| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44897 | σάλιωμα | σά-λιω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του σαλιώνω: ~ γραμματοσήμων. | |
| 44898 | σαλιώνω | σα-λιώ-νω ρ. (μτβ.) {σάλιω-σα, -μένος} (προφ.): υγραίνω με σάλιο: ~σε τον φάκελο/τα χείλη του. | |
| 44899 | σαλμί | σαλ-μί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. τρόπος μαγειρέματος φαγητών από κρέας κυνηγιού και η σάλτσα από κρασί που τα συνοδεύει: (κ. ως επίθ.) αγριογούρουνο/κουνέλι/μπεκάτσες ~. [< ιταλ. salmi, γαλλ. salmis] | |
| 44900 | σαλμονέλα | σαλ-μο-νέ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος βακτηρίων (επιστ. ονομασ. Salmonella) παθογόνων για τον άνθρωπο, που παράγουν τοξίνες και προκαλούν τροφική δηλητηρίαση, γαστρεντερικές φλεγμονές, τυφοειδή πυρετό ή σηψαιμία: μόλυνση από ~. Η ~ του τύφου. Βλ. λιστέρια, σιγκέλα. [< γαλλ. salmonelle, 1913, αγγλ. salmonella, 1913, αμερικ. ανθρ. D. E. Salmon] | |
| 44901 | σαλμονέλωση | σαλ-μο-νέ-λω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοίμωξη που οφείλεται στη σαλμονέλα: (μη) τυφική ~. Η ~ ως τροφιμογενές νόσημα. [< αγγλ. salmonellosis, 1913] | |
| 44902 | σαλοκουζίνα | σα-λο-κου-ζί-να ουσ. (θηλ.) & σαλονοκουζίνα (προφ.): ενιαίος χώρος σαλονιού και κουζίνας. | |
| 44903 | σαλονάτος | , η, ο [σαλονᾶτος] σα-λο-νά-τος επίθ. (αργκό): που ανήκει ή αναφέρεται στην υψηλή κοινωνία· που παρέχει πολυτέλεια και ανέσεις: (ειρων.) ~η: κυρία. Πβ. κοσμικός.|| ~ο γήπεδο, πλήρως στεγασμένο. Πβ. λουσ-, χλιδ-άτος. | |
| 44904 | σαλόνι | σα-λό-νι ουσ. (ουδ.) 1. ιδιωτικός χώρος υποδοχής επισκεπτών σε σπίτι ή διαμέρισμα· συνεκδ. το σύνολο των επίπλων που τοποθετούνται σε αυτόν: άνετο/ευρύχωρο ~ με τζάκι. Μεγάλο ~ ενιαίο με τραπεζαρία (= σαλοτραπεζαρία· βλ. λίβινγκ-ρουμ). ~ σουίτας. Διακόσμηση/επίπλωση ~ιού. Καναπέδες/κουρτίνες/πολυθρόνα/τραπεζάκι/φωτιστικό ~ιού. Βλ. μπουντουάρ, σαλοκουζίνα.|| Κλασικό/μοντέρνο/παραδοσιακό ~. ~ από ξύλο οξιάς/σε νεοκλασική γραμμή. 2. κάθε ανάλογη αίθουσα σε ίδρυμα, επιχείρηση, υπηρεσία, που είναι ανοιχτή στο κοινό: κεντρικό ~ νοσοκομείου. ~ αναμονής αεροδρομίου. ~ δεξιώσεων. Βλ. σάλα.|| (σε ξενοδοχείο) Ρεσεψιόν με ~. ~ με μπαρ/τηλεόραση. ~ (μη) καπνιστών.|| (σε πλοίο) ~ πρώτης/οικονομικής θέσης.|| ~ κομμωτικής/μασάζ/ομορφιάς. Πβ. ινστιτούτο. 3. το μέρος του αυτοκινήτου που προορίζεται για τους επιβάτες: ~ από δέρμα και ύφασμα. 4. έκθεση εμπορικών προϊόντων: διεθνές/εκθεσιακό ~. ~ ειδών δώρου/μόδας/νυφικών-βαπτιστικών. Ναυτικό ~ (σκαφών αναψυχής, μηχανών και ναυτιλιακού εξοπλισμού). Γευστικό ~ (: γαστρονομικού περιεχομένου). Θεματικό ~ οικολογικών οχημάτων. Πβ. εκθετήριο. 5. ΤΥΠΟΓΡ. το ζεύγος των δύο μεσαίων σελίδων εντύπου και κατ' επέκτ. κάθε δισέλιδο που εκτυπώνεται ως μία ενότητα: κεντρικό ~ εφηµερίδας/περιοδικού. 6. (μτφ.-συνήθ. παλαιότ.) χώρος συγκεντρώσεων και συζητήσεων μεταξύ πνευματικών κυρ. ανθρώπων: καλλιτεχνικό/λογοτεχνικό/φιλολογικό ~. ● σαλόνια (τα) (μτφ.): μέρη όπου συχνάζουν άνθρωποι των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και κατ' επέκτ. η χλιδή που επικρατεί στους χώρους αυτούς και η άνετη ζωή που εξασφαλίζουν: αστικά/κοσμικά/κοσμοπολίτικα ~. Τα ~ της αριστοκρατίας/εξουσίας/πολιτικής.|| Μεγάλωσε στα ~. Πβ. πολυτέλεια.|| (ειδικότ. στον αθλητισμό) Επάνοδος ομάδας στα μεγάλα ~ (: στην πρώτη κατηγορία). ● Υποκ.: σαλονάκι (το) ● Μεγεθ.: σαλονάρα (η) ● ΦΡ.: του σαλονιού & των σαλονιών 1. για πρόσωπο που κινείται στους κοσμικούς κύκλους: (συχνά ειρων.) κυρία ~ ~.|| (ειδικότ.) Σκυλάκι ~ ~ (: μικρόσωμο). Πβ. του καναπέ. 2. (μτφ.-μειωτ.) για κάποιον που δρα χωρίς να διακινδυνεύει τίποτα: επαναστάτες/συνδικαλιστές ~ ~. Βλ. του γλυκού νερού., από τα αλώνια στα σαλόνια/από τα σαλόνια στα αλώνια βλ. αλώνι [< ιταλ. salone, αγγλ.-γαλλ. salon, γερμ. Salon] | |
| 44905 | σαλονικιώτικος | , η, ο βλ. θεσσαλονικιώτικος | |
| 44906 | σαλοπέτα | σα-λο-πέ-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαλοπέτ: φόρμα που αποτελείται από παντελόνι, ένα κομμάτι ύφασμα που καλύπτει το στήθος και τιράντες που περνούν πάνω από τους ώμους· κατ' επέκτ. κάθε ρούχο με παρόμοιο κόψιμο: παιδική/τζιν ~. ~ εγκυμοσύνης.|| ~ σορτς/φούστα. Φόρεμα ~. ~ για σκι. Βλ. -έτα. [< γαλλ. salopette] | |
| 44907 | σάλος | σά-λος ουσ. (αρσ.): αναστάτωση, αναταραχή συνήθ. της κοινής γνώμης: κοινωνικός/πολιτικός ~. ~ από/με τις δηλώσεις/τη δολοφονία του ... ~ο ξεσήκωσε/προκάλεσε η συνέντευξη του ... Ξέσπασε ~ στην αγορά/στους καταναλωτές για τα επικίνδυνα τρόφιμα. Δημιουργήθηκε/έγινε ~. Πβ. αναβρασμός, ντόρος, πάταγος, ρίχτερ. Βλ. θόρυβος. [< αρχ. σάλος] | |
| 44908 | σαλός | , ή, ό σα-λός επίθ. (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): τρελός: ο διά Χριστόν ~. [< μεσν. σαλός] | |
| 44909 | σαλοτραπεζαρία | σα-λο-τρα-πε-ζα-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σαλονοτραπεζαρία: ενιαίος χώρος σπιτιού που αποτελείται από σαλόνι και τραπεζαρία: μεγάλη ~ με τζάκι. | |
| 44910 | σάλπα | σάλ-πα ουσ. (θηλ.) & σάρπα: ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που συγγενεύει με τη γόπα (επιστ. ονομασ. Sarpa salpa), κινείται κατά κοπάδια και ζει σε αμμώδεις ή βραχώδεις βυθούς και σε θαλάσσια λιβάδια. [< αρχ. σάλπη] | |
| 44911 | σαλπάρισμα | σαλ-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαλπάρω. Πβ. απόπλους, μπαρκάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 44912 | σαλπάρω | σαλ-πά-ρω ρ. (αμτβ.) {σάλπαρ-α κ. σαλπάρ-ισα}: ΝΑΥΤ. (για πλεούμενο) αποπλέω· (για πρόσ.) αναχωρώ με πλοίο και κατ' επέκτ. φεύγω για ταξίδι: Το καράβι ~ε από το (λιμάνι της) ... με προορισμό τον ... ΑΝΤ. αγκυροβολώ, καταπλέω.|| Επιβιβαστείτε και ~ουμε! Ετοιμάζει τα μπαγκάζια του και ~ει για ... Πβ. μπαρκάρω. [< μεσν. σαλπάρω < ιταλ. salpare] | |
| 44913 | σάλπιγγα | σάλ-πιγ-γα ουσ. (θηλ.) {σαλπίγγ-ων} 1. ΜΟΥΣ. μεταλλικό πνευστό όργανο που παράγει οξύ ήχο: (παλαιότ.) Η ~ σήμανε σιωπητήριο/συναγερμό. Ήχησε η ~. Πβ. τρομπέτα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~ες της Αποκάλυψης. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθένας από τους δύο μυϊκούς σωλήνες (αγωγούς) που οδηγούν το ωάριο από τις ωοθήκες στη μήτρα: αριστερή/δεξιά ~. Απόφραξη των ~ων (βλ. υπογονιμότητα). Φλεγμονή των ~ων (= σαλπιγγίτιδα). Εξωμήτρια κύηση στις ~ες. Βλ. παραμήτριο. ΣΥΝ. ωαγωγός ● ΣΥΜΠΛ.: ευσταχιανή σάλπιγγα βλ. ευσταχιανός [< 1: αρχ. σάλπιγξ 2: νεολατ. salpinx] | |
| 44914 | σαλπιγγεκτομή | σαλ-πιγ-γε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση της μίας ή και των δύο σαλπίγγων που συνδέουν τη μήτρα με τις ωοθήκες. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. salpingectomie, αγγλ. salpingectomy] | |
| 44915 | σαλπιγγικός | , ή, ό σαλ-πιγ-γι-κός επίθ. ΑΝΑΤ. 1. που σχετίζεται με τις σάλπιγγες των γεννητικών οργάνων της γυναίκας: ~ή: απόφραξη/στειρότητα. Έκτοπος/εξωμήτρια ~ή κύηση. 2. που αναφέρεται στην ευσταχιανή σάλπιγγα: ~ό: όγκωμα. [< γαλλ. tubaire] | |
| 44916 | σαλπιγγίτιδα | σαλ-πιγ-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή ή λοίμωξη των σαλπίγγων της μήτρας: οξεία/χρόνια ~. Βλ. στειρότητα, υπογονιμότητα, -ίτιδα. [< γαλλ. salpingite, αγγλ. salpingitis] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ