Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45400-45420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44836σακίδιοσα-κί-δι-ο ουσ. (ουδ.): μικρός σάκος που κρεμιέται στον ώμο ή την πλάτη: αδιάβροχο/αθλητικό/ανατομικό/δερμάτινο/εκδρομικό/ναυτικό/ορειβατικό/στρατιωτικό (= γυλιός)/σχολικό (= σάκα)/υφασμάτινο ~. ~ μεταφοράς/πεζοπορίας/ταξιδίου (βλ. σακ βουαγιάζ). ~ για φορητό υπολογιστή. ~α μοτοσικλέτας/χεριού. Βλ. -ίδιο, δισάκι, τσάντα. ● Υποκ.: σακιδιάκι (το) [< μτγν. σακκίδιον]
44837σακοειδής, ής, ές σα-κο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που μοιάζει με σάκο, που έχει το σχήμα του: (ΙΑΤΡ.) ~ής: διεύρυνση (π.χ. στον πνεύμονα). ~ές: ανεύρυσμα. Πβ. θυλακοειδής. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. sacciforme, αγγλ. sacciform]
44838σακολέβασα-κο-λέ-βα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΝΑΥΤ. πανί πλοίου που είχε σχήμα τραπεζίου και το αντίστοιχο ιστιοφόρο καΐκι. Βλ. λατίνι, ψάθα. [< βεν. sacoleva < μεσν. σακολαίβα·πβ. γαλλ. sacoléva, 1904]
44839σακοράφασα-κο-ρά-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μεγάλη βελόνα για ράψιμο με χοντρή κλωστή ή σπάγγο. 2. ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. syngnathus acus) με πολύ μακρύ κεφάλι, που ζει στις εκβολές ρεμάτων και ποταμών, σε λασπώδεις και αμμώδεις βυθούς. [< 1: μεσν. σακκοράφα]
44840σάκοςσά-κος ουσ. (αρσ.) 1. μεγάλη κυλινδρική θήκη από εύκαμπτο υλικό, με άνοιγμα στην κορυφή, συχνά με λαβή, για τη μεταφορά ή φύλαξη αντικειμένων, υλικών, εργαλείων, ρούχων· γενικότ. οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα: αδιάβροχος/δερμάτινος/υφασμάτινος ~. Διπλωματικός (: που περιέχει την αλληλογραφία της πρεσβείας ή του προξενείου μιας χώρας με το Υπουργείο Εξωτερικών της)/εκδρομικός/στρατιωτικός/ταξιδιωτικός (βλ. σακ βουαγιάζ)/ταχυδρομικός (: με επιστολές και δέματα) ~. Πλαστικός ~ (μολυσματικών) απορριμμάτων. ~ εξοπλισμού/ύπνου (= υπνόσακος)/ψαροτούφεκου. (στον στρατό) ~ εκστρατείας/ιματισμού (βλ. λουκάνικο). ~ για σκι. Πρακτικός ~ για μικροπράγματα. Χάρτινοι ~οι (= χαρτόσακοι) των ... κιλών. ~οι πολυαιθυλενίου. Προμήθεια ~ων τσιμέντου. Άμμος/χώμα που διατίθεται σε ~ους. Πβ. σακί, σακίδιο, τσουβάλι. Βλ. αερόσακος.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Τσάντα/φόρεμα-~. 2. ΕΚΚΛΗΣ. πολυτελές αρχιερατικό άμφιο με κοντά και φαρδιά μανίκια: επισκοπικός ~. ~ πατριάρχη. 3. ΑΝΑΤ. θύλακας: ινώδης/νωτιαίος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σάκος του μποξ 1. & σάκος πυγμαχίας: ειδικός μακρόστενος σάκος τον οποίο χτυπούν με γροθιές οι πυγμάχοι για εξάσκηση: δερμάτινος ~ ~. ~ ~ με βάση (= ~ ~ δαπέδου). 2. (μτφ.) για πρόσωπο στο οποίο ξεσπά κάποιος χωρίς λόγο, που λειτουργεί ως μέσο εκτόνωσης: Έχουμε γίνει ~ ~., αεροφόροι σάκοι βλ. αεροφόρος, αμνιακός σάκος βλ. αμνιακός ● ΦΡ.: πόσα απίδια πιάνει/χωράει/βάζει/βάνει/έχει ο σάκος βλ. απίδι [< αρχ. σά(κ)κος, γαλλ. sac, αγγλ. bag]
44841σακούλασα-κού-λα ουσ. (θηλ.): μικρός σάκος σε διάφορα σχήματα και διαστάσεις, για την τοποθέτηση και μεταφορά προϊόντων ή απορριμμάτων· συνεκδ. το περιεχόμενό του: ανθεκτική/διάφανη/κωνική/χάρτινη (πβ. χαρτο~) ~. ~ καταστήματος/σούπερ-μάρκετ. ~ πολυαιθυλενίου. ~ες αποθήκευσης/κατάψυξης/ψησίματος. Η ~ της ηλεκτρικής σκούπας. ~ με βιβλία/δώρα/παγάκια/παιχνίδια/ρούχα/τρόφιμα. Μαύρη/νάιλον/πλαστική ~ σκουπιδιών. Ανακυκλώσιμη/βιοδιασπώμενη/οικολογική ~. ~ες γεμάτες ψώνια. Βλ. σακούλι.|| Μια ~ πατατάκια.|| (ειδικότ.) Γιαούρτι ~ας (: που έχει στραγγίξει σε πάνινη ~).σακούλες (οι) (προφ.): χαλάρωση ή και μελάνιασμα του δέρματος κάτω από τα μάτια που οφείλεται συνήθ. σε αϋπνία, κόπωση, γήρανση. Πβ. μαύροι κύκλοι γύρω/κάτω από τα μάτια. σακούλιασμα. ● Υποκ.: σακουλίτσα (η) [< μεσν. σακούλα]
44842σακουλάκιβλ. σακούλι
44843σακουλεύομαισα-κου-λεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {σακουλεύ-τηκα} (αργκό): παίρνω είδηση, μυρωδιά: Καλά τη ~τηκα εγώ τη δουλειά/την υπόθεση. Πβ. μυρίζ-, οσμίζ-, υποπτεύ-, υποψιάζ-ομαι. [< τουρκ. şakull]
44844σακούλισα-κού-λι ουσ. (ουδ.): μικρή σακούλα· σπάν. πουγκί: νάιλον/υφασμάτινο/χάρτινο ~.|| (μτφ.-προφ.) Τρία μετάλλια έβαλε/πρόσθεσε στο ~ της (= κατέκτησε) η Εθνική Ομάδα. ● Υποκ.: σακουλάκι (το): ~ια μιας χρήσης. ● ΦΡ.: φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι βλ. φασούλι [< μεσν. σακούλι, σακουλάκι]
44845σακουλιάζωσα-κου-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {σακούλια-σε, σακουλιά-σει, -σμένος} (προφ.): (για ύφασμα, ρούχο) που δεν στρώνει καλά στο σώμα· (για επιδερμίδα) που έχει χάσει την ελαστικότητά της: Παντελόνι που ~ει (ΑΝΤ. εφαρμόζει σωστά).|| Η κοιλιά του έχει ~σει (= κρεμάσει, ξεχειλώσει, πέσει, χαλαρώσει). ~σμένο: πρόσωπο (βλ. ζαρωμένο, ρυτιδιασμένο).
44846σακούλιασμασα-κού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κακή εφαρμογή υφάσματος, ρούχου· χαλάρωση του δέρματος. Πβ. ξεχείλωμα.|| ~ κάτω από τα μάτια. Πβ. σακούλες.
44847σακουλοπαπαδίτσασα-κου-λο-πα-πα-δί-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό παρυδάτιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Remiz pendulinus) που μοιάζει με σπουργίτι και κατασκευάζει κρεμαστή φωλιά, σαν σακούλι, σε κλαδιά δέντρων. Βλ. στρουθιόμορφα. ΣΥΝ. υφάντρα (2)
44848σακόφιλτροσα-κό-φιλ-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. φίλτρο συγκράτησης φερτών υλών και αιωρούμενων σωματιδίων: αποκονίωση με ~α. [< αγγλ. bag filter]
44849σακχαραιμίασακ-χα-ραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. γλυκαιμία.
44850σακχαρίνηβλ. ζαχαρίνη
44851σάκχαριςσάκ-χα-ρις ουσ. (θηλ.) {σακχάρεως} (αρχαιοπρ.): ζάχαρη. [< μτγν. σάκχαρις]
44852σάκχαροσάκ-χα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -άρου} 1. ΧΗΜ. {συνήθ. στον πληθ.} οργανική ένωση που περιλαμβάνει άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο· υδατάνθρακας: αναγωγικά/απλά/διασπώμενα/σύνθετα ~α. Βλ. γλυκίδια, ιμβερτο~, μονο-, τρι-, πολυ-σακχαρίτης, σταφυλο~. 2. ΙΑΤΡ. ζάχαρο. Πβ. σακχαροδιαβήτης. ● ΣΥΜΠΛ.: καμπύλη ζαχάρου/σακχάρου βλ. ζάχαρο [< μτγν. σάκχαρον ‘ζάχαρη’]
44853σακχαροδιαβήτηςσακ-χα-ρο-δι-α-βή-της ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ζαχαροδιαβήτης: ΙΑΤΡ. σακχαρώδης διαβήτης. [< γαλλ. diabète sucré]
44854σακχαρόζησακ-χα-ρό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. δισακχαρίτης που αποτελείται από γλυκόζη και φρουκτόζη, η κοινή επιτραπέζια ζάχαρη. ΣΥΝ. καλαμοσάκχαρο [< γαλλ. saccharose]
44855σακχαροκάλαμοβλ. ζαχαροκάλαμο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.