| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44967 | σαμπρέλα | σα-μπρέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. κυκλικός λαστιχένιος σωλήνας που τοποθετείται στο εσωτερικό των ελαστικών διαφόρων οχημάτων και φουσκώνει με συμπιεσμένο αέρα· σφαίρα από καουτσούκ με παρόμοια λειτουργία στο εσωτερικό μπάλας ποδοσφαίρου, μπάσκετ και άλλων αθλημάτων: ξεφούσκωτη/σκασμένη/τρυπημένη/χαλασμένη ~. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/ποδηλάτου/φορτηγού. Αλλαγή/αφαίρεση/βαλβίδα ~ας. Έσκασε η ~.|| Μπάλα με ειδική ~. Πβ. αεροθάλαμος. 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) στρώμα λίπους συσσωρευμένου συνήθ. γύρω από τη μέση. ΣΥΝ. πατσές (1), σωσίβιο (3) 3. (σπάν.) φουσκωτή κουλούρα που χρησιμοποιείται ως θαλάσσιο παιχνίδι: ~ θαλάσσης. Βλ. μπανάνα, μπρατσάκια. ● Υποκ.: σαμπρελίτσα (η) [< γαλλ. chambre à air] | |
| 44968 | σάμπως | σά-μπως επίρρ. (λαϊκό) 1. (σε ερώτηση) μήπως: ~ το ήθελε; (: δεν το ήθελε). ~ δεν τα 'λεγα; (: τα 'λεγα). ~ και ξέρω; Πβ. τάχα. ΣΥΝ. σάματι & σάματις (1) 2. (συχνά + να) σαν (να): Τον κοιτάζουν φιλικά ~ να τον γνωρίζουν. ~ να μην είχε γίνει τίποτα. Πβ. λες και.|| ~ να έχεις δίκιο (: νομίζω, μου φαίνεται πως). ~ φταις κι εσύ (: ίσως, πιθανώς να). ~ είπα πολλά.|| (λογοτ., πριν από ουσ.) ~ σε όνειρο. | |
| 44969 | σαμσάρα | σαμ-σά-ρα ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. (στον ινδουισμό) μετενσάρκωση, μετεμψύχωση. Βλ. νιρβάνα. [< σανσκρ. samsāra] | |
| 44970 | ΣΑΝ | (η): Σχολή Αξιωματικών Νοσηλευτικής. | |
| 44971 | σαν1 | επίρρ. & (προφ.) σα 1. για δήλωση αληθινής, πραγματικής ιδιότητας: Εργάζεται ~ (= ως) καθηγητής σε σχολείο. Ήρθα ~ φίλος. Δουλεύουμε ~ ομάδα. Αναφέρω/προσθέτω (κάτι) ~ επίλογο.|| Εγώ ~ (= αφού, επειδή είμαι) υπεύθυνος πρέπει να ... 2. δηλώνει παρομοίωση ή ψεύτικη, πλασματική ιδιότητα ή κατάσταση: Φωνάζει ~ τρελός. Δουλεύω ~ σκλάβος/σκυλί. Τρώει ~ βόδι/γουρούνι/λύκος. Μου φέρθηκε ~ αδελφός. Γυρίζει από εδώ κι από εκεί ~ τον ζητιάνο. Κάρτα που λειτουργεί ~ (: αντί για) κλειδί. (ειδικότ.) Φέρομαι ~ άνθρωπος (= όπως ταιριάζει σε άνθρωπο).|| ~ σήμερα, πριν από δύο χρόνια (= την ίδια ημερομηνία). Θυμάμαι ~ χθες τα λόγια σου, κι ας έχουν περάσει πέντε χρόνια (= τα θυμάμαι πολύ καλά).|| (+ γεν.) Μάτια ~ της κουκουβάγιας. 3. για να εκφραστεί πιθανότητα ή βεβαιότητα: Έμοιαζε λίγο εκνευρισμένος, ~ κάτι να τον απασχολούσε (: μάλλον, αν δεν γελιέμαι, νομίζω).|| ~ πολύ αέρα πήρατε. 4. (εμφατ.) άραγε, τάχα: ~ τι μπορούμε να κάνουμε; ~ πόσα χρόνια να 'χουν περάσει; ● ΦΡ.: γυρίζει σαν την άδικη κατάρα βλ. κατάρα, δεν φτάνει/σαν να μην έφτανε βλ. φτάνω, σαν (τη) βρεγμένη γάτα βλ. γάτα, σαν (την) καλαμιά στον κάμπο βλ. καλαμιά, σαν αγάς βλ. αγάς, σαν αγγούρι βλ. αγγούρι, σαν αγιοκέρι (έγινε) βλ. αγιοκέρι, σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί βλ. αγρίμι, σαν αμαρτία βλ. αμαρτία, σαν άνεμος/σαν τον άνεμο βλ. άνεμος, σαν άνθρωπος βλ. άνθρωπος, σαν βασιλιάς βλ. βασιλιάς, σαν βυζαντινή αγιογραφία βλ. αγιογραφία, σαν δαρμένο σκυλί βλ. σκυλί, σαν ένας άνθρωπος βλ. άνθρωπος, σαν μικρό/μωρό παιδί βλ. παιδί, σαν να λέμε βλ. λέω, σαν πρόβατο στη σφαγή βλ. πρόβατο, σαν στο σπίτι (μου/σου/του …) βλ. σπίτι, σαν τα κοκόρια βλ. κοκόρι, σαν τα κρύα (τα) νερά βλ. νερό, σαν τα μάραθα! βλ. μάραθο, σαν τα ποντίκια βλ. ποντίκι, σαν τα χιόνια! βλ. χιόνι, σαν ταύρος σε υαλοπωλείο βλ. ταύρος, σαν τη μύγα μες στο γάλα βλ. γάλα, σαν την άμμο της θάλασσας βλ. άμμος, σαν την οσία (Μαρία) βλ. όσιος, σαν της τρελής τα μαλλιά βλ. μαλλί, σαν τις μύγες βλ. μύγα, σαν το παλιό καλό κρασί βλ. κρασί, σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο βλ. Ονούφριος, σαν τον κάβουρα βλ. κάβουρας, σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης βλ. κλέφτης, σαν τον κούκο βλ. κούκος, σαν τον σκύλο με τη γάτα βλ. σκύλος, σαν τους στραβούς στον Άδη βλ. Άδης, σαν τους Χιώτες βλ. Χιώτης, Χιώτισσα, σαν ψέμα/ψέματα βλ. ψέμα, σαν/όπως (και) πρώτα βλ. πρώτα, σαν/ως χάρτινος πύργος βλ. πύργος [< μεσν. σαν < μτγν. ὡσάν < αρχ. φρ. ὡς ἄν] | |
| 44972 | σαν2 | σύνδ. & σα (προφ.) 1. (κυρ. + να) λες και ή σπανιότ. αν: Νιώθω ~ να είμαι (= όπως αν ήμουν) παιδί. Είχαν κάποια συστολή ~ να ντρέπονταν.|| ~ θέλει ο Θεός, όλα γίνονται. 2. όταν, μόλις· κάθε φορά που: ~ έφυγε από τον τόπο της ... ~ ήρθε ο καιρός/η ώρα … Πβ. άμα.|| ~ ξυπνάω το πρωί … Πβ. οσάκις. 3. επειδή, εφόσον, μια και: ~ παιδί που είναι (= αφού είναι παιδί), θα κάνει αταξίες. ● ΦΡ.: σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη, σαν να έχει καταπιεί μπαστούνι βλ. μπαστούνι, σαν να μη/λες και δεν συμβαίνει τίποτα βλ. συμβαίνει, σαν να μην πέρασε μια μέρα βλ. μέρα [< μεσν. σαν < μτγν. ὡσάν < αρχ. φρ. ὡς ἄν 'έτσι που, για να'] | |
| 44973 | σανατόριο | σα-να-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): θεραπευτήριο για την περίθαλψη ασθενών με φυματίωση ή άλλες πνευμονικές παθήσεις. ΣΥΝ. φθισιατρείο [< αγγλ. sanatorium] | |
| 44974 | σανγκουίνι | βλ. σαγκουίνι | |
| 44975 | σανγκρία | σαν-γκρί-α ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σαγκρία: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό από κόκκινο κρασί με κομμάτια φρούτων, ζάχαρη και μπαχαρικά: αυθεντική ισπανική ~. Παέγια και ~. [< ισπ. sangria, γαλλ. ~, 1966] | |
| 44976 | σανδάλι | σαν-δά-λι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & σαντάλι: πέδιλο με λεπτή ίσια σόλα, που συγκρατείται στο πόδι με λουράκια: ανατομικά/δερμάτινα ~ια. Βλ. σαγιονάρα. [< αρχ. σανδάλιον, γαλλ. sandale, αγγλ. sandal] | |
| 44977 | σάνδαλο | βλ. σάνταλο | |
| 44978 | σανδαλόξυλο | βλ. σανταλόξυλο | |
| 44979 | σανδαράχη | σαν-δα-ρά-χη ουσ. (θηλ.) & σανδαράκη 1. ΟΡΥΚΤ. θειούχο ορυκτό του αρσενικού: κίτρινη/κόκκινη ~. 2. ΧΗΜ. ρητίνη που χρησιμοποιείται συνήθ. στη βιομηχανία χρωμάτων και σε επιστρώσεις. [< αρχ. σανδαράκη, γαλλ. sandaraque, αγγλ. sandarac] | |
| 44980 | σανίδα | σα-νί-δα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό, επίπεδο και μακρόστενο ξύλο: δρύινες ~ες. ~ες οικοδομής (βλ. γυψο~, τσιμεντο~)/οροφής/πατώματος. ~ες καλουπώματος/κοψίματος (π.χ. λαχανικών). Πβ. μαδέρι, τάβλα. ΣΥΝ. σανίδι. Βλ. ινο~, μοριο~.|| (μτφ.) ~ ισορροπίας (βλ. δοκός)/καταδύσεων (= βατήρας)/κολύμβησης/σιδερώματος (= σιδερώστρα). ~ του σερφ (= ιστιο~)/σκέιτμπορντ/σνόουμπορντ (= χιονο~). 2. (μτφ.-προφ., ως χαρακτηρισμός) που δεν έχει καμπύλες, επίπεδος: κοιλιά ~. ● Υποκ.: σανιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βρεγμένη σανίδα & (λαϊκό) βρεμένη σανίδα: ξυλοφόρτωμα, βαριά χτυπήματα: Α, ρε ~ ~ που θέλει/του χρειάζεται.|| (απειλητ.) Θα πάρω μια ~ ~ και θα σε περιλάβω (: θα σε δείρω)., σανίδα σωτηρίας βλ. σωτηρία [< μεσν. σανίδα < αρχ. σανίς, αγγλ. board] | |
| 44981 | σανιδένιος | , ια, ιο σα-νι-δέ-νιος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από σανίδια: ~ιος: πάγκος. ~ιο: πάτωμα. ~ια: ράφια. Βλ. -ένιος, σανιδωτός. [< μεσν. σανιδένιος] | |
| 44982 | σανίδι | σα-νί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. {κυρ. στον πληθ.} σανίδα: σάπια ~ια. Τα ~ια του κρεβατιού/πατώματος. Πβ. τάβλα. 2. {χωρ. πληθ.} (συνεκδ.) το θέατρο, κυρ. η σκηνή του: (για ηθοποιό) Ανέβηκε/βγήκε/επιστρέφει στο ~. Μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε στο ~. Βλ. πάλκο, πανί, σελιλόιντ. ● Υποκ.: σανιδάκι (το): στη σημ. 1. [< μεσν. σανίδι(ν), σανιδάκι] | |
| 44983 | σανίδωμα | σα-νί-δω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΔ. επικάλυψη επιφάνειας με σανίδια και συνεκδ. τα ίδια τα σανίδια ή το πάτωμα που έχει φτιαχτεί από αυτά: ~ στέγης.|| Ξύλινο ~ (πβ. παρκέ). Δοκάρια πάνω στα οποία τοποθετείται ~. Πβ. πέτσωμα. 2. (αργκό) απότομο πάτημα του γκαζιού αυτοκινήτου μέχρι το τέρμα για γρήγορη επιτάχυνση. [< 1: μτγν. σανίδωμα] | |
| 44984 | σανιδώνω | σα-νι-δώ-νω ρ. (μτβ.) {σανίδω-σα, (σπάν.) σανιδώ-θηκε, -μένος, σανιδών-οντας} 1. (αργκό) πατώ στο τέρμα το γκάζι αυτοκινήτου, για να αυξήσω την ταχύτητα: Σανίδωσέ το (= τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια)! 2. ΟΙΚΟΔ. (σπάν.) στρώνω επιφάνεια με σανίδες. [< 1: μτγν. σανιδῶ] | |
| 44985 | σανιδωτός | , ή, ό σα-νι-δω-τός επίθ.: που έχει επικαλυφθεί με σανίδες: ~ή: οροφή. ~ό: δάπεδο. Βλ. σανιδένιος. [< μτγν. σανιδωτός] | |
| 44986 | σανός | σα-νός ουσ. (αρσ.) & σανό (το): χόρτο που έχει αποξηρανθεί και χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή: ~ βρόμης/τριφυλλιού. Ένα δεμάτι ~ό. Πβ. ξηρό χόρτο. Βλ. χορτονομή. ● ΦΡ.: δεν τρώω άχυρα/σανό βλ. άχυρο [< σλαβ. seno] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ