| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44907 | σάλος | σά-λος ουσ. (αρσ.): αναστάτωση, αναταραχή συνήθ. της κοινής γνώμης: κοινωνικός/πολιτικός ~. ~ από/με τις δηλώσεις/τη δολοφονία του ... ~ο ξεσήκωσε/προκάλεσε η συνέντευξη του ... Ξέσπασε ~ στην αγορά/στους καταναλωτές για τα επικίνδυνα τρόφιμα. Δημιουργήθηκε/έγινε ~. Πβ. αναβρασμός, ντόρος, πάταγος, ρίχτερ. Βλ. θόρυβος. [< αρχ. σάλος] | |
| 44908 | σαλός | , ή, ό σα-λός επίθ. (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): τρελός: ο διά Χριστόν ~. [< μεσν. σαλός] | |
| 44909 | σαλοτραπεζαρία | σα-λο-τρα-πε-ζα-ρί-α ουσ. (θηλ.) & σαλονοτραπεζαρία: ενιαίος χώρος σπιτιού που αποτελείται από σαλόνι και τραπεζαρία: μεγάλη ~ με τζάκι. | |
| 44910 | σάλπα | σάλ-πα ουσ. (θηλ.) & σάρπα: ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι που συγγενεύει με τη γόπα (επιστ. ονομασ. Sarpa salpa), κινείται κατά κοπάδια και ζει σε αμμώδεις ή βραχώδεις βυθούς και σε θαλάσσια λιβάδια. [< αρχ. σάλπη] | |
| 44911 | σαλπάρισμα | σαλ-πά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαλπάρω. Πβ. απόπλους, μπαρκάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 44912 | σαλπάρω | σαλ-πά-ρω ρ. (αμτβ.) {σάλπαρ-α κ. σαλπάρ-ισα}: ΝΑΥΤ. (για πλεούμενο) αποπλέω· (για πρόσ.) αναχωρώ με πλοίο και κατ' επέκτ. φεύγω για ταξίδι: Το καράβι ~ε από το (λιμάνι της) ... με προορισμό τον ... ΑΝΤ. αγκυροβολώ, καταπλέω.|| Επιβιβαστείτε και ~ουμε! Ετοιμάζει τα μπαγκάζια του και ~ει για ... Πβ. μπαρκάρω. [< μεσν. σαλπάρω < ιταλ. salpare] | |
| 44913 | σάλπιγγα | σάλ-πιγ-γα ουσ. (θηλ.) {σαλπίγγ-ων} 1. ΜΟΥΣ. μεταλλικό πνευστό όργανο που παράγει οξύ ήχο: (παλαιότ.) Η ~ σήμανε σιωπητήριο/συναγερμό. Ήχησε η ~. Πβ. τρομπέτα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~ες της Αποκάλυψης. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθένας από τους δύο μυϊκούς σωλήνες (αγωγούς) που οδηγούν το ωάριο από τις ωοθήκες στη μήτρα: αριστερή/δεξιά ~. Απόφραξη των ~ων (βλ. υπογονιμότητα). Φλεγμονή των ~ων (= σαλπιγγίτιδα). Εξωμήτρια κύηση στις ~ες. Βλ. παραμήτριο. ΣΥΝ. ωαγωγός ● ΣΥΜΠΛ.: ευσταχιανή σάλπιγγα βλ. ευσταχιανός [< 1: αρχ. σάλπιγξ 2: νεολατ. salpinx] | |
| 44914 | σαλπιγγεκτομή | σαλ-πιγ-γε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική αφαίρεση της μίας ή και των δύο σαλπίγγων που συνδέουν τη μήτρα με τις ωοθήκες. Βλ. -εκτομή. [< γαλλ. salpingectomie, αγγλ. salpingectomy] | |
| 44915 | σαλπιγγικός | , ή, ό σαλ-πιγ-γι-κός επίθ. ΑΝΑΤ. 1. που σχετίζεται με τις σάλπιγγες των γεννητικών οργάνων της γυναίκας: ~ή: απόφραξη/στειρότητα. Έκτοπος/εξωμήτρια ~ή κύηση. 2. που αναφέρεται στην ευσταχιανή σάλπιγγα: ~ό: όγκωμα. [< γαλλ. tubaire] | |
| 44916 | σαλπιγγίτιδα | σαλ-πιγ-γί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή ή λοίμωξη των σαλπίγγων της μήτρας: οξεία/χρόνια ~. Βλ. στειρότητα, υπογονιμότητα, -ίτιδα. [< γαλλ. salpingite, αγγλ. salpingitis] | |
| 44917 | σαλπιγγογραφία | σαλ-πιγ-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφική εξέταση των σαλπίγγων που βασίζεται στην έγχυση σκιαγραφικής ουσίας στο εσωτερικό της μήτρας: ~ και υστεροσκόπηση. Βλ. -γραφία, υστερο~. [< αγγλ. salpingography, γαλλ. salpingographie, 1933] | |
| 44918 | σαλπιγκτής | σαλ-πι-γκτής ουσ. (αρσ.) & σαλπιστής (παλαιότ.): αυτός που σαλπίζει, κυρ. ο στρατιώτης που δίνει παραγγέλματα με σάλπιγγα. || (μτφ.) Οι ~ές της αδιαλλαξίας/ελευθερίας. Βλ. κήρυκας, υποστηρικτής. [< αρχ. σαλπιγκτής, μτγν. σαλπιστής] | |
| 44919 | σαλπίζω | σαλ-πί-ζω ρ. (μτβ.) {σάλπι-σα, σαλπίζ-οντας} 1. (μτφ.) διακηρύσσω παντού και με πάθος κάτι σπουδαίο: ~σε την αντεπίθεση/υποχώρηση. Έχει ~σει προσκλητήριο αντίστασης. Πβ. δια-λαλώ, -τυμπανίζω. 2. (παλαιότ.) παίζω σάλπιγγα και κυρ. μεταδίδω στρατιωτικό παράγγελμα με αυτή. [< αρχ. σαλπίζω] | |
| 44920 | σάλπισμα | σάλ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) {σαλπίσμ-ατα} 1. (μτφ.) διακήρυξη σπουδαίας είδησης ή γεγονότος, το ίδιο το μήνυμα ή το γεγονός που σηματοδοτεί κάτι σημαντικό: αγωνιστικό/εθνικό/πολεμικό/προσκλητήριο ~. ~ αντίστασης/ενότητας/μάχης. Το ~ της εθνεγερσίας/νίκης (= νικητήριο ~). ~ για δράση. Το εναρκτήριο ~ του αγώνα/ξεσηκωμού. 2. (σπάν.-παλαιότ.) η ενέργεια του σαλπίζω και συνήθ. συνεκδ. ο ήχος της σάλπιγγας ή το παράγγελμα που σαλπίζεται: ηχηρά ~ατα. ~ατα και ιαχές. ● ΣΥΜΠΛ.: εγερτήριο σάλπισμα βλ. εγερτήριος [< μτγν. σάλπισμα] | |
| 44921 | σαλπιστής | βλ. σαλπιγκτής | |
| 44922 | σάλσα | σάλ-σα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. λατινοαμερικάνικη λαϊκή χορευτική μουσική, κουβανέζικης προέλευσης, με στοιχεία τζαζ και ροκ και ο αντίστοιχος αισθησιακός χορός: Λικνίζεται στους ρυθμούς της ~. Βλ. λάτιν, μάμπο, ρούμπα, σάμπα, τάνγκο, τσα τσα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. καυτερή μεξικάνικη σάλτσα από ντομάτες, κρεμμύδια και τσίλι. Βλ. ντιπ, σος. [< 1: ισπ. salsa, αμερικ. ~, 1975, γαλλ. ~, 1979, 2: αγγλ. ~, περ. 1962] | |
| 44923 | σαλταδόρος | σαλ-τα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μτφ.): πρόσωπο που καταλαμβάνει υψηλές θέσεις και αξιώματα με επιτήδειο και ανήθικο τρόπο, απατεώνας: οι ~οι της εξουσίας/του καθεστώτος. Βλ. -αδόρος. [< βεν. saltador] | |
| 44924 | σαλτάρισμα | σαλ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) τρέλα, παραφροσύνη. 2. (σπάν.) σάλτο, πήδημα. Βλ. -ισμα. | |
| 44925 | σαλταρισμένος | , η, ο σαλ-τα-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει χάσει τα λογικά του, που σκέφτεται και ενεργεί παράλογα και ανισόρροπα: ~ από το άγχος. ΣΥΝ. τρελαμένος (1) | |
| 44926 | σαλτάρω | σαλ-τά-ρω ρ. (αμτβ.) {σάλταρ-α κ. σαλτάρ-ισα, -ισμένος} & (σπάν.) σαλτέρνω (προφ.) 1. τρελαίνομαι, παλαβώνω: Έχει ~ει εντελώς/για τα καλά (= τα 'χει χαμένα). Πβ. λαλώ, φλιπάρω. 2. πηδώ: ~ουν πάνω από τα κάγκελα και τους φράκτες. ~ε από το μπαλκόνι/στο κενό. (προστ.) Σάλτα! [< ιταλ. saltare] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ