Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45480-45500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44927σαλτιμπάγκοςσαλ-τι-μπά-γκος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. τσιρκολάνος 1. (μτφ.) άνθρωπος αναξιοπρεπής και γελοίος, φαιδρό πρόσωπο: βολεμένοι ~οι. Οι ~οι της ενημέρωσης/πολιτικής. Βλ. καραγκιόζης, νούμερο. 2. (παλαιότ.) ακροβάτης, θαυματοποιός ή γελωτοποιός που διασκέδαζε το κοινό σε ανοιχτούς χώρους. [< ιταλ. saltimbanco]
44928σάλτοσάλ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): πήδημα, σαλτάρισμα: διπλό/τριπλό ~. ~ στο κενό. Έδωσε/έκανε ένα ~ και βρέθηκε δίπλα μου. Ανέβηκε μ' ένα ~ πάνω στο τραπέζι. Πβ. άλμα, πήδος. ● ΦΡ.: σάλτο μορτάλε βλ. μορτάλε [< μεσν. σάλτο < ιταλ. salto]
44929σάλτσασάλ-τσα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ρευστό παρασκεύασμα που περιέχει συνήθ. λάδι ή βούτυρο και αρωματικά συστατικά και με το οποίο περιχύνονται ορισμένα φαγητά: αλμυρή/κόκκινη (: με ντομάτα)/λευκή/πικάντικη ~. ~ αβγολέμονο/βασιλικού (= πέστο)/βινεγκρέτ/δυόσμου/λαχανικών/μανιταριών/μουστάρδας/μπεσαμέλ/μπολονέζ/τσίλι/τυριού. Γλυκιές/καυτερές (βλ. αραμπιάτα)/συνοδευτικές ~ες. ~ από γιαούρτι/κρασί/κρέμα γάλακτος/ταχίνι. Μακαρόνια/χοιρινό με ~. Γαρνίρουμε με τη ~. Έδεσε/έκοψε (= χάλασε) η ~. Πβ. ντρέσινγκ, σος.σάλτσες (οι) (μτφ.-προφ.): υπερβολές και κενολογίες που λέγονται κυρ. για εντυπωσιασμό: Άσε τις ~ και μπες στο ψητό! Μας διηγήθηκε την ιστορία χωρίς πολλές ~. Πβ. φλυαρία. ● Υποκ.: σαλτσίτσα (η), σαλτσούλα (η) [< μεσν. σάλτσα < ιταλ. salsa]
44930σαλτσιέρασαλ-τσιέ-ρα ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα της σάλτσας. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. salsiera]
44931σάμαλισά-μα-λι ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό που φτιάχνεται με σιμιγδάλι, μαστίχα, ζάχαρη και αβγά και ψήνεται στον φούρνο: πολίτικο ~. Βλ. ραβανί. [< τουρκ. şamalι]
44932σαμανισμόςσα-μα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΕΘΝΟΛ. -ΘΡΗΣΚ. θρησκεία ορισμένων φυλών της Σιβηρίας και της Μογγολίας που βασίζεται στη λατρεία της φύσης, στην πίστη στα πνεύματα και σε μαντικές και θεραπευτικές πρακτικές, όπως η έκσταση· κατ' επέκτ. παρόμοιο θρησκευτικό σύστημα που έχει αναπτυχθεί από αυτόχθονες φυλές στην Αμερική, Αυστραλία και Αφρική. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. chamanisme]
44933σαμανιστικός, ή, ό σα-μα-νι-στι-κός επίθ.: ΕΘΝΟΛ. -ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στον σαμανισμό. [< γαλλ. chamanistique]
44934σαμάνοςσα-μά-νος ουσ. (αρσ.) & σαμάν: ΕΘΝΟΛ. -ΘΡΗΣΚ. ιερέας, μάγος, συχνά μάντης και θεραπευτής σε φυλές της Ασίας (κατ' επέκτ. και σε άλλους πολιτισμούς) που θεωρείται ότι έχει την ικανότητα να επικοινωνεί με τα πνεύματα. [< γαλλ. chaman]
44935ΣαμαρείτηςΣα-μα-ρεί-της ουσ. (αρσ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ο καλός Σαμαρείτης: για πολύ καλό άνθρωπο που βοηθά τους συνανθρώπους του, ακόμα και τους εχθρούς του, φιλάνθρωπος: || Εθελοντής Σαμαρείτης/Εθελόντρια Σαμαρείτισσα (στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό). [< μτγν. Σαμαρείτης, γαλλ. Samaritain, αγγλ. Samaritan]
44936σαμάρισα-μά-ρι ουσ. (ουδ.) {σαμαρ-ιού | -ιών} 1. εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη γαϊδουριών και μουλαριών και χρησιμοποιείται ως κάθισμα (για τον αναβάτη) ή βάση στήριξης (για το φορτίο)· οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: ξύλινα ~ια. ΣΥΝ. σάγμα. Βλ. σέλα.|| Δερμάτινα ~ια (: σε μοτοσικλέτα). 2. (προφ., συνήθ. στο υποκ. σαμαράκι) χαμηλό καμπύλο εμπόδιο που τοποθετείται κατά πλάτος του δρόμου, για να μειώνεται η ταχύτητα των οχημάτων· κάθε παρόμοια κυρτή προεξοχή: επικίνδυνα σαμαράκια και λακκούβες. Τοποθέτηση ~ιών για λόγους ασφάλειας. Πβ. κύρτωμα (οδοστρώματος). ● Υποκ.: σαμαράκι (το): κυρ. στη σημ. 2. ● ΦΡ.: μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι βλ. γαϊδούρι, φταίει ο γάιδαρος και χτυπάει/βαράει/δέρνει το σαμάρι βλ. γάιδαρος [< μεσν. σαμάρι(ν) < σαγμάριον]
44937σαμάριοσα-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. Sm, Ζ 62) που ανήκει στη σειρά των λανθανιδών. [< γαλλ.-αγγλ. samarium < γαλλ. samarskite, ρωσ. ανθρ. V. Y. Samarsky]
44938σαμαρωτός, ή, ό σα-μα-ρω-τός επίθ.: που έχει το σχήμα σαμαριού: ~ή: στέγη.
44939σαματάςσα-μα-τάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μεγάλος θόρυβος, φασαρία που προκαλείται κυρ. από αναστάτωση, ταραχή ή καβγά: Έγινε μεγάλος ~. Γιατί τόσος ~;|| (απειλητ.) Θα κάνω ~ά! ΣΥΝ. βαβούρα, νταβαντούρι, ντόρος, πατιρντί ΑΝΤ. ησυχία [< τουρκ. şamata]
44940σαματατζήςσα-μα-τα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που κάνει θόρυβο και φασαρία, κατ' επέκτ. καβγατζής: φωνακλάς και ~. (ως επίθ.) ~ήδες: γείτονες.|| Οι ~ήδες της εξέδρας. Πβ. θορυβο-, ταραχο-ποιός, ταραξίας. [< τουρκ. şamatacı]
44941σαματατζίδικος, η, ο σα-μα-τα-τζί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που προκαλεί μεγάλη φασαρία ή χαρακτηρίζεται από αυτή. Πβ. θορυβώδης, φασαριόζικος. Βλ. -τζίδικος.
44942σάματι & σάματιςσά-μα-τι επίρρ. (λαϊκό) 1. (εισάγει καταφατική ή αποφατική ρητορ. ερώτηση) μήπως, λες και: ~ και τον νοιάζει τι θα γίνει; ~ θα αλλάξει και τίποτα; ~ δεν τα ξέρω; ΣΥΝ. σάμπως (1), τάχα (2) 2. (+ να) σαν να, μάλλον, ίσως: ~ να 'χεις δίκιο (= μου φαίνεται, νομίζω, θαρρώ). [< μεσν. ως + άματι < μτγν. ἅμα + ὅτι ]
44943σαμιαμίδισα-μια-μί-δι ουσ. (ουδ.) & σαμιαμίθι 1. ΖΩΟΛ. μικρόσωμη και πολύ ευκίνητη σαύρα (επιστ. ονομασ. Hemidactylus turcicus). Πβ. γκέκο. ΣΥΝ. μολυντήρι 2. (μτφ.-προφ.) μικροκαμωμένος και σβέλτος άνθρωπος, συνήθ. παιδί: Αυτό το ~ σε νίκησε; Βλ. -ίδι. ● Υποκ.: σαμιαμιδάκι (το) [< μεσν. σαμιαμίθι(ν) < σαμιαμίθιον]
44944Σαμιώτης, ΣαμιώτισσαΣα-μιώ-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Σάμιος, Σάμια & Σαμία: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σάμο.
44945σαμιώτικος, η, ο σα-μιώ-τι-κος επίθ. & (επίσ.) σαμιακός, ή, ό: που σχετίζεται με τη Σάμο ή/και τους Σαμιώτες.
44946σαμοβάρισα-μο-βά-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σαμοβάρ: μεταλλικός βραστήρας νερού, συνήθ. από χαλκό, που χρησιμοποιείται ιδ. στη Ρωσία για την παρασκευή τσαγιού. [< ρωσ. samovar]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.