Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45500-45520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44947σαμουάσα-μου-ά επίθ./ουσ. (το) {άκλ.} 1. είδος απαλού και μαλακού κατεργασμένου δέρματος από αγριοκάτσικο: δερμάτινα είδη από καστόρι και ~. 2. (ως επίθ.) υποκίτρινος, ωχρός: χαρτί ~ (= ανοιχτό μπεζ, κιτρινωπό). [< γαλλ. chamois]
44948σαμουράισα-μου-ρά-ι ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: (στη φεουδαρχική Ιαπωνία) πολεμιστής της ανώτερης τάξης. Βλ. νίντζα, χαρακίρι. [< αγγλ. samurai]
44949σαμούρισα-μού-ρι ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΖΩΟΛ. ζιμπελίνα. [< τουρκ. samur]
44950σάμπασά-μπα ουσ. (θηλ.): βραζιλιάνικος χορός αφρικανικής προέλευσης που χαρακτηρίζεται από γρήγορο ρυθμό και λικνιστική κίνηση των γοφών· συνεκδ. η αντίστοιχη μουσική: ~ του καρναβαλιού. Χορεύει στους ρυθμούς της ~. Βλ. λάτιν, μάμπο, μπόσα νόβα, ρέγγε, ρούμπα, σάλσα, τάνγκο, τσα τσα (τσα). [< βραζιλιάνικο samba, αμερικ. ~, γαλλ. ~, 1925, διαδόθηκε περ. το 1945]
44951σαμπάνσα-μπάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ιστιοφόρο ή κωπήλατο πλοιάριο χωρίς καρίνα, που χρησιμοποιείται στην Κίνα και την Ιαπωνία για τη μεταφορά ανθρώπων ή φορτίων, σπανιότ. και ως κατοικία. [< γαλλ. sampan]
44952σαμπανίσα-μπα-νί επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει το χρώμα της σαμπάνιας, σαμπανιζέ: ~ πουκάμισο.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). Πβ. εκρού, ιβουάρ, κρεμ.
44953σαμπάνιασα-μπά-νια ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αφρώδες λευκό κρασί υψηλής ποιότητας που παράγεται στην Καμπανία και συνήθ. κάθε παρόμοιο είδος κρασιού: γαλλική/ημίξηρη/ξηρή/ροζέ ~. Μπουκάλι/ξίδι/τύποι ~ιας. Ο φελλός/οι φυσαλίδες της ~ιας. ΣΥΝ. καμπανίτης ● ΦΡ.: ανοίγω σαμπάνιες (μτφ.): γιορτάζω, πανηγυρίζω για κάτι: Όταν πάρω το διδακτορικό, θα ανοίξουμε ~. [< γαλλ. champagne]
44954σαμπανιέρασα-μπα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): μεταλλικό συνήθ. δοχείο στο οποίο τοποθετείται φιάλη σαμπάνιας ή κρασιού μέσα σε παγάκια, ώστε το περιεχόμενό της να παραμένει δροσερό: ανοξείδωτη/γυάλινη ~. Βλ. -ιέρα.
44955σαμπανιζέσα-μπα-νι-ζέ επίθ. {άκλ.} 1. (για κρασί) που αφρίζει όπως η σαμπάνια. 2. που έχει το χρώμα της σαμπάνιας, σαμπανί: ~ απόχρωση/σκιά/φόρεμα.|| (ως ουσ.) Μεταλλικό ~ (: το αντίστοιχο χρώμα). Πβ. ιβουάρ, κρεμ. [< γαλλ. champagnisé]
44956σαμπγούφερβλ. υπογούφερ
44957σαμπίσα-μπί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. παλιό γράμμα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου, σαν πλάγιο π (ϡ), το οποίο χρησιμοποιήθηκε κυρ. ως αριθμητικό σύμβολο για να δηλώσει τον αριθμό 900. Βλ. δίγαμμα, κόππα. [< μτγν. σαµπῖ, γαλλ.-αγγλ. sampi]
44958σαμπόσα-μπό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ξώφτερνο παπούτσι με μονοκόμματη, χοντρή ξύλινη σόλα: δερμάτινο ανατομικό ~. Πβ. ξυλοπάπουτσο, τσόκαρο. [< γαλλ. sabot]
44959σαμποτάζσα-μπο-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μυστική επιχείρηση δολιοφθοράς, συνήθ. σε καιρό πολέμου: ~ σε αγωγό πετρελαίου. Ενέργεια/πράξεις ~. Οι εξεγερμένοι έκαναν ~. Η βύθιση του πλοίου/έκρηξη οφείλεται σε ~. Βλ. προβοκάτσια. 2. σκόπιμη παρεμπόδιση της λειτουργίας μηχανής, εγκατάστασης, υπηρεσίας, επιχείρησης ή θεσμού· κακόβουλη ζημιά, υπονόμευση: βιομηχανικό/ηλεκτρονικό/οικονομικό ~. ~ σε υπολογιστή. ~ του έργου (κάποιου). Καταναλωτικό ~ στα προϊόντα εταιρείας (βλ. εμπάργκο). Οργανωμένο ~ ενάντια στην/κατά της ... Πβ. ναρκοθέτηση, σαμποτάρισμα, τορπιλισμός. [< γαλλ. sabotage]
44960σαμποτάρισμασα-μπο-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σαμποτάρω, υπονόμευση: ~ των διαπραγματεύσεων/των προσπαθειών (κάποιου). Πβ. σαμποτάζ, υπόσκαψη, φαλκίδευση. Βλ. -ισμα.
44961σαμποταριστήςσα-μπο-τα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σαμποταρίστρια} (προφ.) 1. υπονομευτής: ~ές της ανάπτυξης. 2. (σπάν.) σαμποτέρ.
44962σαμποτάρωσα-μπο-τά-ρω ρ. (μτβ.) {σαμποτάρ-ισα, -ισμένος, -οντας} 1. υπονομεύω, τορπιλίζω: ~ουν τη διαδικασία (διαπραγμάτευσης)/τη συνεργασία/τις συνομιλίες. ~ισε το έργο/την προσπάθειά/το σχέδιό τους. Πβ. δυναμιτίζω, ναρκοθετώ, υποσκάπτω, φαλκιδεύω. 2. προξενώ, με μυστική αποστολή, υλικές καταστροφές στον εχθρό, κυρ. σε περίοδο πολέμου: ~ισαν τον πετρελαιαγωγό. [< γαλλ. saboter]
44963σαμποτέρσα-μπο-τέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: πρόσωπο που οργανώνει ή κυρ. εκτελεί επιχείρηση δολιοφθοράς σε στρατιωτικούς συνήθ. στόχους: ομάδα ~. Οι επιθέσεις των ~. ~ προκάλεσαν έκρηξη. Πβ. δολιοφθορέας. [< γαλλ. saboteur]
44964σαμπουάνσα-μπου-άν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. προϊόν σε υγρή, κρεμώδη ή τζελ μορφή για το λούσιμο, τον καθαρισμό και την περιποίηση των μαλλιών: απαλό/ενυδατικό/παιδικό/τονωτικό ~. ~ για κανονικά/λιπαρά/ξηρά μαλλιά. Βιολογικά ~ με αιθέρια έλαια/γαλάκτωμα αμυγδάλου. Ειδικό ~ κατά της πιτυρίδας/της τριχόπτωσης. Βλ. αφρόλουτρο, κοντίσιονερ, λοσιόν, χρωμο~. 2. (κατ' επέκτ.) προϊόν καθαρισμού σε ρευστή μορφή: ~ αυτοκινήτου/χαλιών. ~ για ζώα. [< γαλλ. shampooing]
44965σαμπούκασα-μπού-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό λικέρ που περιέχει κυρ. ζάχαρη και γλυκάνισο και έχει γεύση παρόμοια με το ούζο: λευκή/μαύρη ~. ~ με πάγο. Σφηνάκι ~. Μπισκότα ~ας. Βλ. αράκ. [< ιταλ. sambuca, 1931]
44966σαμπούκος[σαμποῦκος] σα-μπού-κος ουσ. (αρσ.) & ζαμπούκος: ΒΟΤ. μικρό φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος (γένος Sambucus, οικογ. Caprifoliaceae) με υποκίτρινα άνθη, οδοντωτά φύλλα και ελαφρύ ξύλο: ~ ο μελανός (= αφρο-, κουφο-ξυλιά). [< ιταλ. sambuco]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.