| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44846 | σακούλιασμα | σα-κού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): κακή εφαρμογή υφάσματος, ρούχου· χαλάρωση του δέρματος. Πβ. ξεχείλωμα.|| ~ κάτω από τα μάτια. Πβ. σακούλες. | |
| 44847 | σακουλοπαπαδίτσα | σα-κου-λο-πα-πα-δί-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. μικρό παρυδάτιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Remiz pendulinus) που μοιάζει με σπουργίτι και κατασκευάζει κρεμαστή φωλιά, σαν σακούλι, σε κλαδιά δέντρων. Βλ. στρουθιόμορφα. ΣΥΝ. υφάντρα (2) | |
| 44848 | σακόφιλτρο | σα-κό-φιλ-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. φίλτρο συγκράτησης φερτών υλών και αιωρούμενων σωματιδίων: αποκονίωση με ~α. [< αγγλ. bag filter] | |
| 44849 | σακχαραιμία | σακ-χα-ραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. γλυκαιμία. | |
| 44850 | σακχαρίνη | βλ. ζαχαρίνη | |
| 44851 | σάκχαρις | σάκ-χα-ρις ουσ. (θηλ.) {σακχάρεως} (αρχαιοπρ.): ζάχαρη. [< μτγν. σάκχαρις] | |
| 44852 | σάκχαρο | σάκ-χα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -άρου} 1. ΧΗΜ. {συνήθ. στον πληθ.} οργανική ένωση που περιλαμβάνει άνθρακα, υδρογόνο και οξυγόνο· υδατάνθρακας: αναγωγικά/απλά/διασπώμενα/σύνθετα ~α. Βλ. γλυκίδια, ιμβερτο~, μονο-, τρι-, πολυ-σακχαρίτης, σταφυλο~. 2. ΙΑΤΡ. ζάχαρο. Πβ. σακχαροδιαβήτης. ● ΣΥΜΠΛ.: καμπύλη ζαχάρου/σακχάρου βλ. ζάχαρο [< μτγν. σάκχαρον ‘ζάχαρη’] | |
| 44853 | σακχαροδιαβήτης | σακ-χα-ρο-δι-α-βή-της ουσ. (αρσ.) & (προφ.) ζαχαροδιαβήτης: ΙΑΤΡ. σακχαρώδης διαβήτης. [< γαλλ. diabète sucré] | |
| 44854 | σακχαρόζη | σακ-χα-ρό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. δισακχαρίτης που αποτελείται από γλυκόζη και φρουκτόζη, η κοινή επιτραπέζια ζάχαρη. ΣΥΝ. καλαμοσάκχαρο [< γαλλ. saccharose] | |
| 44855 | σακχαροκάλαμο | βλ. ζαχαροκάλαμο | |
| 44856 | σακχαρόμετρο | σακ-χα-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) & ζαχαρόμετρο: ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης σακχάρου σε διάλυμα ή συνήθ. στο αίμα. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. saccharimètre, αγγλ. saccharimeter] | |
| 44857 | σακχαρομύκητας | σακ-χα-ρο-μύ-κη-τας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. μύκητας που προκαλεί ζύμωση των σακχάρων: ~ες που χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία. Βλ. ζυμομύκητας. [< γαλλ.-αγγλ. saccharomyces] | |
| 44858 | σακχαρόπηκτος | , ος, ο σακ-χα-ρό-πη-κτος επίθ. (επίσ.): που έχει ως επικάλυψη πηγμένη ζάχαρη: ~α: δισκία/φρούτα.|| (ως ουσ.) Ένα ~ο (ενν. χάπι) δυο φορές ημερησίως (: σε ιατρική συνταγή). | |
| 44859 | σακχαροποίηση | σακ-χα-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) : ΧΗΜ. χημική ή βιολογική μετατροπή αμυλούχων υλών σε σάκχαρα. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ.-αγγλ. saccharification] | |
| 44860 | σακχαρότευτλο | βλ. ζαχαρότευτλο | |
| 44861 | σακχαρουρία | σακ-χα-ρου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. γλυκοζουρία. Βλ. -ουρία. | |
| 44862 | σακχαρούχος | , ος, ο [σακχαροῦχος] σακ-χα-ρού-χος επίθ. 1. (επίσ.) ζαχαρούχος: ~α: αναψυκτικά/ποτά.|| (ΒΟΤ) ~α: φυτά (: από τον χυμό τους εξάγεται ζάχαρη, βλ. ζαχαροκάλαμο, ζαχαρότευτλο). 2. (επιστ.) που περιέχει σάκχαρο: (ΙΑΤΡ.) ~ος: ορός. (ΧΗΜ.) ~ες: ουσίες/ύλες. ~α: διαλύματα. Βλ. -ούχος2. | |
| 44863 | σακχαρώδης | , ης, ες σακ-χα-ρώ-δης επίθ. {σακχαρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 βλ. διαβήτης2 [< γαλλ. sucré] | |
| 44864 | σάλα | σά-λα ουσ. (θηλ.): μεγάλη αίθουσα, συνήθ. σε χώρο ανοιχτό για το κοινό, που χρησιμοποιείται για κάθε είδους εκδηλώσεις· παλαιότ. σαλόνι: ~ αναμονής/δεξιώσεων/πρωινού/υποδοχής/φαγητού/χορού. Εξωτερική/εσωτερική ~. Θεατρική/κινηματογραφική ~ (τριακοσίων) θέσεων. Η κεντρική ~ του γηπέδου μπάσκετ/του ξενοδοχείου. Πολυτελής ~ εστιατορίου/καφέ. Πβ. αίθουσα.|| Η ~ του αρχοντικού/παλατιού/σπιτιού. ~ και τραπεζαρία (= σαλοτραπεζαρία). [< μεσν. σάλα < ιταλ. sala, γαλλ. salle] | |
| 44865 | σάλαγος | σά-λα-γος ουσ. (αρσ.) & σάλαγο (το) (λαϊκό-λογοτ.) 1. μεγάλη βοή, θόρυβος που προέρχεται από ομάδα ανθρώπων ή κοπάδι ζώων που κινείται: ~ της μάχης. Ακούγεται ~, χλαλοή. Κόπασε ο ~. Πβ. ντόρος, σάλος. 2. κραυγή βοσκού, για να καθοδηγήσει το κοπάδι του. [< μεσν. σάλαγος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ