| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44937 | σαμάριο | σα-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. χημικό στοιχείο (σύμβ. Sm, Ζ 62) που ανήκει στη σειρά των λανθανιδών. [< γαλλ.-αγγλ. samarium < γαλλ. samarskite, ρωσ. ανθρ. V. Y. Samarsky] | |
| 44938 | σαμαρωτός | , ή, ό σα-μα-ρω-τός επίθ.: που έχει το σχήμα σαμαριού: ~ή: στέγη. | |
| 44939 | σαματάς | σα-μα-τάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μεγάλος θόρυβος, φασαρία που προκαλείται κυρ. από αναστάτωση, ταραχή ή καβγά: Έγινε μεγάλος ~. Γιατί τόσος ~;|| (απειλητ.) Θα κάνω ~ά! ΣΥΝ. βαβούρα, νταβαντούρι, ντόρος, πατιρντί ΑΝΤ. ησυχία [< τουρκ. şamata] | |
| 44940 | σαματατζής | σα-μα-τα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που κάνει θόρυβο και φασαρία, κατ' επέκτ. καβγατζής: φωνακλάς και ~. (ως επίθ.) ~ήδες: γείτονες.|| Οι ~ήδες της εξέδρας. Πβ. θορυβο-, ταραχο-ποιός, ταραξίας. [< τουρκ. şamatacı] | |
| 44941 | σαματατζίδικος | , η, ο σα-μα-τα-τζί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που προκαλεί μεγάλη φασαρία ή χαρακτηρίζεται από αυτή. Πβ. θορυβώδης, φασαριόζικος. Βλ. -τζίδικος. | |
| 44942 | σάματι & σάματις | σά-μα-τι επίρρ. (λαϊκό) 1. (εισάγει καταφατική ή αποφατική ρητορ. ερώτηση) μήπως, λες και: ~ και τον νοιάζει τι θα γίνει; ~ θα αλλάξει και τίποτα; ~ δεν τα ξέρω; ΣΥΝ. σάμπως (1), τάχα (2) 2. (+ να) σαν να, μάλλον, ίσως: ~ να 'χεις δίκιο (= μου φαίνεται, νομίζω, θαρρώ). [< μεσν. ως + άματι < μτγν. ἅμα + ὅτι ] | |
| 44943 | σαμιαμίδι | σα-μια-μί-δι ουσ. (ουδ.) & σαμιαμίθι 1. ΖΩΟΛ. μικρόσωμη και πολύ ευκίνητη σαύρα (επιστ. ονομασ. Hemidactylus turcicus). Πβ. γκέκο. ΣΥΝ. μολυντήρι 2. (μτφ.-προφ.) μικροκαμωμένος και σβέλτος άνθρωπος, συνήθ. παιδί: Αυτό το ~ σε νίκησε; Βλ. -ίδι. ● Υποκ.: σαμιαμιδάκι (το) [< μεσν. σαμιαμίθι(ν) < σαμιαμίθιον] | |
| 44944 | Σαμιώτης, Σαμιώτισσα | Σα-μιώ-της επίθ./ουσ. & (λόγ.) Σάμιος, Σάμια & Σαμία: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Σάμο. | |
| 44945 | σαμιώτικος | , η, ο σα-μιώ-τι-κος επίθ. & (επίσ.) σαμιακός, ή, ό: που σχετίζεται με τη Σάμο ή/και τους Σαμιώτες. | |
| 44946 | σαμοβάρι | σα-μο-βά-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) σαμοβάρ: μεταλλικός βραστήρας νερού, συνήθ. από χαλκό, που χρησιμοποιείται ιδ. στη Ρωσία για την παρασκευή τσαγιού. [< ρωσ. samovar] | |
| 44947 | σαμουά | σα-μου-ά επίθ./ουσ. (το) {άκλ.} 1. είδος απαλού και μαλακού κατεργασμένου δέρματος από αγριοκάτσικο: δερμάτινα είδη από καστόρι και ~. 2. (ως επίθ.) υποκίτρινος, ωχρός: χαρτί ~ (= ανοιχτό μπεζ, κιτρινωπό). [< γαλλ. chamois] | |
| 44948 | σαμουράι | σα-μου-ρά-ι ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: (στη φεουδαρχική Ιαπωνία) πολεμιστής της ανώτερης τάξης. Βλ. νίντζα, χαρακίρι. [< αγγλ. samurai] | |
| 44949 | σαμούρι | σα-μού-ρι ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΖΩΟΛ. ζιμπελίνα. [< τουρκ. samur] | |
| 44950 | σάμπα | σά-μπα ουσ. (θηλ.): βραζιλιάνικος χορός αφρικανικής προέλευσης που χαρακτηρίζεται από γρήγορο ρυθμό και λικνιστική κίνηση των γοφών· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική: ~ του καρναβαλιού. Χορεύει στους ρυθμούς της ~. Βλ. λάτιν, μάμπο, μπόσα νόβα, ρέγγε, ρούμπα, σάλσα, τάνγκο, τσα τσα (τσα). [< βραζιλιάνικο samba, αμερικ. ~, γαλλ. ~, 1925, διαδόθηκε περ. το 1945] | |
| 44951 | σαμπάν | σα-μπάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιστιοφόρο ή κωπήλατο πλοιάριο χωρίς καρίνα, που χρησιμοποιείται στην Κίνα και την Ιαπωνία για τη μεταφορά ανθρώπων ή φορτίων, σπανιότ. και ως κατοικία. [< γαλλ. sampan] | |
| 44952 | σαμπανί | σα-μπα-νί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το χρώμα της σαμπάνιας, σαμπανιζέ: ~ πουκάμισο.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). Πβ. εκρού, ιβουάρ, κρεμ. | |
| 44953 | σαμπάνια | σα-μπά-νια ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αφρώδες λευκό κρασί υψηλής ποιότητας που παράγεται στην Καμπανία και συνήθ. κάθε παρόμοιο είδος κρασιού: γαλλική/ημίξηρη/ξηρή/ροζέ ~. Μπουκάλι/ξίδι/τύποι ~ιας. Ο φελλός/οι φυσαλίδες της ~ιας. ΣΥΝ. καμπανίτης ● ΦΡ.: ανοίγω σαμπάνιες (μτφ.): γιορτάζω, πανηγυρίζω για κάτι: Όταν πάρω το διδακτορικό, θα ανοίξουμε ~. [< γαλλ. champagne] | |
| 44954 | σαμπανιέρα | σα-μπα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): μεταλλικό συνήθ. δοχείο στο οποίο τοποθετείται φιάλη σαμπάνιας ή κρασιού μέσα σε παγάκια, ώστε το περιεχόμενό της να παραμένει δροσερό: ανοξείδωτη/γυάλινη ~. Βλ. -ιέρα. | |
| 44955 | σαμπανιζέ | σα-μπα-νι-ζέ επίθ. {άκλ.} 1. (για κρασί) που αφρίζει όπως η σαμπάνια. 2. που έχει το χρώμα της σαμπάνιας, σαμπανί: ~ απόχρωση/σκιά/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Μεταλλικό ~ (: το αντίστοιχο χρώμα). Πβ. ιβουάρ, κρεμ. [< γαλλ. champagnisé] | |
| 44956 | σαμπγούφερ | βλ. υπογούφερ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ