισμα, φούντωμα. ΑΝΤ. χλόμιασμα
3590αναψυκτήριο[ἀναψυκτήριο] α-να-ψυ-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (κυρ. σε χώρους όπου παρατηρείται συγκέντρωση ή διέλευση πολλών ατόμων) κατάστημα το οποίο προσφέρει στους πελάτες αναψυκτικά, ροφήματα και πρόχειρο φαγητό: δημοτικό/υπαίθριο ~. Εστιατόριο/καφέ/μπαρ-~. Το ~ του μουσείου/πάρκου. Πβ. καντίνα, κυλικείο. 2. (παλαιότ.) υπαίθριο κέντρο διασκέδασης με ελαφρύ μουσικοχορευτικό πρόγραμμα. Βλ. -τήριο. [< μτγν. ἀναψυκτήριον 'τόπος αναψυχής', γαλλ. buvette]
3591αναψυκτικό[ἀναψυκτικό] α-να-ψυ-κτι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & αναψυκτικό ποτό: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό, συνήθ. αεριούχο και μη αλκοολούχο, το οποίο πίνεται κυρ. κρύο: ανθρακούχα/ενεργειακά/παγωμένα ~ά. ~ά διαίτης ή λάιτ ~ά. Κουτάκι ~/~ού. Καφέ, χυμό ή ~; (σε μενού) Ροφήματα-Ποτά-~ά. Βλ. γκαζόζα, λεμονίτα, βυσσιν-, λεμον-, πορτοκαλ-άδα, κόκα-κόλα, πέπσι-κόλα. [< γαλλ. rafraîchissement]
3592αναψυχή[ἀναψυχή] α-να-ψυ-χή ουσ. (θηλ.): ψυχοσωματική ξεκούραση, ψυχαγωγία: αθλητική/δασική ~. Αίθουσα/σκάφος/ταξίδι/χώρος ~ής. Πβ. διασκέδαση. [< αρχ. ἀναψυχή, γερμ. Erfrischung, γαλλ. récréation]
3593ανγκοράβλ. αγκορά
3594ανγκοστούρα[ἀνγκοστούρα] αν-γκο-στού-ρα ουσ. (θηλ.) & αγκοστούρα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικρό βελτιωτικό γεύσης για την παρασκευή κοκτέιλ και φρουτοχυμών που παράγεται από το φλοιό των δέντρων Galipea officinalis και Cusparia trifoliata. Βλ. ταμπάσκο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Angostura, πόλη της Βενεζουέλας]
3595ανδαλουσίτης[ἀνδαλουσίτης] αν-δα-λου-σί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. άχρωμο ή ρόδινο αργιλοπυριτικό ορυκτό με τη μορφή κυρ. πρισματικών κρυστάλλων, κόκκων ή ακανόνιστων μαζών, το οποίο εμφανίζεται σε μεταμορφωσιγενή πετρώματα. Βλ. κυανίτης, -ίτης2. [< γαλλ. andalousite]
3596άνδηρο[ἄνδηρο] άν-δη-ρο ουσ. (ουδ.) {ανδήρ-ου} : ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. οριζόντια επιφάνεια σε επικλινές έδαφος για την κατασκευή οικοδομήματος: άνω/τεχνητό ~. Βαθμιδωτά/επάλληλα/κλιμακωτά ~α. Πβ. πλάτωμα. [< αρχ. ἄνδηρον]
3597ανδρ-βλ. ανδρο-/αντρο-
3598ανδραγάθημα[ἀνδραγάθημα] αν-δρα-γά-θη-μα ουσ. (ουδ.) {ανδραγαθήμ-ατος | -ατα, -άτων, συνήθ. στον πληθ.}: ηρωική πράξη, κυρ. σε πόλεμο: επικά ~ατα. Διηγείται/εξιστορεί τα ~ατα των προγόνων στο πεδίο της μάχης.|| (ειρων.-οικ.) Περηφανεύεται λες και έκανε κανένα ~. Πβ. άθλος, ανδραγαθία, κατόρθωμα. [< μτγν. ἀνδραγάθημα]
3599ανδραγαθία[ἀνδραγαθία] αν-δρα-γα-θί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ανδρεία, γενναιότητα: αριστείο/δίπλωμα/μετάλλιο ~ας. Πβ. ηρωισμός, παλικαριά. ΑΝΤ. δειλία ● ανδραγαθίες (οι): γενναίες πράξεις, ανδραγαθήματα, συνήθ. σε πόλεμο: Παρασημοφορήθηκε για τις ~ του.|| (ειρων.-οικ.) Καμαρώνει για τις ~ του (: κατορθώματα). ● ΦΡ.: επ' ανδραγαθία: για ηρωική πράξη την ώρα του καθήκοντος ή σε καιρό πολέμου: παράσημο/προαγωγή ~ ~. Τιμήθηκε μετά θάνατον ~ ~. [< αρχ. ἀνδραγαθία]
3600ανδραγαθώ[ἀνδραγαθῶ] αν-δρα-γα-θώ ρ. (αμτβ.) {ανδραγαθ-εί ... | ανδραγάθησε} (σπάν.-λόγ.): ενεργώ με γενναιότητα, ηρωισμό, συνήθ. στο πεδίο της μάχης. [< μτγν. ἀνδραγαθῶ]
3601ανδράποδο[ἀνδράποδο] αν-δρά-πο-δο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όδου} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) δούλος, άβουλο όργανο. Πβ. ανδρείκελο, δέσμιος, έρμαιο, μαριονέτα, πιόνι, σκλάβος, υποχείριο. 2. ΙΣΤ. (στην αρχαιότητα) αιχμάλωτος πολέμου που πουλιόταν ως δούλος. [< αρχ. ἀνδράποδον]
3602άνδρας & άντρας[ἄνδρας] άν-δρας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) ανδρ-ός | -ών} 1. ενήλικο άτομο αρσενικού φύλου, κατ' αντιδιαστολή προς το παιδί και τη γυναίκα: ανύπαντρος/γοητευτικός/δυναμικός/δυνατός/ελκυστικός/έξυπνος/επιτυχημένος/ευαίσθητος/ευγενικός/ηλικιωμένος (: γέρος)/κομψός/μελαμψός/μεσόκοπος/νέος (βλ. έφηβος)/παντρεμένος/ρομαντικός/χωρισμένος/ωραίος (= ομορφάντρας· ΑΝΤ. ασχημάντρας)/ώριμος ~. Ο μέσος/σύγχρονος ~. Ο ισχυρός ~ της επιχείρησης/ομάδας. (Σπουδαίος) πολιτικός ~ (πβ. προσωπικότητα). Ο ~ κουβαλητής. Φύλο: ~ (βλ. άρρεν). Δημόσιοι ~ες (: που κατέχουν δημόσιο αξίωμα). Ένδοξοι/επιφανείς ~ες. Αποφθέγματα/λόγια μεγάλων ~ών (= σημαντικών). ~ μεγάλης ηλικίας/μετρίου αναστήματος. Περιοδικά για τον ~α. Βρέθηκε το πτώμα αγνώστου ~ός. Έχεις γίνει (ολόκληρος/σωστός) ~ πια! Βλ. δανδής, δον ζουάν, ζιγκολό, ισχυρό φύλο, μάγκας, πλεϊμπόι, τζέντλεμαν, φαλλοκράτης.|| Το ήθος του ~ός. 2. {συνήθ. στον τ. άντρας} αυτός που παρουσιάζει εκείνα τα στοιχεία της συμπεριφοράς και της εμφάνισης (αρρενωπότητα, γενναιότητα, θάρρος, εντιμότητα, σωματική δύναμη) τα οποία σύμφωνα με την κοινωνική αντίληψη χαρακτηρίζουν ένα αρσενικό ενήλικο άτομο: Ανακηρύχθηκε/ψηφίστηκε ~ της χρονιάς. Ο ιδανικός/τέλειος ~. Είσαι και πολύ ~! Είναι ~ με τα όλα του. Το παίζει ~. Πρέπει να φανείς ~! Φέρσου σαν ~! Αν είσαι ~, έλα να λογαριαστούμε! Πβ. άντρακλας, παλικάρι.|| (προφ., για ομοφυλόφιλο:) Δεν είναι φανατικός ~. 3. πρόσωπο που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ερωτική ζωή μιας γυναίκας ως σύζυγος, αγαπημένος ή εραστής: πιστός ~. Βρήκε/γνώρισε τον ~α των ονείρων της. Είναι ο ~ της ζωής της. Πρώην ~ (= σύζυγος). Ο ~ της πέθανε (= είναι χήρα). Δεν έχει ~α (= είναι ανύπαντρη). Ο ~ της υπέβαλε αίτηση διαζυγίου. Απάτησε τον ~α της. Κακοποιείται από τον ~α της. Πήρε ~α νεότερό της. Την άφησε/παράτησε ο ~ της. Ο ~ της οικογένειας (= προστάτης)/του σπιτιού (βλ. οικογενειάρχης). Ο ~ της αδερφής/της κόρης μου (= ο γαμπρός μου).|| Δεν τον βλέπει σαν ~α (= εραστή), μόνο σαν φίλο.άνδρες & άντρες (οι) 1. μέλη ένοπλου συνήθ. σώματος: Στην επιχείρηση συμμετείχαν ~ των αστυνομικών δυνάμεων/των ΕΚΑΜ. Οι ~ της ειρηνευτικής δύναμης (πβ. κυανόκρανος)/των Σωμάτων Ασφαλείας. 2. ΑΘΛ. (κυρ. με κεφαλ. Α) η ανώτερη ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητών: Εθνική ~ών. ● Υποκ.: αντράκι (το) 1. (μειωτ.-ειρων.) άντρας. 2. αγόρι που παριστάνει τον άντρα. 3. (μτφ.) θαρραλέα, δυναμική γυναίκα., αντρούλης (ο): (χαϊδευτ.) σύζυγος. ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρό αντράκι βλ. σκληρός ● ΦΡ.: άντρα θέλω, τώρα τον(ε) θέλω (προφ.-ειρων.): λέγεται συνήθ. για να αποδοκιμαστεί η απαίτηση κάποιου για άμεση εκπλήρωση επιθυμίας του., ενός ανδρός αρχή (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): σε περιπτώσεις που συγκεντρώνεται η εξουσία σε ένα μόνο άτομο. Βλ. προσωποκεντρικό/συγκεντρωτικό σύστημα., σαν άντρας προς άντρα: για να δηλωθεί ότι κάποιος χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια: Έλα να μιλήσουμε ~ ~. [< αγγλ. man-to-man, 1902] , η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα βλ. γυνή [< αρχ. ἀνήρ, αιτ. ἄνδρα, μεσν. άνδρας]
3603ανδρεία[ἀνδρεία] αν-δρεί-α ουσ. (θηλ.) & αντρεία: η ιδιότητα του ανδρείου: απαράμιλλη ~. Αριστείο/μετάλλιο/παράδειγμα/σύμβολο ~ας. Επέδειξαν εξαιρετική/μεγάλη ~. Διακρίθηκαν για την ~ τους. Υπέστη όλα του τα βάσανα με ~, θάρρος και υπομονή. Πβ. αντρειοσύνη, γενναιότητα, γενναιο-, ευ-ψυχία, ηρωισμός, παλικαριά. ΑΝΤ. ανανδρία, δειλία, λιποψυχία [< αρχ. ἀνδρεία]
3604ανδρείκελο[ἀνδρείκελο] αν-δρεί-κε-λο ουσ. (ουδ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.-μειωτ.) άβουλος, ανελεύθερος άνθρωπος: Έχει μετατραπεί σε ~. ~α ξένων συμφερόντων. Πβ. άθυρμα, αχυράνθρωπος, ενεργούμενο, έρμαιο, μαριονέτα, πιόνι, υποχείριο. 2. (λόγ.) ανθρώπινο συνήθ. ομοίωμα: Οι μαθητευόμενοι φυσιοθεραπευτές ασκούνται σε ~α. Πβ. κούκλα. [< 1: γαλλ. marionnette 2: αρχ. ἀνδρείκελον]
3605ανδρείος, α, ο [ἀνδρεῖος] αν-δρεί-ος επίθ. & αντρείος: που χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, θάρρος, τόλμη: ~ος: λαός/πολεμιστής. ~α: πράξη. ~ο: φρόνημα. Πβ. γενναίος, θαρραλέος, τολμηρός. ΑΝΤ. άνανδρος, δειλός, λιπόψυχος [< αρχ. ἀνδρεῖος]
3606ανδρειοσύνηβλ. αντρειοσύνη

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.