| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44856 | σακχαρόμετρο | σακ-χα-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) & ζαχαρόμετρο: ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης σακχάρου σε διάλυμα ή συνήθ. στο αίμα. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. saccharimètre, αγγλ. saccharimeter] | |
| 44857 | σακχαρομύκητας | σακ-χα-ρο-μύ-κη-τας ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. μύκητας που προκαλεί ζύμωση των σακχάρων: ~ες που χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία. Βλ. ζυμομύκητας. [< γαλλ.-αγγλ. saccharomyces] | |
| 44858 | σακχαρόπηκτος | , ος, ο σακ-χα-ρό-πη-κτος επίθ. (επίσ.): που έχει ως επικάλυψη πηγμένη ζάχαρη: ~α: δισκία/φρούτα.|| (ως ουσ.) Ένα ~ο (ενν. χάπι) δυο φορές ημερησίως (: σε ιατρική συνταγή). | |
| 44859 | σακχαροποίηση | σακ-χα-ρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) : ΧΗΜ. χημική ή βιολογική μετατροπή αμυλούχων υλών σε σάκχαρα. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ.-αγγλ. saccharification] | |
| 44860 | σακχαρότευτλο | βλ. ζαχαρότευτλο | |
| 44861 | σακχαρουρία | σακ-χα-ρου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. γλυκοζουρία. Βλ. -ουρία. | |
| 44862 | σακχαρούχος | , ος, ο [σακχαροῦχος] σακ-χα-ρού-χος επίθ. 1. (επίσ.) ζαχαρούχος: ~α: αναψυκτικά/ποτά.|| (ΒΟΤ) ~α: φυτά (: από τον χυμό τους εξάγεται ζάχαρη, βλ. ζαχαροκάλαμο, ζαχαρότευτλο). 2. (επιστ.) που περιέχει σάκχαρο: (ΙΑΤΡ.) ~ος: ορός. (ΧΗΜ.) ~ες: ουσίες/ύλες. ~α: διαλύματα. Βλ. -ούχος2. | |
| 44863 | σακχαρώδης | , ης, ες σακ-χα-ρώ-δης επίθ. {σακχαρώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: σακχαρώδης διαβήτης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 βλ. διαβήτης2, σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 βλ. διαβήτης2 [< γαλλ. sucré] | |
| 44864 | σάλα | σά-λα ουσ. (θηλ.): μεγάλη αίθουσα, συνήθ. σε χώρο ανοιχτό για το κοινό, που χρησιμοποιείται για κάθε είδους εκδηλώσεις· παλαιότ. σαλόνι: ~ αναμονής/δεξιώσεων/πρωινού/υποδοχής/φαγητού/χορού. Εξωτερική/εσωτερική ~. Θεατρική/κινηματογραφική ~ (τριακοσίων) θέσεων. Η κεντρική ~ του γηπέδου μπάσκετ/του ξενοδοχείου. Πολυτελής ~ εστιατορίου/καφέ. Πβ. αίθουσα.|| Η ~ του αρχοντικού/παλατιού/σπιτιού. ~ και τραπεζαρία (= σαλοτραπεζαρία). [< μεσν. σάλα < ιταλ. sala, γαλλ. salle] | |
| 44865 | σάλαγος | σά-λα-γος ουσ. (αρσ.) & σάλαγο (το) (λαϊκό-λογοτ.) 1. μεγάλη βοή, θόρυβος που προέρχεται από ομάδα ανθρώπων ή κοπάδι ζώων που κινείται: ~ της μάχης. Ακούγεται ~, χλαλοή. Κόπασε ο ~. Πβ. ντόρος, σάλος. 2. κραυγή βοσκού, για να καθοδηγήσει το κοπάδι του. [< μεσν. σάλαγος] | |
| 44866 | σαλαγώ | [σαλαγῶ] σα-λα-γώ ρ. (μτβ.) {σαλαγ-άς ... | σαλάγ-ησα} & σαλαγάω (λαϊκό): (για βοσκό) κατευθύνω το κοπάδι με φωνές και σφυρίγματα. [< μτγν. σαλαγῶ] | |
| 44867 | σαλαμάνδρα | σα-λα-μάν-δρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαλαμάντρα 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο που μοιάζει με σαύρα (επιστ. ονομασ. Ambystoma maculatum), έχει μαύρο γυαλιστερό δέρμα και κίτρινες ή πορτοκαλί κηλίδες στη ράχη του. || Γιγάντια ~ (: ζει στην Κίνα και την Ιαπωνία και είναι προστατευόμενο είδος, επιστ. ονομασ. Andrias davidianus ή Megalobatrachus davidianus). Βλ. ουροδελή. 2. είδος θερμάστρας. [< 1: αρχ. σαλαμάνδρα, γαλλ. salamandre, αγγλ. salamander 2: γαλλ. ~, εμπορ. ονομασ.] | |
| 44868 | σαλαμάστρα | σα-λα-μά-στρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. πλεκτό σχοινί που χρησιμοποιείται κυρ. σε πλοία ως στεγανοποιητικός δακτύλιος: ~ες ναυτιλίας. ~ για αντλίες και βάνες. Βλ. παρέμβυσμα. [< ιταλ. salmastra] | |
| 44869 | σαλάμι | σα-λά-μι ουσ. (ουδ.) {σαλαμ-ιού}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλλαντικό, κυλινδρικού συνήθ. σχήματος, από αλεσμένο χοιρινό και βοδινό κρέας, κομμάτια λίπους και μπαχαρικά, που κόβεται σε λεπτές φέτες: ~ βραστό/καπνιστό/μπίρας/πικάντικο/σκορδάτο. Ψωμί με ~. Βλ. λουκάνικο. ● Υποκ.: σαλαμάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: σαλάμι αέρος: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. που παραμένει σε ειδικό θάλαμο για ωρίμανση και μερική αφυδάτωση: ~ ~ με πάπρικα/για σάντουιτς., σαλάμι ψυγείου: ΖΑΧΑΡ. κορμός με μπισκότα και σοκολάτα. Πβ. ρολό σοκολάτας. ΣΥΝ. μωσαϊκό (3) ● ΦΡ.: με τη μέθοδο του σαλαμιού (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): με σαλαμοποίηση. Βλ. κομμάτι κομμάτι. [< ιταλ. salami, γαλλ. ~, 1923] | |
| 44870 | σαλαμοποίηση | σα-λα-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.) 1. τακτική επίτευξης πολιτικών και στρατιωτικών κυρ. στόχων με πολυδιάσπαση: η ~ των Βαλκανίων/λαών. Η μέθοδος της ~ης (: με τη μέθοδο του σαλαμιού). Πβ. διαίρει και βασίλευε, κατακερματισμός, κατάτμηση. Βλ. βαλκανοποίηση, συγχώνευση. 2. (γενικότ.) διαχωρισμός σε μικρά τμήματα: ~ μιας εταιρείας. Πβ. τεμαχισμός. [< 1: αγγλ. salami tactics, 1952, γερμ. Salamitaktik < ουγγρικό salámi taktika] | |
| 44871 | σαλαμούρα | σα-λα-μού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): άλμη. ΣΥΝ. γάρος (1) [< μεσν. σαλαμούρα < βεν. salamora] | |
| 44872 | σαλάτα | σα-λά-τα ουσ. (θηλ.) {σαλατών} 1. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από μείγμα ωμών ή βραστών κομμένων λαχανικών ή/και άλλων συστατικών (όπως κρέας, πουλερικά, ψάρι, θαλασσινά, τυρί, ζυμαρικά ή φρούτα), που σερβίρεται κρύο, με προσθήκη καρυκευμάτων, και συμπληρώνει το βασικό γεύμα: έτοιμη/ζεστή/μεσογειακή/νωπή/πολύχρωμη/σπέσιαλ/τρικολόρε/τροπική/φρέσκια ~. ~ λάχανο/μαρούλι/νισουάζ/τουρσί/χόρτα. Φακές ~. ~ αγγουριού/εποχής/καλαμποκιού/ρυζιού. Κουτάλα/μπολ/ντρέσινγκ/πιατέλα ~ας. ~ με αγκινάρες/γαλοπούλα/καπνιστό σολομό/κουνουπίδι/μανιτάρια/παντζάρια/ρόκα/σπανάκι/φασολάκια/χταπόδι. Ανάμεικτη ~ με όσπρια. Περιχύνουμε τη ~ με τη βινεγκρέτ/το λαδόξιδο. Αλατίζουμε/ανακατεύουμε/κόβουμε τη ~. Πιάτο που συνοδεύεται από/με ~. ~ες και ορεκτικά. Πβ. σαλατικό. Βλ. -σαλάτα. 2. ΒΟΤ. το κατσαρό, σγουρό μαρούλι: κόκκινη ~. Καρδιά/φύλλα ~ας. ● Υποκ.: σαλατίτσα (η), σαλατούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πράσινη σαλάτα: ΜΑΓΕΙΡ. που αποτελείται κυρ. από πράσινα λαχανικά, όπως το μαρούλι και η ρόκα. , ρώσικη σαλάτα: ΜΑΓΕΙΡ. που περιέχει μαγιονέζα, βρασμένη και ψιλοκομμένη πατάτα και λαχανικά (κάππαρη, καρότο, αρακά, αγγουράκια τουρσί): ~ ~ με τόνο. [< γαλλ. salade russe], σαλάτα σίζαρ(ς)/του Καίσαρα: ΜΑΓΕΙΡ. που περιέχει κυρ. μαρούλι, κοτόπουλο ή μπέικον, κρουτόν, παρμεζάνα και σος, συνήθ. από λάδι, μουστάρδα και λεμόνι. [< αμερικ. Caesar salad, 1946, ιταλ. ανθρ. Caesar Cardini], σαλάτα του κηπουρού: που φτιάχνεται κυρ. με καρότα, ραπανάκια, μαγιονέζα και γιαούρτι., σαλάτα του σεφ: που έχει ως βασικά συστατικά μαρούλι, ντομάτα, ζαμπόν, κίτρινο τυρί και περιχύνεται με σος η οποία είναι μείγμα μαγιονέζας, κέτσαπ και μουστάρδας. [< αγγλ. chef's salad, 1934, γαλλ. La salade du chef], χωριάτικη σαλάτα βλ. χωριάτικος ● ΦΡ.: γίνεται σαλάτα (μτφ.): για μεγάλη σύγχυση, ανακάτεμα ή αναστάτωση: Πέταξε μια μπαρούφα και η συζήτηση έγινε ~. Πβ. άνω-κάτω., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα [< βεν. salata, γαλλ. salade, αγγλ. salad] | |
| 44874 | σαλατιέρα | σα-λα-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): σκεύος, σε σχήμα μεγάλου μπολ, για το σερβίρισμα της σαλάτας: ανοξείδωτη/γυάλινη ~. Βλ. τυρ-, φρουτ-ιέρα. [< γαλλ. saladier] | |
| 44875 | σαλατικό | σα-λα-τι-κό ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): κάθε λαχανικό με το οποίο παρασκευάζεται σαλάτα· συνεκδ. η ίδια η σαλάτα: βρασμένα/πράσινα/φρέσκα/ωμά ~ά. Πλένουμε και στραγγίζουμε καλά τα ~ά.|| Σερβίρουν τα ~ά. [< μεσν. σαλατικό(ν)] | |
| 44876 | σαλατοποίηση | σα-λα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): μπέρδεμα, ανακάτεμα. Βλ. -ποίηση, αχταρμάς, μπάχαλο, συνονθύλευμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ