Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45440-45460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44877σαλάχισα-λά-χι ουσ. (ουδ.) & σελάχι: ΙΧΘΥΟΛ. ονομασία ψαριών (τάξη Rajiformes) με πεπλατυσμένο σώμα, μεγάλα θωρακικά πτερύγια τα οποία ενώνονται με το κεφάλι, μάτια που βρίσκονται στη ράχη και μακριά ουρά που μοιάζει με μαστίγιο. [< αρχ. σελάχιον]
44878σαλβάρισαλ-βά-ρι ουσ. (ουδ.): φαρδύ παντελόνι με λάστιχο στη μέση και τους αστραγάλους, παραδοσιακό ρούχο της Ανατολής· γενικότ. παντελόνα: μάλλινο/μεταξωτό ~. Πβ. βράκα, φουφούλα.|| Λινό ~ με τσέπες. Βλ. κάπρι. [< τουρκ. şalvar]
44879σάλβιασάλ-βι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. φασκομηλιά. ΣΥΝ. αλισφακιά, ελελίφασκος [< αγγλ. salvia]
44880σαλέσα-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σπίτι από ξύλο, χαρακτηριστικό της περιοχής των Άλπεων και κατ' επέκτ. κάθε αντίστοιχη πολυτελής κατοικία σε ορεινή περιοχή: ελβετικό/παραδοσιακό ~. Το ~ του χιονοδρομικού κέντρου. Ξενοδοχείο-~. [< γαλλ. chalet]
44881σάλεμασά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-λογοτ.) 1. μικρή μετακίνηση, κούνημα, ταλάντευση: ~ των φύλλων. 2. (μτφ.) τρέλα, παράνοια: ~ του μυαλού/νου. Πβ. παραφροσύνη. [< μεσν. σάλεμα]
44882σαλέπισα-λέ-πι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ορχιδέας και κυρ. το παχύρρευστο αφέψημα που παρασκευάζεται από τις ρίζες της: αρωματικό/καυτό ~. Βλ. παγωτό καϊμάκι. [< τουρκ. salep]
44883σαλεπιτζήςσα-λε-πι-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άτομο που φτιάχνει και πουλά σαλέπι, συνήθ. στους δρόμους. [< τουρκ. salepçi]
44884σαλεύωσα-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σάλε-ψα, -μένος} (λογοτ.) 1. κινούμαι ελαφρά, μετατοπίζομαι· σπάν. κουνώ, μετακινώ λίγο: Θάμνοι/χορτάρια που ~ουν στον άνεμο. Δεν ~ψε από τη θέση του. Φύλλο δεν ~ει (= δεν κουνιέται).|| ~ψε τα χείλη της. Βλ. αργοσαλεύει, δια~, σείω. 2. (μτφ.) τρελαίνομαι: ~ψε ο νους του. Τι έπαθες, ~ψες; ~μένο: μυαλό.|| (σπάν.) Η αρρώστια τού ~ψε τα λογικά (= τον τρέλανε). ● ΦΡ.: μου/σου/του σάλεψε (προφ.): για κάποιον που τρελάθηκε: Μου ~, έχω παραισθήσεις. Μωρέ τι λες, σου ~; Πάει, του ~ (= παλάβωσε)! Πβ. του 'στριψε/λασκάρισε/'φυγε η/καμιά βίδα., πρά(γ)μα που σαλεύει βλ. πράγμα [< αρχ. σαλεύω]
44885σάλισά-λι ουσ. (ουδ.): μεγάλο κομμάτι ύφασμα, συνήθ. τριγωνικά διπλωμένο, με το οποίο οι γυναίκες καλύπτουν τους ώμους τους: μάλλινο/μεταξωτό ~. Πβ. εσάρπα, μποξάς, πασμίνα. ● Υποκ.: σαλάκι (το) [< γαλλ. châle]
44886σάλιαγκαςσά-λια-γκας ουσ. (αρσ.) & σάλιαγκος & (σπάν.) σάλιακας (λαϊκό): ΖΩΟΛ. σαλιγκάρι. Βλ. γυμνο~. [< μεσν. σάλιακας]
44887σαλιάρασα-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (οικ.) ύφασμα ή πλαστικό σε σχήμα μικρής ποδιάς που δένεται γύρω από τον λαιμό του μωρού έτσι, ώστε αυτό να μη λερώνεται από τα σάλια ή το φαγητό του: βαμβακερή/παιδική/πετσετέ ~. ΣΥΝ. σαλιαρίστρα || ~ες: προπόνησης. 2. ΙΧΘΥΟΛ. είδος ψαριού με μακρόστενο σώμα και μεγάλο κεφάλι (επιστ. ονομασ. Salaria), το δέρμα του οποίου καλύπτεται από γυαλιστερή βλέννα. ● Υποκ.: σαλιαρίτσα (η)
44888σαλιάρης, α, ικο σα-λιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που του τρέχουν τα σάλια: ~ικο: μωρό.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ηδες και γλοιώδεις τύποι. Πβ. λιγούρης. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. σαλιάρης]
44889σαλιαρίζωσα-λια-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σαλιάρι-σα, σαλιαρίζ-οντας} (προφ.-μειωτ.): ερωτοτροπώ ανόητα ή ξεδιάντροπα.
44890σαλιάρισμασα-λιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {σαλιαρίσμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.-μειωτ.): σαχλό φλερτ: γλύκες και ~ατα (: ερωτόλογα, ερωτοτροπίες). Άσε τα ~ατα και στρώσου στη δουλειά. Βλ. γκομενιλίκι.
44891σαλιαρίστρασα-λια-ρί-στρα ουσ. (θηλ.): σαλιάρα.
44892σαλιγκάρισα-λι-γκά-ρι ουσ. (ουδ.) {σαλιγκαρ-ιού | -ιών}: ΖΩΟΛ. μαλάκιο που ανήκει στα γαστερόποδα, είναι φυτοφάγο, ερμαφρόδιτο και φέρει σπειροειδές κέλυφος: θαλάσσιο ~. Εδώδιμα ~ια. Εκτροφή ~ιών. Μαζεύει ~ια.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γιαχνί/στιφάδο/τηγανητά.|| (μτφ., οτιδήποτε έχει το σχήμα του) Διακοσμητικό ~. ΣΥΝ. κοχλίας (3), σάλιαγκας, χοχλιός ● Υποκ.: σαλιγκαράκι (το) ● Μεγεθ.: σαλίγκαρος (ο) ● ΦΡ.: σαν σαλιγκάρι: πολύ αργά: Πηγαίνει/προχωρά ~ ~ (= σαν χελώνα). [< γαλλ. comme un escargot] [< μεσν. *σάλιγκ(ας) + -άρι < μεσν. σάλιακας]
44893σαλιγκαροτροφείο[σαλιγκαροτροφεῖο] σα-λι-γκα-ρο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικά εξοπλισμένη μονάδα εκτροφής σαλιγκαριών. Βλ. -τροφείο.
44894σαλιγκαροτροφίασα-λι-γκα-ρο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): εκτροφή εδώδιμων σαλιγκαριών. Βλ. -τροφία. [< γαλλ. héliciculture, 1914]
44895σαλικυλικός, ή, ό σα-λι-κυ-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σαλικυλικό οξύ: ΧΗΜ. οργανική ένωση (σύμβ. C7H6O3) που χρησιμοποιείται ως ισχυρό αντισηπτικό. Βλ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ. [< γαλλ. salicylique]
44896σάλιοσά-λιο ουσ. (ουδ.): άχρωμο διαυγές υγρό που εκκρίνεται από αδένες στο στόμα, αποτελείται από νερό, βλέννα, πρωτεΐνες και ένζυμα, διατηρεί υγρή και καθαρή τη στοματική κοιλότητα και βοηθά στην κατάποση και την πέψη της τροφής: μειωμένη έκκριση ~ιου (βλ. ξηροστομία). Σκούπισε τα ~ια του μωρού. Βλ. πτύελο. ΣΥΝ. σίελος ● ΦΡ.: δεν υπάρχει σάλιο (μτφ.-προφ.): για πλήρη έλλειψη συνήθ. χρημάτων, πόρων: ~ ~ ούτε για καραμέλες. Πβ. δεν έχω μία, μένω/είμαι στεγνός. Βλ. δει δη χρημάτων., μου τρέχουν τα σάλια/τρέχουν τα σάλια μου & (σπάν.) μου πέφτουν τα σάλια (μτφ.-προφ.): λιγουρεύομαι. Πβ. λιμπίζομαι. Βλ. με κόβει (η) λόρδα/πείνα., σάλια μύξες & μύξες (και) σάλια (προφ.): ανόητα λόγια ή πράξεις., στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω [< μεσν. σάλιο(ν)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.