| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44887 | σαλιάρα | σα-λιά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (οικ.) ύφασμα ή πλαστικό σε σχήμα μικρής ποδιάς που δένεται γύρω από τον λαιμό του μωρού έτσι, ώστε αυτό να μη λερώνεται από τα σάλια ή το φαγητό του: βαμβακερή/παιδική/πετσετέ ~. ΣΥΝ. σαλιαρίστρα || ~ες: προπόνησης. 2. ΙΧΘΥΟΛ. είδος ψαριού με μακρόστενο σώμα και μεγάλο κεφάλι (επιστ. ονομασ. Salaria), το δέρμα του οποίου καλύπτεται από γυαλιστερή βλέννα. ● Υποκ.: σαλιαρίτσα (η) | |
| 44888 | σαλιάρης | , α, ικο σα-λιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): που του τρέχουν τα σάλια: ~ικο: μωρό.|| (μτφ.-μειωτ.) ~ηδες και γλοιώδεις τύποι. Πβ. λιγούρης. Βλ. -ιάρης. [< μεσν. σαλιάρης] | |
| 44889 | σαλιαρίζω | σα-λια-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σαλιάρι-σα, σαλιαρίζ-οντας} (προφ.-μειωτ.): ερωτοτροπώ ανόητα ή ξεδιάντροπα. | |
| 44890 | σαλιάρισμα | σα-λιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {σαλιαρίσμ-ατα, συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.-μειωτ.): σαχλό φλερτ: γλύκες και ~ατα (: ερωτόλογα, ερωτοτροπίες). Άσε τα ~ατα και στρώσου στη δουλειά. Βλ. γκομενιλίκι. | |
| 44891 | σαλιαρίστρα | σα-λια-ρί-στρα ουσ. (θηλ.): σαλιάρα. | |
| 44892 | σαλιγκάρι | σα-λι-γκά-ρι ουσ. (ουδ.) {σαλιγκαρ-ιού | -ιών}: ΖΩΟΛ. μαλάκιο που ανήκει στα γαστερόποδα, είναι φυτοφάγο, ερμαφρόδιτο και φέρει σπειροειδές κέλυφος: θαλάσσιο ~. Εδώδιμα ~ια. Εκτροφή ~ιών. Μαζεύει ~ια.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γιαχνί/στιφάδο/τηγανητά.|| (μτφ., οτιδήποτε έχει το σχήμα του) Διακοσμητικό ~. ΣΥΝ. κοχλίας (3), σάλιαγκας, χοχλιός ● Υποκ.: σαλιγκαράκι (το) ● Μεγεθ.: σαλίγκαρος (ο) ● ΦΡ.: σαν σαλιγκάρι: πολύ αργά: Πηγαίνει/προχωρά ~ ~ (= σαν χελώνα). [< γαλλ. comme un escargot] [< μεσν. *σάλιγκ(ας) + -άρι < μεσν. σάλιακας] | |
| 44893 | σαλιγκαροτροφείο | [σαλιγκαροτροφεῖο] σα-λι-γκα-ρο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικά εξοπλισμένη μονάδα εκτροφής σαλιγκαριών. Βλ. -τροφείο. | |
| 44894 | σαλιγκαροτροφία | σα-λι-γκα-ρο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): εκτροφή εδώδιμων σαλιγκαριών. Βλ. -τροφία. [< γαλλ. héliciculture, 1914] | |
| 44895 | σαλικυλικός | , ή, ό σα-λι-κυ-λι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: σαλικυλικό οξύ: ΧΗΜ. οργανική ένωση (σύμβ. C7H6O3) που χρησιμοποιείται ως ισχυρό αντισηπτικό. Βλ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ. [< γαλλ. salicylique] | |
| 44896 | σάλιο | σά-λιο ουσ. (ουδ.): άχρωμο διαυγές υγρό που εκκρίνεται από αδένες στο στόμα, αποτελείται από νερό, βλέννα, πρωτεΐνες και ένζυμα, διατηρεί υγρή και καθαρή τη στοματική κοιλότητα και βοηθά στην κατάποση και την πέψη της τροφής: μειωμένη έκκριση ~ιου (βλ. ξηροστομία). Σκούπισε τα ~ια του μωρού. Βλ. πτύελο. ΣΥΝ. σίελος ● ΦΡ.: δεν υπάρχει σάλιο (μτφ.-προφ.): για πλήρη έλλειψη συνήθ. χρημάτων, πόρων: ~ ~ ούτε για καραμέλες. Πβ. δεν έχω μία, μένω/είμαι στεγνός. Βλ. δει δη χρημάτων., μου τρέχουν τα σάλια/τρέχουν τα σάλια μου & (σπάν.) μου πέφτουν τα σάλια (μτφ.-προφ.): λιγουρεύομαι. Πβ. λιμπίζομαι. Βλ. με κόβει (η) λόρδα/πείνα., σάλια μύξες & μύξες (και) σάλια (προφ.): ανόητα λόγια ή πράξεις., στέγνωσε το σάλιο/η γλώσσα/ο λαιμός/το λαρύγγι μου βλ. στεγνώνω [< μεσν. σάλιο(ν)] | |
| 44897 | σάλιωμα | σά-λιω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του σαλιώνω: ~ γραμματοσήμων. | |
| 44898 | σαλιώνω | σα-λιώ-νω ρ. (μτβ.) {σάλιω-σα, -μένος} (προφ.): υγραίνω με σάλιο: ~σε τον φάκελο/τα χείλη του. | |
| 44899 | σαλμί | σαλ-μί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τρόπος μαγειρέματος φαγητών από κρέας κυνηγιού και η σάλτσα από κρασί που τα συνοδεύει: (κ. ως επίθ.) αγριογούρουνο/κουνέλι/μπεκάτσες ~. [< ιταλ. salmi, γαλλ. salmis] | |
| 44900 | σαλμονέλα | σαλ-μο-νέ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος βακτηρίων (επιστ. ονομασ. Salmonella) παθογόνων για τον άνθρωπο, που παράγουν τοξίνες και προκαλούν τροφική δηλητηρίαση, γαστρεντερικές φλεγμονές, τυφοειδή πυρετό ή σηψαιμία: μόλυνση από ~. Η ~ του τύφου. Βλ. λιστέρια, σιγκέλα. [< γαλλ. salmonelle, 1913, αγγλ. salmonella, 1913, αμερικ. ανθρ. D. E. Salmon] | |
| 44901 | σαλμονέλωση | σαλ-μο-νέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη που οφείλεται στη σαλμονέλα: (μη) τυφική ~. Η ~ ως τροφιμογενές νόσημα. [< αγγλ. salmonellosis, 1913] | |
| 44902 | σαλοκουζίνα | σα-λο-κου-ζί-να ουσ. (θηλ.) & σαλονοκουζίνα (προφ.): ενιαίος χώρος σαλονιού και κουζίνας. | |
| 44903 | σαλονάτος | , η, ο [σαλονᾶτος] σα-λο-νά-τος επίθ. (αργκό): που ανήκει ή αναφέρεται στην υψηλή κοινωνία· που παρέχει πολυτέλεια και ανέσεις: (ειρων.) ~η: κυρία. Πβ. κοσμικός.|| ~ο γήπεδο, πλήρως στεγασμένο. Πβ. λουσ-, χλιδ-άτος. | |
| 44904 | σαλόνι | σα-λό-νι ουσ. (ουδ.) 1. ιδιωτικός χώρος υποδοχής επισκεπτών σε σπίτι ή διαμέρισμα· συνεκδ. το σύνολο των επίπλων που τοποθετούνται σε αυτόν: άνετο/ευρύχωρο ~ με τζάκι. Μεγάλο ~ ενιαίο με τραπεζαρία (= σαλοτραπεζαρία· βλ. λίβινγκ-ρουμ). ~ σουίτας. Διακόσμηση/επίπλωση ~ιού. Καναπέδες/κουρτίνες/πολυθρόνα/τραπεζάκι/φωτιστικό ~ιού. Βλ. μπουντουάρ, σαλοκουζίνα.|| Κλασικό/μοντέρνο/παραδοσιακό ~. ~ από ξύλο οξιάς/σε νεοκλασική γραμμή. 2. κάθε ανάλογη αίθουσα σε ίδρυμα, επιχείρηση, υπηρεσία, που είναι ανοιχτή στο κοινό: κεντρικό ~ νοσοκομείου. ~ αναμονής αεροδρομίου. ~ δεξιώσεων. Βλ. σάλα.|| (σε ξενοδοχείο) Ρεσεψιόν με ~. ~ με μπαρ/τηλεόραση. ~ (μη) καπνιστών.|| (σε πλοίο) ~ πρώτης/οικονομικής θέσης.|| ~ κομμωτικής/μασάζ/ομορφιάς. Πβ. ινστιτούτο. 3. το μέρος του αυτοκινήτου που προορίζεται για τους επιβάτες: ~ από δέρμα και ύφασμα. 4. έκθεση εμπορικών προϊόντων: διεθνές/εκθεσιακό ~. ~ ειδών δώρου/μόδας/νυφικών-βαπτιστικών. Ναυτικό ~ (σκαφών αναψυχής, μηχανών και ναυτιλιακού εξοπλισμού). Γευστικό ~ (: γαστρονομικού περιεχομένου). Θεματικό ~ οικολογικών οχημάτων. Πβ. εκθετήριο. 5. ΤΥΠΟΓΡ. το ζεύγος των δύο μεσαίων σελίδων εντύπου και κατ' επέκτ. κάθε δισέλιδο που εκτυπώνεται ως μία ενότητα: κεντρικό ~ εφηµερίδας/περιοδικού. 6. (μτφ.-συνήθ. παλαιότ.) χώρος συγκεντρώσεων και συζητήσεων μεταξύ πνευματικών κυρ. ανθρώπων: καλλιτεχνικό/λογοτεχνικό/φιλολογικό ~. ● σαλόνια (τα) (μτφ.): μέρη όπου συχνάζουν άνθρωποι των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και κατ' επέκτ. η χλιδή που επικρατεί στους χώρους αυτούς και η άνετη ζωή που εξασφαλίζουν: αστικά/κοσμικά/κοσμοπολίτικα ~. Τα ~ της αριστοκρατίας/εξουσίας/πολιτικής.|| Μεγάλωσε στα ~. Πβ. πολυτέλεια.|| (ειδικότ. στον αθλητισμό) Επάνοδος ομάδας στα μεγάλα ~ (: στην πρώτη κατηγορία). ● Υποκ.: σαλονάκι (το) ● Μεγεθ.: σαλονάρα (η) ● ΦΡ.: του σαλονιού & των σαλονιών 1. για πρόσωπο που κινείται στους κοσμικούς κύκλους: (συχνά ειρων.) κυρία ~ ~.|| (ειδικότ.) Σκυλάκι ~ ~ (: μικρόσωμο). Πβ. του καναπέ. 2. (μτφ.-μειωτ.) για κάποιον που δρα χωρίς να διακινδυνεύει τίποτα: επαναστάτες/συνδικαλιστές ~ ~. Βλ. του γλυκού νερού., από τα αλώνια στα σαλόνια/από τα σαλόνια στα αλώνια βλ. αλώνι [< ιταλ. salone, αγγλ.-γαλλ. salon, γερμ. Salon] | |
| 44905 | σαλονικιώτικος | , η, ο βλ. θεσσαλονικιώτικος | |
| 44906 | σαλοπέτα | σα-λο-πέ-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαλοπέτ: φόρμα που αποτελείται από παντελόνι, ένα κομμάτι ύφασμα που καλύπτει το στήθος και τιράντες που περνούν πάνω από τους ώμους· κατ' επέκτ. κάθε ρούχο με παρόμοιο κόψιμο: παιδική/τζιν ~. ~ εγκυμοσύνης.|| ~ σορτς/φούστα. Φόρεμα ~. ~ για σκι. Βλ. -έτα. [< γαλλ. salopette] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ