Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [4520-4540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3576αναχρονισμός[ἀναχρονισμός] α-να-χρο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. προσκόλληση σε παρωχημένες, ξεπερασμένες και κατ' επέκτ. συντηρητικές αντιλήψεις που δεν συμβαδίζουν με το πνεύμα της σύγχρονης εποχής: ιδεολογικός/κοινωνικός/πολιτικός ~. Πβ. οπισθοδρομικότητα, συντηρητισμός. ΑΝΤ. εκσυγχρονισμός, μοντερνισμός (1), νεωτερισμός 2. (κυρ. στην τέχνη και την επιστήμη) εσφαλμένη χρονολόγηση ή απόδοση χαρακτηριστικών μιας εποχής σε άλλη: ιστορικοί ~οί. ~οί στα έπη. [< μτγν. ἀναχρονισμός, γαλλ. anachronisme, αγγλ. anachronism]
3577αναχρονιστικός, η, ο [ἀναχρονιστικός] α-να-χρο-νι-στι-κός επίθ.: που διακρίνεται από αναχρονισμό· παρωχημένος, ξεπερασμένος και κατ' επέκτ. συντηρητικός: ~ός: κανονισμός/νόμος. ~ή: νοοτροπία. ~ό: καθεστώς/σύστημα. ~οί: θεσμοί. ~ές: αντιλήψεις/απόψεις/διατάξεις/πρακτικές/τακτικές. ~ά: μέτρα/πρότυπα. Πβ. απαρχαιωμένος, πεπαλαιωμένος, οπισθοδρομικός. Βλ. -ιστικός1. ΑΝΤ. μοντέρνος (1), νεωτεριστικός, σύγχρονος (1) ● επίρρ.: αναχρονιστικά [< γαλλ. anachronique, αγγλ. anachronistic]
3578αναχρονιστικότητα[ἀναχρονιστικότητα] α-να-χρο-νι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αναχρονιστικού: ~ των απόψεων. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. οπισθοδρομικότητα ΑΝΤ. νεωτερικότητα (2)
3579ανάχωμα[ἀνάχωμα] α-νά-χω-μα ουσ. (ουδ.) 1. επιμήκης συσσώρευση χωμάτων και πετρών κατά πλάτος ποταμού ή λίμνης για συγκράτηση των υδάτων: αντιπλημμυρικό/προστατευτικό/πρόχειρο/τεχνητό ~. Ενίσχυση/κατασκευή ~ώματος. Σχηματίζεται ένα φυσικό ~. Έσπασε το κεντρικό ~ και πλημμύρισαν σπίτια. Πβ. πρόχωμα, φράγμα. Βλ. -χωμα. 2. (μτφ.) κάθε μέσο προστασίας για την ανακοπή αρνητικής συνήθ. δράσης ή ενέργειας: ~ στην ανεργία/στη βία. Πβ. ασπίδα, εμπόδιο. [< μτγν. ἀνάχωμα]
3580αναχώρηση[ἀναχώρηση] α-να-χώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναχωρώ: εσπευσμένη/ξαφνική ~. ~ αεροπλάνου (= απογείωση)/λεωφορείου/πλοίου (= απόπλους)/τρένου. Σημείο ~ης. Ημέρα και ώρα ~ης. ~ στις οχτώ το πρωί και επιστροφή στις δέκα το βράδυ. Καθυστερήσεις στην ~ των πτήσεων. Έτοιμοι για ~; Βλ. αποδημία, εκκίνηση.|| (σπάν.) ~ για το Άγιο Όρος (βλ. αναχωρητισμός). Βλ. υπ~. ΣΥΝ. ξεκίνημα (2) ΑΝΤ. άφιξη, ερχομός 2. (μτφ.) θάνατος. ● αναχωρήσεις (οι) (συνεκδ.) ΑΝΤ. αφίξεις 1. αίθουσα/χώρος αναμονής των επιβατών σε αεροδρόμιο ή σιδηροδρομικό σταθμό: ~ εξωτερικού/εσωτερικού. 2. πίνακας στον οποίο καταχωρίζονται οι ώρες των σχετικών πτήσεων ή δρομολογίων: Δες στις ~, για να μάθεις την ακριβή ώρα επιβίβασης. [< αγγλ. departures] [< αρχ. ἀναχώρησις ‘αποχώρηση, απόσυρση’, γαλλ. départ]
3581αναχωρητήριο[ἀναχωρητήριο] α-να-χω-ρη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. ασκητήριο, ερημητήριο· κατ' επέκτ. το μέρος στο οποίο αποσύρεται, απομονώνεται κάποιος από την κοινωνία. Πβ. ησυχαστήριο, σκήτη. Βλ. -τήριο. [< μεσν. αναχωρητήριον]
3582αναχωρητής[ἀναχωρητής] α-να-χω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναχωρήτρια} 1. ΕΚΚΛΗΣ. ασκητής, ερημίτης. Πβ. ησυχαστής, μοναχός. 2. (μτφ.) πρόσωπο που επιλέγει ή επιθυμεί να απομακρυνθεί από την κοσμική ζωή: Τοποθεσία ιδανική για τους ~ές που αναζητούν τη σιγαλιά της φύσης. Πβ. μοναχικός. [< μτγν. ἀναχωρητής, γαλλ. anachorète]
3583αναχωρητικός, ή, ό [ἀναχωρητικός] α-να-χω-ρη-τι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον αναχωρητή: ~ός: βίος/μοναχισμός. [< μτγν. ἀναχωρητικός, γαλλ. anachorétique]
3584αναχωρητισμός[ἀναχωρητισμός] α-να-χω-ρη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ασκητισμός. Βλ. μοναχισμός. 2. (μτφ.) εκούσια απομάκρυνση από την κοσμική ζωή: ~ από τον δημόσιο βίο/τα κοινά. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. anachorétisme]
3586αναψηλάφηση[ἀναψηλάφηση] α-να-ψη-λά-φη-ση ουσ. (θηλ.) , (εσφαλμ.) αναψηλάφιση (απαιτ. λεξιλόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναψηλαφώ: Επιχειρεί μια/κάνει/προβαίνει σε ~ των γεγονότων/δεδομένων/στοιχείων.|| (ΝΟΜ.) Άσκηση/δικαίωμα ~ης κατά της απόφασης. Το εφετείο απέρριψε την αίτηση ~ης. Πβ. επανεξέταση. Βλ. ένσταση. ● ΣΥΜΠΛ.: αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση [< μεσν. αναψηλάφησις, γαλλ. révision]
3587αναψηλαφώ[ἀναψηλαφῶ] α-να-ψη-λα-φώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | αναψηλάφ-ησε, -ήσει | -είται} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. ερευνώ κάτι εκ νέου και λεπτομερώς, επανεξετάζω: ~ την ιστορία/το παρελθόν/την υπόθεση. 2. ΝΟΜ. επανεξετάζω δίκη. [< 1: μτγν. ἀναψηλαφῶ 2: μεσν. σημ.]
3588αναψοκοκκινίζω[ἀναψοκοκκινίζω] α-να-ψο-κοκ-κι-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {αναψοκοκκίνι-σα, -σμένος}: κοκκινίζω πολύ στο πρόσωπο κυρ. λόγω έντονου συναισθήματος ή σωματικής προσπάθειας: ~σε από θυμό/ντροπή/πόθο (= ξάναψε, φούντωσε). Πβ. εξάπτομαι.|| ~σαν από το παιχνίδι/τον χορό. Γύρισε λαχανιασμένος κι ~σμένος. ~σμένα: μάγουλα/χείλη. Πβ. φλογίζεται. ΑΝΤ. χλομιάζω
3589αναψοκοκκίνισμα[ἀναψοκοκκίνισμα] α-να-ψο-κοκ-κί-νι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναψοκοκκινίζω. Πβ. έξαψη, ξάναμμα, φλόγισμα, φούντωμα. ΑΝΤ. χλόμιασμα
3590αναψυκτήριο[ἀναψυκτήριο] α-να-ψυ-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (κυρ. σε χώρους όπου παρατηρείται συγκέντρωση ή διέλευση πολλών ατόμων) κατάστημα το οποίο προσφέρει στους πελάτες αναψυκτικά, ροφήματα και πρόχειρο φαγητό: δημοτικό/υπαίθριο ~. Εστιατόριο/καφέ/μπαρ-~. Το ~ του μουσείου/πάρκου. Πβ. καντίνα, κυλικείο. 2. (παλαιότ.) υπαίθριο κέντρο διασκέδασης με ελαφρύ μουσικοχορευτικό πρόγραμμα. Βλ. -τήριο. [< μτγν. ἀναψυκτήριον 'τόπος αναψυχής', γαλλ. buvette]
3591αναψυκτικό[ἀναψυκτικό] α-να-ψυ-κτι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & αναψυκτικό ποτό: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό, συνήθ. αεριούχο και μη αλκοολούχο, το οποίο πίνεται κυρ. κρύο: ανθρακούχα/ενεργειακά/παγωμένα ~ά. ~ά διαίτης ή λάιτ ~ά. Κουτάκι ~/~ού. Καφέ, χυμό ή ~; (σε μενού) Ροφήματα-Ποτά-~ά. Βλ. γκαζόζα, λεμονίτα, βυσσιν-, λεμον-, πορτοκαλ-άδα, κόκα-κόλα, πέπσι-κόλα. [< γαλλ. rafraîchissement]
3592αναψυχή[ἀναψυχή] α-να-ψυ-χή ουσ. (θηλ.): ψυχοσωματική ξεκούραση, ψυχαγωγία: αθλητική/δασική ~. Αίθουσα/σκάφος/ταξίδι/χώρος ~ής. Πβ. διασκέδαση. [< αρχ. ἀναψυχή, γερμ. Erfrischung, γαλλ. récréation]
3593ανγκοράβλ. αγκορά
3594ανγκοστούρα[ἀνγκοστούρα] αν-γκο-στού-ρα ουσ. (θηλ.) & αγκοστούρα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. πικρό βελτιωτικό γεύσης για την παρασκευή κοκτέιλ και φρουτοχυμών που παράγεται από το φλοιό των δέντρων Galipea officinalis και Cusparia trifoliata. Βλ. ταμπάσκο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Angostura, πόλη της Βενεζουέλας]
3595ανδαλουσίτης[ἀνδαλουσίτης] αν-δα-λου-σί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. άχρωμο ή ρόδινο αργιλοπυριτικό ορυκτό με τη μορφή κυρ. πρισματικών κρυστάλλων, κόκκων ή ακανόνιστων μαζών, το οποίο εμφανίζεται σε μεταμορφωσιγενή πετρώματα. Βλ. κυανίτης, -ίτης2. [< γαλλ. andalousite]
3596άνδηρο[ἄνδηρο] άν-δη-ρο ουσ. (ουδ.) {ανδήρ-ου} : ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. οριζόντια επιφάνεια σε επικλινές έδαφος για την κατασκευή οικοδομήματος: άνω/τεχνητό ~. Βαθμιδωτά/επάλληλα/κλιμακωτά ~α. Πβ. πλάτωμα. [< αρχ. ἄνδηρον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.