| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44826 | σακαράκα | σα-κα-ρά-κα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κάθε αντικείμενο που έχει αχρηστευτεί από την πολυκαιρία, κυρ. πολύ παλιό αυτοκίνητο: Πήγε τη ~ του στο συνεργείο. Πβ. σαράβαλο. | |
| 44827 | σακάτεμα | σα-κά-τε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του σακατεύω: ~ μετά από σοβαρό τραυματισμό. Πβ. αναπηρία, σακατιλίκι.|| (μτφ.) ~ του μυαλού/της ψυχής. Πβ. καταπόνηση. Βλ. καταστροφή. | |
| 44828 | σακατεύω | σα-κα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {σακάτ-εψα, σακατ-εύτηκα, σακατεύ-οντας, σακατ-εμένος} (προφ.) 1. προξενώ σε κάποιον σοβαρή σωματική βλάβη, συνήθ. αφήνοντάς τον ανάπηρο· καταστρέφω κάτι: Του ~εψε το πόδι. Έχουν ~ευτεί από τροχαίο. Γλίστρησα στον δρόμο και ~εύτηκα (= χτύπησα άσχημα, τραυματίστηκα).|| (μτφ.) ~εψαν το πράσινο (: τη φύση). 2. (μτφ.) βασανίζω, καταπονώ κάποιον, τον διαλύω ψυχικά και σωματικά: ~εμένος από τη θλίψη/την κούραση/τα χρόνια. Πβ. εξαντλώ. ● ΦΡ.: σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο | |
| 44829 | σακάτης | σα-κά-της ουσ. (αρσ.) {σακάτ-ηδες | σπάν. θηλ. σακάτισσα} (προφ.-μειωτ.): ανάπηρος: Έμεινε/κατάντησε ~. ΣΥΝ. μισερός (2) ΑΝΤ. αρτιμελής, γερός (1) [< τουρκ. sakat] | |
| 44830 | σακάτικος | , η, ο σα-κά-τι-κος επίθ. (προφ.): (για ανθρώπινο μέλος ή ζώο) που έχει αναπηρία: ~ο: κορμί/πόδι/χέρι. Πβ. ανάπηρος.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: ζωή. ~α: χρόνια. Πβ. δυστυχισμένος, μίζερος. | |
| 44831 | σακατιλίκι | σα-κα-τι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σακατλίκι (προφ.-μειωτ.) 1. (μτφ.) πάθος, βίτσιο ή ελάττωμα: Ο πρωταθλητισμός είναι ~.|| Ξεχνούν τα δικά τους ~ια κι ασχολούνται με τα κουσούρια των άλλων. 2. (σπάν.-κυριολ.) αναπηρία, σακάτεμα. Βλ. -ιλίκι. [< τουρκ. sakatlιk] | |
| 44832 | σάκε | σά-κε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σακέ: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιαπωνικό αλκοολούχο ποτό το οποίο φτιάχνεται από ρύζι που έχει υποστεί ζύμωση και σερβίρεται χλιαρό ή ζεστό. [< αγγλ. sake, γαλλ. saké] | |
| 44833 | σακί | σα-κί ουσ. (ουδ.): σάκος συνήθ. από λινάτσα ή πλαστικό, κατάλληλος για τοποθέτηση ή μεταφορά αντικειμένων, προϊόντων· συνεκδ. το περιεχόμενό του: ~ με αλεύρι/άμμο/λίπασμα. ~ (των) είκοσι κιλών.|| Δύο ~ιά πατάτες/ρύζι/τσιμέντο.|| Έπεσε/τον πέταξε κάτω σαν ~ (: με βία ή δύναμη). Με έσυραν σαν ~ στο πάτωμα. ΣΥΝ. τσουβάλι (1) ● ΦΡ.: βάζω στο ίδιο σακί/στο ίδιο τσουβάλι/στον ίδιο ντορβά (μτφ.-προφ.): αξιολογώ με τον ίδιο τρόπο ανόμοια πρόσωπα ή πράγματα: Μην τους βάζεις όλους ~ ~. Πβ. εξισώνω., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι [< μεσν. σακίν] | |
| 44834 | σακιάζω | σα-κιά-ζω ρ. (μτβ.) {σάκια-σα} (λαϊκό): βάζω σε σακί. [< μεσν. σακιάζω] | |
| 44835 | σάκιασμα | σά-κια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τοποθέτηση σε σακί: το ~ του καρπού (: σε γεωργικές εργασίες). ΣΥΝ. τσουβάλιασμα (1) | |
| 44836 | σακίδιο | σα-κί-δι-ο ουσ. (ουδ.): μικρός σάκος που κρεμιέται στον ώμο ή την πλάτη: αδιάβροχο/αθλητικό/ανατομικό/δερμάτινο/εκδρομικό/ναυτικό/ορειβατικό/στρατιωτικό (= γυλιός)/σχολικό (= σάκα)/υφασμάτινο ~. ~ μεταφοράς/πεζοπορίας/ταξιδίου (βλ. σακ βουαγιάζ). ~ για φορητό υπολογιστή. ~α μοτοσικλέτας/χεριού. Βλ. -ίδιο, δισάκι, τσάντα. ● Υποκ.: σακιδιάκι (το) [< μτγν. σακκίδιον] | |
| 44837 | σακοειδής | , ής, ές σα-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με σάκο, που έχει το σχήμα του: (ΙΑΤΡ.) ~ής: διεύρυνση (π.χ. στον πνεύμονα). ~ές: ανεύρυσμα. Πβ. θυλακοειδής. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. sacciforme, αγγλ. sacciform] | |
| 44838 | σακολέβα | σα-κο-λέ-βα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. πανί πλοίου που είχε σχήμα τραπεζίου και το αντίστοιχο ιστιοφόρο καΐκι. Βλ. λατίνι, ψάθα. [< βεν. sacoleva < μεσν. σακολαίβα·πβ. γαλλ. sacoléva, 1904] | |
| 44839 | σακοράφα | σα-κο-ρά-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μεγάλη βελόνα για ράψιμο με χοντρή κλωστή ή σπάγγο. 2. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. syngnathus acus) με πολύ μακρύ κεφάλι, που ζει στις εκβολές ρεμάτων και ποταμών, σε λασπώδεις και αμμώδεις βυθούς. [< 1: μεσν. σακκοράφα] | |
| 44840 | σάκος | σά-κος ουσ. (αρσ.) 1. μεγάλη κυλινδρική θήκη από εύκαμπτο υλικό, με άνοιγμα στην κορυφή, συχνά με λαβή, για τη μεταφορά ή φύλαξη αντικειμένων, υλικών, εργαλείων, ρούχων· γενικότ. οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα: αδιάβροχος/δερμάτινος/υφασμάτινος ~. Διπλωματικός (: που περιέχει την αλληλογραφία της πρεσβείας ή του προξενείου μιας χώρας με το Υπουργείο Εξωτερικών της)/εκδρομικός/στρατιωτικός/ταξιδιωτικός (βλ. σακ βουαγιάζ)/ταχυδρομικός (: με επιστολές και δέματα) ~. Πλαστικός ~ (μολυσματικών) απορριμμάτων. ~ εξοπλισμού/ύπνου (= υπνόσακος)/ψαροτούφεκου. (στον στρατό) ~ εκστρατείας/ιματισμού (βλ. λουκάνικο). ~ για σκι. Πρακτικός ~ για μικροπράγματα. Χάρτινοι ~οι (= χαρτόσακοι) των ... κιλών. ~οι πολυαιθυλενίου. Προμήθεια ~ων τσιμέντου. Άμμος/χώμα που διατίθεται σε ~ους. Πβ. σακί, σακίδιο, τσουβάλι. Βλ. αερόσακος.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Τσάντα/φόρεμα-~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. πολυτελές αρχιερατικό άμφιο με κοντά και φαρδιά μανίκια: επισκοπικός ~. ~ πατριάρχη. 3. ΑΝΑΤ. θύλακας: ινώδης/νωτιαίος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σάκος του μποξ 1. & σάκος πυγμαχίας: ειδικός μακρόστενος σάκος τον οποίο χτυπούν με γροθιές οι πυγμάχοι για εξάσκηση: δερμάτινος ~ ~. ~ ~ με βάση (= ~ ~ δαπέδου). 2. (μτφ.) για πρόσωπο στο οποίο ξεσπά κάποιος χωρίς λόγο, που λειτουργεί ως μέσο εκτόνωσης: Έχουμε γίνει ~ ~., αεροφόροι σάκοι βλ. αεροφόρος, αμνιακός σάκος βλ. αμνιακός ● ΦΡ.: πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος βλ. απίδι [< αρχ. σά(κ)κος, γαλλ. sac, αγγλ. bag] | |
| 44841 | σακούλα | σα-κού-λα ουσ. (θηλ.): μικρός σάκος σε διάφορα σχήματα και διαστάσεις, για την τοποθέτηση και μεταφορά προϊόντων ή απορριμμάτων· συνεκδ. το περιεχόμενό του: ανθεκτική/διάφανη/κωνική/χάρτινη (πβ. χαρτο~) ~. ~ καταστήματος/σούπερ-μάρκετ. ~ πολυαιθυλενίου. ~ες αποθήκευσης/κατάψυξης/ψησίματος. Η ~ της ηλεκτρικής σκούπας. ~ με βιβλία/δώρα/παγάκια/παιχνίδια/ρούχα/τρόφιμα. Μαύρη/νάιλον/πλαστική ~ σκουπιδιών. Ανακυκλώσιμη/βιοδιασπώμενη/οικολογική ~. ~ες γεμάτες ψώνια. Βλ. σακούλι.|| Μια ~ πατατάκια.|| (ειδικότ.) Γιαούρτι ~ας (: που έχει στραγγίξει σε πάνινη ~). ● σακούλες (οι) (προφ.): χαλάρωση ή και μελάνιασμα του δέρματος κάτω από τα μάτια που οφείλεται συνήθ. σε αϋπνία, κόπωση, γήρανση. Πβ. μαύροι κύκλοι γύρω/κάτω από τα μάτια. σακούλιασμα. ● Υποκ.: σακουλίτσα (η) [< μεσν. σακούλα] | |
| 44842 | σακουλάκι | βλ. σακούλι | |
| 44843 | σακουλεύομαι | σα-κου-λεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {σακουλεύ-τηκα} (αργκό): παίρνω είδηση, μυρωδιά: Καλά τη ~τηκα εγώ τη δουλειά/την υπόθεση. Πβ. μυρίζ-, οσμίζ-, υποπτεύ-, υποψιάζ-ομαι. [< τουρκ. şakull] | |
| 44844 | σακούλι | σα-κού-λι ουσ. (ουδ.): μικρή σακούλα· σπάν. πουγκί: νάιλον/υφασμάτινο/χάρτινο ~.|| (μτφ.-προφ.) Τρία μετάλλια έβαλε/πρόσθεσε στο ~ της (= κατέκτησε) η Εθνική Ομάδα. ● Υποκ.: σακουλάκι (το): ~ια μιας χρήσης. ● ΦΡ.: φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι βλ. φασούλι [< μεσν. σακούλι, σακουλάκι] | |
| 44845 | σακουλιάζω | σα-κου-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σακούλια-σε, σακουλιά-σει, -σμένος} (προφ.): (για ύφασμα, ρούχο) που δεν στρώνει καλά στο σώμα· (για επιδερμίδα) που έχει χάσει την ελαστικότητά της: Παντελόνι που ~ει (ΑΝΤ. εφαρμόζει σωστά).|| Η κοιλιά του έχει ~σει (= κρεμάσει, ξεχειλώσει, πέσει, χαλαρώσει). ~σμένο: πρόσωπο (βλ. ζαρωμένο, ρυτιδιασμένο). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ