| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44917 | σαλπιγγογραφία | σαλ-πιγ-γο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινογραφική εξέταση των σαλπίγγων που βασίζεται στην έγχυση σκιαγραφικής ουσίας στο εσωτερικό της μήτρας: ~ και υστεροσκόπηση. Βλ. -γραφία, υστερο~. [< αγγλ. salpingography, γαλλ. salpingographie, 1933] | |
| 44918 | σαλπιγκτής | σαλ-πι-γκτής ουσ. (αρσ.) & σαλπιστής (παλαιότ.): αυτός που σαλπίζει, κυρ. ο στρατιώτης που δίνει παραγγέλματα με σάλπιγγα. || (μτφ.) Οι ~ές της αδιαλλαξίας/ελευθερίας. Βλ. κήρυκας, υποστηρικτής. [< αρχ. σαλπιγκτής, μτγν. σαλπιστής] | |
| 44919 | σαλπίζω | σαλ-πί-ζω ρ. (μτβ.) {σάλπι-σα, σαλπίζ-οντας} 1. (μτφ.) διακηρύσσω παντού και με πάθος κάτι σπουδαίο: ~σε την αντεπίθεση/υποχώρηση. Έχει ~σει προσκλητήριο αντίστασης. Πβ. δια-λαλώ, -τυμπανίζω. 2. (παλαιότ.) παίζω σάλπιγγα και κυρ. μεταδίδω στρατιωτικό παράγγελμα με αυτή. [< αρχ. σαλπίζω] | |
| 44920 | σάλπισμα | σάλ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) {σαλπίσμ-ατα} 1. (μτφ.) διακήρυξη σπουδαίας είδησης ή γεγονότος, το ίδιο το μήνυμα ή το γεγονός που σηματοδοτεί κάτι σημαντικό: αγωνιστικό/εθνικό/πολεμικό/προσκλητήριο ~. ~ αντίστασης/ενότητας/μάχης. Το ~ της εθνεγερσίας/νίκης (= νικητήριο ~). ~ για δράση. Το εναρκτήριο ~ του αγώνα/ξεσηκωμού. 2. (σπάν.-παλαιότ.) η ενέργεια του σαλπίζω και συνήθ. συνεκδ. ο ήχος της σάλπιγγας ή το παράγγελμα που σαλπίζεται: ηχηρά ~ατα. ~ατα και ιαχές. ● ΣΥΜΠΛ.: εγερτήριο σάλπισμα βλ. εγερτήριος [< μτγν. σάλπισμα] | |
| 44921 | σαλπιστής | βλ. σαλπιγκτής | |
| 44922 | σάλσα | σάλ-σα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ΜΟΥΣ. λατινοαμερικάνικη λαϊκή χορευτική μουσική, κουβανέζικης προέλευσης, με στοιχεία τζαζ και ροκ και ο αντίστοιχος αισθησιακός χορός: Λικνίζεται στους ρυθμούς της ~. Βλ. λάτιν, μάμπο, ρούμπα, σάμπα, τάνγκο, τσα τσα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. καυτερή μεξικάνικη σάλτσα από ντομάτες, κρεμμύδια και τσίλι. Βλ. ντιπ, σος. [< 1: ισπ. salsa, αμερικ. ~, 1975, γαλλ. ~, 1979, 2: αγγλ. ~, περ. 1962] | |
| 44923 | σαλταδόρος | σαλ-τα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μτφ.): πρόσωπο που καταλαμβάνει υψηλές θέσεις και αξιώματα με επιτήδειο και ανήθικο τρόπο, απατεώνας: οι ~οι της εξουσίας/του καθεστώτος. Βλ. -αδόρος. [< βεν. saltador] | |
| 44924 | σαλτάρισμα | σαλ-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) τρέλα, παραφροσύνη. 2. (σπάν.) σάλτο, πήδημα. Βλ. -ισμα. | |
| 44925 | σαλταρισμένος | , η, ο σαλ-τα-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει χάσει τα λογικά του, που σκέφτεται και ενεργεί παράλογα και ανισόρροπα: ~ από το άγχος. ΣΥΝ. τρελαμένος (1) | |
| 44926 | σαλτάρω | σαλ-τά-ρω ρ. (αμτβ.) {σάλταρ-α κ. σαλτάρ-ισα, -ισμένος} & (σπάν.) σαλτέρνω (προφ.) 1. τρελαίνομαι, παλαβώνω: Έχει ~ει εντελώς/για τα καλά (= τα 'χει χαμένα). Πβ. λαλώ, φλιπάρω. 2. πηδώ: ~ουν πάνω από τα κάγκελα και τους φράκτες. ~ε από το μπαλκόνι/στο κενό. (προστ.) Σάλτα! [< ιταλ. saltare] | |
| 44927 | σαλτιμπάγκος | σαλ-τι-μπά-γκος ουσ. (αρσ.) ΣΥΝ. τσιρκολάνος 1. (μτφ.) άνθρωπος αναξιοπρεπής και γελοίος, φαιδρό πρόσωπο: βολεμένοι ~οι. Οι ~οι της ενημέρωσης/πολιτικής. Βλ. καραγκιόζης, νούμερο. 2. (παλαιότ.) ακροβάτης, θαυματοποιός ή γελωτοποιός που διασκέδαζε το κοινό σε ανοιχτούς χώρους. [< ιταλ. saltimbanco] | |
| 44928 | σάλτο | σάλ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.): πήδημα, σαλτάρισμα: διπλό/τριπλό ~. ~ στο κενό. Έδωσε/έκανε ένα ~ και βρέθηκε δίπλα μου. Ανέβηκε μ' ένα ~ πάνω στο τραπέζι. Πβ. άλμα, πήδος. ● ΦΡ.: σάλτο μορτάλε βλ. μορτάλε [< μεσν. σάλτο < ιταλ. salto] | |
| 44929 | σάλτσα | σάλ-τσα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. ρευστό παρασκεύασμα που περιέχει συνήθ. λάδι ή βούτυρο και αρωματικά συστατικά και με το οποίο περιχύνονται ορισμένα φαγητά: αλμυρή/κόκκινη (: με ντομάτα)/λευκή/πικάντικη ~. ~ αβγολέμονο/βασιλικού (= πέστο)/βινεγκρέτ/δυόσμου/λαχανικών/μανιταριών/μουστάρδας/μπεσαμέλ/μπολονέζ/τσίλι/τυριού. Γλυκιές/καυτερές (βλ. αραμπιάτα)/συνοδευτικές ~ες. ~ από γιαούρτι/κρασί/κρέμα γάλακτος/ταχίνι. Μακαρόνια/χοιρινό με ~. Γαρνίρουμε με τη ~. Έδεσε/έκοψε (= χάλασε) η ~. Πβ. ντρέσινγκ, σος. ● σάλτσες (οι) (μτφ.-προφ.): υπερβολές και κενολογίες που λέγονται κυρ. για εντυπωσιασμό: Άσε τις ~ και μπες στο ψητό! Μας διηγήθηκε την ιστορία χωρίς πολλές ~. Πβ. φλυαρία. ● Υποκ.: σαλτσίτσα (η), σαλτσούλα (η) [< μεσν. σάλτσα < ιταλ. salsa] | |
| 44930 | σαλτσιέρα | σαλ-τσιέ-ρα ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο σκεύος για το σερβίρισμα της σάλτσας. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. salsiera] | |
| 44931 | σάμαλι | σά-μα-λι ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό που φτιάχνεται με σιμιγδάλι, μαστίχα, ζάχαρη και αβγά και ψήνεται στον φούρνο: πολίτικο ~. Βλ. ραβανί. [< τουρκ. şamalι] | |
| 44932 | σαμανισμός | σα-μα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΕΘΝΟΛ. -ΘΡΗΣΚ. θρησκεία ορισμένων φυλών της Σιβηρίας και της Μογγολίας που βασίζεται στη λατρεία της φύσης, στην πίστη στα πνεύματα και σε μαντικές και θεραπευτικές πρακτικές, όπως η έκσταση· κατ' επέκτ. παρόμοιο θρησκευτικό σύστημα που έχει αναπτυχθεί από αυτόχθονες φυλές στην Αμερική, Αυστραλία και Αφρική. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. chamanisme] | |
| 44933 | σαμανιστικός | , ή, ό σα-μα-νι-στι-κός επίθ.: ΕΘΝΟΛ. -ΘΡΗΣΚ. που αναφέρεται στον σαμανισμό. [< γαλλ. chamanistique] | |
| 44934 | σαμάνος | σα-μά-νος ουσ. (αρσ.) & σαμάν: ΕΘΝΟΛ. -ΘΡΗΣΚ. ιερέας, μάγος, συχνά μάντης και θεραπευτής σε φυλές της Ασίας (κατ' επέκτ. και σε άλλους πολιτισμούς) που θεωρείται ότι έχει την ικανότητα να επικοινωνεί με τα πνεύματα. [< γαλλ. chaman] | |
| 44935 | Σαμαρείτης | Σα-μα-ρεί-της ουσ. (αρσ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ο καλός Σαμαρείτης: για πολύ καλό άνθρωπο που βοηθά τους συνανθρώπους του, ακόμα και τους εχθρούς του, φιλάνθρωπος: || Εθελοντής Σαμαρείτης/Εθελόντρια Σαμαρείτισσα (στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό). [< μτγν. Σαμαρείτης, γαλλ. Samaritain, αγγλ. Samaritan] | |
| 44936 | σαμάρι | σα-μά-ρι ουσ. (ουδ.) {σαμαρ-ιού | -ιών} 1. εξάρτημα που προσαρμόζεται στη ράχη γαϊδουριών και μουλαριών και χρησιμοποιείται ως κάθισμα (για τον αναβάτη) ή βάση στήριξης (για το φορτίο)· οτιδήποτε μοιάζει με αυτό: ξύλινα ~ια. ΣΥΝ. σάγμα. Βλ. σέλα.|| Δερμάτινα ~ια (: σε μοτοσικλέτα). 2. (προφ., συνήθ. στο υποκ. σαμαράκι) χαμηλό καμπύλο εμπόδιο που τοποθετείται κατά πλάτος του δρόμου, για να μειώνεται η ταχύτητα των οχημάτων· κάθε παρόμοια κυρτή προεξοχή: επικίνδυνα σαμαράκια και λακκούβες. Τοποθέτηση ~ιών για λόγους ασφάλειας. Πβ. κύρτωμα (οδοστρώματος). ● Υποκ.: σαμαράκι (το): κυρ. στη σημ. 2. ● ΦΡ.: μεγάλωσε το γαϊδουράκι, μίκρυνε το σαμαράκι βλ. γαϊδούρι, φταίει ο γάιδαρος και χτυπάει/βαράει/δέρνει το σαμάρι βλ. γάιδαρος [< μεσν. σαμάρι(ν) < σαγμάριον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ