| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44866 | σαλαγώ | [σαλαγῶ] σα-λα-γώ ρ. (μτβ.) {σαλαγ-άς ... | σαλάγ-ησα} & σαλαγάω (λαϊκό): (για βοσκό) κατευθύνω το κοπάδι με φωνές και σφυρίγματα. [< μτγν. σαλαγῶ] | |
| 44867 | σαλαμάνδρα | σα-λα-μάν-δρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαλαμάντρα 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο που μοιάζει με σαύρα (επιστ. ονομασ. Ambystoma maculatum), έχει μαύρο γυαλιστερό δέρμα και κίτρινες ή πορτοκαλί κηλίδες στη ράχη του. || Γιγάντια ~ (: ζει στην Κίνα και την Ιαπωνία και είναι προστατευόμενο είδος, επιστ. ονομασ. Andrias davidianus ή Megalobatrachus davidianus). Βλ. ουροδελή. 2. είδος θερμάστρας. [< 1: αρχ. σαλαμάνδρα, γαλλ. salamandre, αγγλ. salamander 2: γαλλ. ~, εμπορ. ονομασ.] | |
| 44868 | σαλαμάστρα | σα-λα-μά-στρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πλεκτό σχοινί που χρησιμοποιείται κυρ. σε πλοία ως στεγανοποιητικός δακτύλιος: ~ες ναυτιλίας. ~ για αντλίες και βάνες. Βλ. παρέμβυσμα. [< ιταλ. salmastra] | |
| 44869 | σαλάμι | σα-λά-μι ουσ. (ουδ.) {σαλαμ-ιού}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό, κυλινδρικού συνήθ. σχήματος, από αλεσμένο χοιρινό και βοδινό κρέας, κομμάτια λίπους και μπαχαρικά, που κόβεται σε λεπτές φέτες: ~ βραστό/καπνιστό/μπίρας/πικάντικο/σκορδάτο. Ψωμί με ~. Βλ. λουκάνικο. ● Υποκ.: σαλαμάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάμι αέρος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που παραμένει σε ειδικό θάλαμο για ωρίμανση και μερική αφυδάτωση: ~ ~ με πάπρικα/για σάντουιτς., σαλάμι ψυγείου: ΖΑΧΑΡ. κορμός με μπισκότα και σοκολάτα. Πβ. ρολό σοκολάτας. ΣΥΝ. μωσαϊκό (3) ● ΦΡ.: με τη μέθοδο του σαλαμιού (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): με σαλαμοποίηση. Βλ. κομμάτι κομμάτι. [< ιταλ. salami, γαλλ. ~, 1923] | |
| 44870 | σαλαμοποίηση | σα-λα-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.) 1. τακτική επίτευξης πολιτικών και στρατιωτικών κυρ. στόχων με πολυδιάσπαση: η ~ των Βαλκανίων/λαών. Η μέθοδος της ~ης (: με τη μέθοδο του σαλαμιού). Πβ. διαίρει και βασίλευε, κατακερματισμός, κατάτμηση. Βλ. βαλκανοποίηση, συγχώνευση. 2. (γενικότ.) διαχωρισμός σε μικρά τμήματα: ~ μιας εταιρείας. Πβ. τεμαχισμός. [< 1: αγγλ. salami tactics, 1952, γερμ. Salamitaktik < ουγγρικό salámi taktika] | |
| 44871 | σαλαμούρα | σα-λα-μού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): άλμη. ΣΥΝ. γάρος (1) [< μεσν. σαλαμούρα < βεν. salamora] | |
| 44872 | σαλάτα | σα-λά-τα ουσ. (θηλ.) {σαλατών} 1. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από μείγμα ωμών ή βραστών κομμένων λαχανικών ή/και άλλων συστατικών (όπως κρέας, πουλερικά, ψάρι, θαλασσινά, τυρί, ζυμαρικά ή φρούτα), που σερβίρεται κρύο, με προσθήκη καρυκευμάτων, και συμπληρώνει το βασικό γεύμα: έτοιμη/ζεστή/μεσογειακή/νωπή/πολύχρωμη/σπέσιαλ/τρικολόρε/τροπική/φρέσκια ~. ~ λάχανο/μαρούλι/νισουάζ/τουρσί/χόρτα. Φακές ~. ~ αγγουριού/εποχής/καλαμποκιού/ρυζιού. Κουτάλα/μπολ/ντρέσινγκ/πιατέλα ~ας. ~ με αγκινάρες/γαλοπούλα/καπνιστό σολομό/κουνουπίδι/μανιτάρια/παντζάρια/ρόκα/σπανάκι/φασολάκια/χταπόδι. Ανάμεικτη ~ με όσπρια. Περιχύνουμε τη ~ με τη βινεγκρέτ/το λαδόξιδο. Αλατίζουμε/ανακατεύουμε/κόβουμε τη ~. Πιάτο που συνοδεύεται από/με ~. ~ες και ορεκτικά. Πβ. σαλατικό. Βλ. -σαλάτα. 2. ΒΟΤ. το κατσαρό, σγουρό μαρούλι: κόκκινη ~. Καρδιά/φύλλα ~ας. ● Υποκ.: σαλατίτσα (η), σαλατούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πράσινη σαλάτα: ΜΑΓΕΙΡ. που αποτελείται κυρ. από πράσινα λαχανικά, όπως το μαρούλι και η ρόκα. , ρώσικη σαλάτα: ΜΑΓΕΙΡ. που περιέχει μαγιονέζα, βρασμένη και ψιλοκομμένη πατάτα και λαχανικά (κάππαρη, καρότο, αρακά, αγγουράκια τουρσί): ~ ~ με τόνο. [< γαλλ. salade russe], σαλάτα σίζαρ(ς)/του Καίσαρα: ΜΑΓΕΙΡ. που περιέχει κυρ. μαρούλι, κοτόπουλο ή μπέικον, κρουτόν, παρμεζάνα και σος, συνήθ. από λάδι, μουστάρδα και λεμόνι. [< αμερικ. Caesar salad, 1946, ιταλ. ανθρ. Caesar Cardini], σαλάτα του κηπουρού: που φτιάχνεται κυρ. με καρότα, ραπανάκια, μαγιονέζα και γιαούρτι., σαλάτα του σεφ: που έχει ως βασικά συστατικά μαρούλι, ντομάτα, ζαμπόν, κίτρινο τυρί και περιχύνεται με σος η οποία είναι μείγμα μαγιονέζας, κέτσαπ και μουστάρδας. [< αγγλ. chef's salad, 1934, γαλλ. La salade du chef], χωριάτικη σαλάτα βλ. χωριάτικος ● ΦΡ.: γίνεται σαλάτα (μτφ.): για μεγάλη σύγχυση, ανακάτεμα ή αναστάτωση: Πέταξε μια μπαρούφα και η συζήτηση έγινε ~. Πβ. άνω-κάτω., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα [< βεν. salata, γαλλ. salade, αγγλ. salad] | |
| 44874 | σαλατιέρα | σα-λα-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): σκεύος, σε σχήμα μεγάλου μπολ, για το σερβίρισμα της σαλάτας: ανοξείδωτη/γυάλινη ~. Βλ. τυρ-, φρουτ-ιέρα. [< γαλλ. saladier] | |
| 44875 | σαλατικό | σα-λα-τι-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): κάθε λαχανικό με το οποίο παρασκευάζεται σαλάτα· συνεκδ. η ίδια η σαλάτα: βρασμένα/πράσινα/φρέσκα/ωμά ~ά. Πλένουμε και στραγγίζουμε καλά τα ~ά.|| Σερβίρουν τα ~ά. [< μεσν. σαλατικό(ν)] | |
| 44876 | σαλατοποίηση | σα-λα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): μπέρδεμα, ανακάτεμα. Βλ. -ποίηση, αχταρμάς, μπάχαλο, συνονθύλευμα. | |
| 44877 | σαλάχι | σα-λά-χι ουσ. (ουδ.) & σελάχι: ΙΧΘΥΟΛ. ονομασία ψαριών (τάξη Rajiformes) με πεπλατυσμένο σώμα, μεγάλα θωρακικά πτερύγια τα οποία ενώνονται με το κεφάλι, μάτια που βρίσκονται στη ράχη και μακριά ουρά που μοιάζει με μαστίγιο. [< αρχ. σελάχιον] | |
| 44878 | σαλβάρι | σαλ-βά-ρι ουσ. (ουδ.): φαρδύ παντελόνι με λάστιχο στη μέση και τους αστραγάλους, παραδοσιακό ρούχο της Ανατολής· γενικότ. παντελόνα: μάλλινο/μεταξωτό ~. Πβ. βράκα, φουφούλα.|| Λινό ~ με τσέπες. Βλ. κάπρι. [< τουρκ. şalvar] | |
| 44879 | σάλβια | σάλ-βι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φασκομηλιά. ΣΥΝ. αλισφακιά, ελελίφασκος [< αγγλ. salvia] | |
| 44880 | σαλέ | σα-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σπίτι από ξύλο, χαρακτηριστικό της περιοχής των Άλπεων και κατ' επέκτ. κάθε αντίστοιχη πολυτελής κατοικία σε ορεινή περιοχή: ελβετικό/παραδοσιακό ~. Το ~ του χιονοδρομικού κέντρου. Ξενοδοχείο-~. [< γαλλ. chalet] | |
| 44881 | σάλεμα | σά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-λογοτ.) 1. μικρή μετακίνηση, κούνημα, ταλάντευση: ~ των φύλλων. 2. (μτφ.) τρέλα, παράνοια: ~ του μυαλού/νου. Πβ. παραφροσύνη. [< μεσν. σάλεμα] | |
| 44882 | σαλέπι | σα-λέ-πι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ορχιδέας και κυρ. το παχύρρευστο αφέψημα που παρασκευάζεται από τις ρίζες της: αρωματικό/καυτό ~. Βλ. παγωτό καϊμάκι. [< τουρκ. salep] | |
| 44883 | σαλεπιτζής | σα-λε-πι-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άτομο που φτιάχνει και πουλά σαλέπι, συνήθ. στους δρόμους. [< τουρκ. salepçi] | |
| 44884 | σαλεύω | σα-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σάλε-ψα, -μένος} (λογοτ.) 1. κινούμαι ελαφρά, μετατοπίζομαι· σπάν. κουνώ, μετακινώ λίγο: Θάμνοι/χορτάρια που ~ουν στον άνεμο. Δεν ~ψε από τη θέση του. Φύλλο δεν ~ει (= δεν κουνιέται).|| ~ψε τα χείλη της. Βλ. αργοσαλεύει, δια~, σείω. 2. (μτφ.) τρελαίνομαι: ~ψε ο νους του. Τι έπαθες, ~ψες; ~μένο: μυαλό.|| (σπάν.) Η αρρώστια τού ~ψε τα λογικά (= τον τρέλανε). ● ΦΡ.: μου/σου/του σάλεψε (προφ.): για κάποιον που τρελάθηκε: Μου ~, έχω παραισθήσεις. Μωρέ τι λες, σου ~; Πάει, του ~ (= παλάβωσε)! Πβ. του 'στριψε/λασκάρισε/'φυγε η/καμιά βίδα., πρά(γ)μα που σαλεύει βλ. πράγμα [< αρχ. σαλεύω] | |
| 44885 | σάλι | σά-λι ουσ. (ουδ.): μεγάλο κομμάτι ύφασμα, συνήθ. τριγωνικά διπλωμένο, με το οποίο οι γυναίκες καλύπτουν τους ώμους τους: μάλλινο/μεταξωτό ~. Πβ. εσάρπα, μποξάς, πασμίνα. ● Υποκ.: σαλάκι (το) [< γαλλ. châle] | |
| 44886 | σάλιαγκας | σά-λια-γκας ουσ. (αρσ.) & σάλιαγκος & (σπάν.) σάλιακας (λαϊκό): ΖΩΟΛ. σαλιγκάρι. Βλ. γυμνο~. [< μεσν. σάλιακας] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ