| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44816 | σαϊεντολόγος | σα-ϊ-ε-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): οπαδός της σαϊεντολογίας: η οργάνωση των ~ων. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. scientologist, 1952] | |
| 44817 | σαΐνι | σα-ΐ-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) άνθρωπος πανέξυπνος, εύστροφος: Ήταν ~, τα καταλάβαινε όλα με την πρώτη.|| (ειρων.) ~ μου εσύ! Πβ. ατσίδα, εξπέρ, ξεφτέρι, ξύπνιος, ξυράφι, πιάνει πουλιά στον αέρα, σπίρτο, τζιμάνι, τσακάλι. ΑΝΤ. στουρνάρι (1) 2. ΟΡΝΙΘ. (σπάν.) γεράκι. [< τουρκ. şahin] | |
| 44818 | σαιξπηρικός | , ή, ό σαιξ-πη-ρι-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στον Άγγλο ποιητή και δραματουργό Ουίλιαμ Σαίξπηρ: ~ός: ήρωας. ~ό: έργο/θέατρο. [< αγγλ. Shakespearean] | |
| 44819 | σάιτ | σά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. (δια)δικτυακός τόπος/χώρος. Βλ. ιστοσελίδα. [< αμερικ. site, 1969] | |
| 44820 | σαΐτα | σα-ΐ-τα ουσ. (θηλ.) 1. χάρτινη κατασκευή που μοιάζει με βέλος ή αεροπλανάκι: Μαθητές που πετούν/ρίχνουν ~ες. 2. βέλος τόξου: (λογοτ.) φαρμακερή ~.|| (μτφ., για πρόσ. που τρέχει πολύ γρήγορα) Έγινε ~. 3. εξάρτημα (πηνίο) του αργαλειού με το οποίο περνιέται το υφάδι μέσα από τις κλωστές του στημονιού· το αντίστοιχο εργαλείο της ραπτομηχανής: ξύλινη ~. ΣΥΝ. κερκίδα (4) 4. ΖΩΟΛ. (κοινό) είδος φιδιού που εκτινάσσεται γρήγορα (επιστ. ονομασ. coluber ή platyceps najadum). Βλ. δεντρογαλιά, ζαμενής. ● ΦΡ.: σαν βέλος/ρουκέτα/σαΐτα βλ. βέλος [< μεσν. σαΐτα] | |
| 44821 | σαϊτεύω | σα-ϊ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) μτχ. σαϊτεμένος, σαϊτεύ-οντας | συνήθ. στον ενεστ.} (λογοτ.) 1. χτυπώ κάποιον με βέλος. Πβ. τοξεύω. 2. (μτφ.) σαγηνεύω: ~ουν τις καρδιές. [< μεσν. σαϊτεύω] | |
| 44822 | σαϊτιά | σα-ϊ-τιά ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): εκτόξευση βέλους· κυρ. χτύπημα με σαΐτα ή το τραύμα που προκαλείται από αυτή. || (μτφ.) Η ~ του έρωτα. Πβ. λαβωματιά. [< μεσν. σαϊτιά] | |
| 44823 | σακ βουαγιάζ | σακ βου-α-γιάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σακβουαγιάζ: τσάντα ταξιδιού. Βλ. βαλίτσα, σακίδιο. [< γαλλ. sac (de) voyage] | |
| 44824 | σάκα | σά-κα ουσ. (θηλ.): σχολική τσάντα: βαριά/πάνινη ~. Ετοίμασε τη ~ της. Με τη ~ στον ώμο. Βλ. κασετίνα.|| (γενικότ., για μεταφορά εγγράφων, επιστολών) Δερμάτινη ~. Πβ. χαρτοφύλακας. Βλ. σακίδιο. | |
| 44825 | σακάκι | σα-κά-κι ουσ. (ουδ.): ανδρικό ή γυναικείο ένδυμα με μακριά συνήθ. μανίκια, που καλύπτει τον κορμό, φτάνει ως τους γοφούς και κουμπώνει μπροστά: βελούδινο/επίσημο/κοτλέ/μεσάτο/μονόπετο/πέτσινο/ριγέ/σταυρωτό/τουίντ ~. ~ με βάτες. ~ και παντελόνι (βλ. κουστούμι). Βλ. ζακέτα, μπλέιζερ, τζάκετ. | |
| 44826 | σακαράκα | σα-κα-ρά-κα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κάθε αντικείμενο που έχει αχρηστευτεί από την πολυκαιρία, κυρ. πολύ παλιό αυτοκίνητο: Πήγε τη ~ του στο συνεργείο. Πβ. σαράβαλο. | |
| 44827 | σακάτεμα | σα-κά-τε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του σακατεύω: ~ μετά από σοβαρό τραυματισμό. Πβ. αναπηρία, σακατιλίκι.|| (μτφ.) ~ του μυαλού/της ψυχής. Πβ. καταπόνηση. Βλ. καταστροφή. | |
| 44828 | σακατεύω | σα-κα-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {σακάτ-εψα, σακατ-εύτηκα, σακατεύ-οντας, σακατ-εμένος} (προφ.) 1. προξενώ σε κάποιον σοβαρή σωματική βλάβη, συνήθ. αφήνοντάς τον ανάπηρο· καταστρέφω κάτι: Του ~εψε το πόδι. Έχουν ~ευτεί από τροχαίο. Γλίστρησα στον δρόμο και ~εύτηκα (= χτύπησα άσχημα, τραυματίστηκα).|| (μτφ.) ~εψαν το πράσινο (: τη φύση). 2. (μτφ.) βασανίζω, καταπονώ κάποιον, τον διαλύω ψυχικά και σωματικά: ~εμένος από τη θλίψη/την κούραση/τα χρόνια. Πβ. εξαντλώ. ● ΦΡ.: σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο | |
| 44829 | σακάτης | σα-κά-της ουσ. (αρσ.) {σακάτ-ηδες | σπάν. θηλ. σακάτισσα} (προφ.-μειωτ.): ανάπηρος: Έμεινε/κατάντησε ~. ΣΥΝ. μισερός (2) ΑΝΤ. αρτιμελής, γερός (1) [< τουρκ. sakat] | |
| 44830 | σακάτικος | , η, ο σα-κά-τι-κος επίθ. (προφ.): (για ανθρώπινο μέλος ή ζώο) που έχει αναπηρία: ~ο: κορμί/πόδι/χέρι. Πβ. ανάπηρος.|| (μτφ.-λογοτ.) ~η: ζωή. ~α: χρόνια. Πβ. δυστυχισμένος, μίζερος. | |
| 44831 | σακατιλίκι | σα-κα-τι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σακατλίκι (προφ.-μειωτ.) 1. (μτφ.) πάθος, βίτσιο ή ελάττωμα: Ο πρωταθλητισμός είναι ~.|| Ξεχνούν τα δικά τους ~ια κι ασχολούνται με τα κουσούρια των άλλων. 2. (σπάν.-κυριολ.) αναπηρία, σακάτεμα. Βλ. -ιλίκι. [< τουρκ. sakatlιk] | |
| 44832 | σάκε | σά-κε ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σακέ: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιαπωνικό αλκοολούχο ποτό το οποίο φτιάχνεται από ρύζι που έχει υποστεί ζύμωση και σερβίρεται χλιαρό ή ζεστό. [< αγγλ. sake, γαλλ. saké] | |
| 44833 | σακί | σα-κί ουσ. (ουδ.): σάκος συνήθ. από λινάτσα ή πλαστικό, κατάλληλος για τοποθέτηση ή μεταφορά αντικειμένων, προϊόντων· συνεκδ. το περιεχόμενό του: ~ με αλεύρι/άμμο/λίπασμα. ~ (των) είκοσι κιλών.|| Δύο ~ιά πατάτες/ρύζι/τσιμέντο.|| Έπεσε/τον πέταξε κάτω σαν ~ (: με βία ή δύναμη). Με έσυραν σαν ~ στο πάτωμα. ΣΥΝ. τσουβάλι (1) ● ΦΡ.: βάζω στο ίδιο σακί/στο ίδιο τσουβάλι/στον ίδιο ντορβά (μτφ.-προφ.): αξιολογώ με τον ίδιο τρόπο ανόμοια πρόσωπα ή πράγματα: Μην τους βάζεις όλους ~ ~. Πβ. εξισώνω., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι [< μεσν. σακίν] | |
| 44834 | σακιάζω | σα-κιά-ζω ρ. (μτβ.) {σάκια-σα} (λαϊκό): βάζω σε σακί. [< μεσν. σακιάζω] | |
| 44835 | σάκιασμα | σά-κια-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τοποθέτηση σε σακί: το ~ του καρπού (: σε γεωργικές εργασίες). ΣΥΝ. τσουβάλιασμα (1) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ