| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44957 | σαμπί | σα-μπί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΓΛΩΣΣ. παλιό γράμμα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου, σαν πλάγιο π (ϡ), το οποίο χρησιμοποιήθηκε κυρ. ως αριθμητικό σύμβολο για να δηλώσει τον αριθμό 900. Βλ. δίγαμμα, κόππα. [< μτγν. σαµπῖ, γαλλ.-αγγλ. sampi] | |
| 44958 | σαμπό | σα-μπό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ξώφτερνο παπούτσι με μονοκόμματη, χοντρή ξύλινη σόλα: δερμάτινο ανατομικό ~. Πβ. ξυλοπάπουτσο, τσόκαρο. [< γαλλ. sabot] | |
| 44959 | σαμποτάζ | σα-μπο-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μυστική επιχείρηση δολιοφθοράς, συνήθ. σε καιρό πολέμου: ~ σε αγωγό πετρελαίου. Ενέργεια/πράξεις ~. Οι εξεγερμένοι έκαναν ~. Η βύθιση του πλοίου/έκρηξη οφείλεται σε ~. Βλ. προβοκάτσια. 2. σκόπιμη παρεμπόδιση της λειτουργίας μηχανής, εγκατάστασης, υπηρεσίας, επιχείρησης ή θεσμού· κακόβουλη ζημιά, υπονόμευση: βιομηχανικό/ηλεκτρονικό/οικονομικό ~. ~ σε υπολογιστή. ~ του έργου (κάποιου). Καταναλωτικό ~ στα προϊόντα εταιρείας (βλ. εμπάργκο). Οργανωμένο ~ ενάντια στην/κατά της ... Πβ. ναρκοθέτηση, σαμποτάρισμα, τορπιλισμός. [< γαλλ. sabotage] | |
| 44960 | σαμποτάρισμα | σα-μπο-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σαμποτάρω, υπονόμευση: ~ των διαπραγματεύσεων/των προσπαθειών (κάποιου). Πβ. σαμποτάζ, υπόσκαψη, φαλκίδευση. Βλ. -ισμα. | |
| 44961 | σαμποταριστής | σα-μπο-τα-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σαμποταρίστρια} (προφ.) 1. υπονομευτής: ~ές της ανάπτυξης. 2. (σπάν.) σαμποτέρ. | |
| 44962 | σαμποτάρω | σα-μπο-τά-ρω ρ. (μτβ.) {σαμποτάρ-ισα, -ισμένος, -οντας} 1. υπονομεύω, τορπιλίζω: ~ουν τη διαδικασία (διαπραγμάτευσης)/τη συνεργασία/τις συνομιλίες. ~ισε το έργο/την προσπάθειά/το σχέδιό τους. Πβ. δυναμιτίζω, ναρκοθετώ, υποσκάπτω, φαλκιδεύω. 2. προξενώ, με μυστική αποστολή, υλικές καταστροφές στον εχθρό, κυρ. σε περίοδο πολέμου: ~ισαν τον πετρελαιαγωγό. [< γαλλ. saboter] | |
| 44963 | σαμποτέρ | σα-μπο-τέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: πρόσωπο που οργανώνει ή κυρ. εκτελεί επιχείρηση δολιοφθοράς σε στρατιωτικούς συνήθ. στόχους: ομάδα ~. Οι επιθέσεις των ~. ~ προκάλεσαν έκρηξη. Πβ. δολιοφθορέας. [< γαλλ. saboteur] | |
| 44964 | σαμπουάν | σα-μπου-άν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. προϊόν σε υγρή, κρεμώδη ή τζελ μορφή για το λούσιμο, τον καθαρισμό και την περιποίηση των μαλλιών: απαλό/ενυδατικό/παιδικό/τονωτικό ~. ~ για κανονικά/λιπαρά/ξηρά μαλλιά. Βιολογικά ~ με αιθέρια έλαια/γαλάκτωμα αμυγδάλου. Ειδικό ~ κατά της πιτυρίδας/της τριχόπτωσης. Βλ. αφρόλουτρο, κοντίσιονερ, λοσιόν, χρωμο~. 2. (κατ' επέκτ.) προϊόν καθαρισμού σε ρευστή μορφή: ~ αυτοκινήτου/χαλιών. ~ για ζώα. [< γαλλ. shampooing] | |
| 44965 | σαμπούκα | σα-μπού-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό λικέρ που περιέχει κυρ. ζάχαρη και γλυκάνισο και έχει γεύση παρόμοια με το ούζο: λευκή/μαύρη ~. ~ με πάγο. Σφηνάκι ~. Μπισκότα ~ας. Βλ. αράκ. [< ιταλ. sambuca, 1931] | |
| 44966 | σαμπούκος | [σαμποῦκος] σα-μπού-κος ουσ. (αρσ.) & ζαμπούκος: ΒΟΤ. μικρό φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος (γένος Sambucus, οικογ. Caprifoliaceae) με υποκίτρινα άνθη, οδοντωτά φύλλα και ελαφρύ ξύλο: ~ ο μελανός (= αφρο-, κουφο-ξυλιά). [< ιταλ. sambuco] | |
| 44967 | σαμπρέλα | σα-μπρέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. κυκλικός λαστιχένιος σωλήνας που τοποθετείται στο εσωτερικό των ελαστικών διαφόρων οχημάτων και φουσκώνει με συμπιεσμένο αέρα· σφαίρα από καουτσούκ με παρόμοια λειτουργία στο εσωτερικό μπάλας ποδοσφαίρου, μπάσκετ και άλλων αθλημάτων: ξεφούσκωτη/σκασμένη/τρυπημένη/χαλασμένη ~. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/ποδηλάτου/φορτηγού. Αλλαγή/αφαίρεση/βαλβίδα ~ας. Έσκασε η ~.|| Μπάλα με ειδική ~. Πβ. αεροθάλαμος. 2. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) στρώμα λίπους συσσωρευμένου συνήθ. γύρω από τη μέση. ΣΥΝ. πατσές (1), σωσίβιο (3) 3. (σπάν.) φουσκωτή κουλούρα που χρησιμοποιείται ως θαλάσσιο παιχνίδι: ~ θαλάσσης. Βλ. μπανάνα, μπρατσάκια. ● Υποκ.: σαμπρελίτσα (η) [< γαλλ. chambre à air] | |
| 44968 | σάμπως | σά-μπως επίρρ. (λαϊκό) 1. (σε ερώτηση) μήπως: ~ το ήθελε; (: δεν το ήθελε). ~ δεν τα 'λεγα; (: τα 'λεγα). ~ και ξέρω; Πβ. τάχα. ΣΥΝ. σάματι & σάματις (1) 2. (συχνά + να) σαν (να): Τον κοιτάζουν φιλικά ~ να τον γνωρίζουν. ~ να μην είχε γίνει τίποτα. Πβ. λες και.|| ~ να έχεις δίκιο (: νομίζω, μου φαίνεται πως). ~ φταις κι εσύ (: ίσως, πιθανώς να). ~ είπα πολλά.|| (λογοτ., πριν από ουσ.) ~ σε όνειρο. | |
| 44969 | σαμσάρα | σαμ-σά-ρα ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. (στον ινδουισμό) μετενσάρκωση, μετεμψύχωση. Βλ. νιρβάνα. [< σανσκρ. samsāra] | |
| 44970 | ΣΑΝ | (η): Σχολή Αξιωματικών Νοσηλευτικής. | |
| 44971 | σαν1 | επίρρ. & (προφ.) σα 1. για δήλωση αληθινής, πραγματικής ιδιότητας: Εργάζεται ~ (= ως) καθηγητής σε σχολείο. Ήρθα ~ φίλος. Δουλεύουμε ~ ομάδα. Αναφέρω/προσθέτω (κάτι) ~ επίλογο.|| Εγώ ~ (= αφού, επειδή είμαι) υπεύθυνος πρέπει να ... 2. δηλώνει παρομοίωση ή ψεύτικη, πλασματική ιδιότητα ή κατάσταση: Φωνάζει ~ τρελός. Δουλεύω ~ σκλάβος/σκυλί. Τρώει ~ βόδι/γουρούνι/λύκος. Μου φέρθηκε ~ αδελφός. Γυρίζει από εδώ κι από εκεί ~ τον ζητιάνο. Κάρτα που λειτουργεί ~ (: αντί για) κλειδί. (ειδικότ.) Φέρομαι ~ άνθρωπος (= όπως ταιριάζει σε άνθρωπο).|| ~ σήμερα, πριν από δύο χρόνια (= την ίδια ημερομηνία). Θυμάμαι ~ χθες τα λόγια σου, κι ας έχουν περάσει πέντε χρόνια (= τα θυμάμαι πολύ καλά).|| (+ γεν.) Μάτια ~ της κουκουβάγιας. 3. για να εκφραστεί πιθανότητα ή βεβαιότητα: Έμοιαζε λίγο εκνευρισμένος, ~ κάτι να τον απασχολούσε (: μάλλον, αν δεν γελιέμαι, νομίζω).|| ~ πολύ αέρα πήρατε. 4. (εμφατ.) άραγε, τάχα: ~ τι μπορούμε να κάνουμε; ~ πόσα χρόνια να 'χουν περάσει; ● ΦΡ.: γυρίζει σαν την άδικη κατάρα βλ. κατάρα, δεν φτάνει/σαν να μην έφτανε βλ. φτάνω, σαν (τη) βρεγμένη γάτα βλ. γάτα, σαν (την) καλαμιά στον κάμπο βλ. καλαμιά, σαν αγάς βλ. αγάς, σαν αγγούρι βλ. αγγούρι, σαν αγιοκέρι (έγινε) βλ. αγιοκέρι, σαν αγρίμι/θηρίο/λιοντάρι στο κλουβί βλ. αγρίμι, σαν αμαρτία βλ. αμαρτία, σαν άνεμος/σαν τον άνεμο βλ. άνεμος, σαν άνθρωπος βλ. άνθρωπος, σαν βασιλιάς βλ. βασιλιάς, σαν βυζαντινή αγιογραφία βλ. αγιογραφία, σαν δαρμένο σκυλί βλ. σκυλί, σαν ένας άνθρωπος βλ. άνθρωπος, σαν μικρό/μωρό παιδί βλ. παιδί, σαν να λέμε βλ. λέω, σαν πρόβατο στη σφαγή βλ. πρόβατο, σαν στο σπίτι (μου/σου/του …) βλ. σπίτι, σαν τα κοκόρια βλ. κοκόρι, σαν τα κρύα (τα) νερά βλ. νερό, σαν τα μάραθα! βλ. μάραθο, σαν τα ποντίκια βλ. ποντίκι, σαν τα χιόνια! βλ. χιόνι, σαν ταύρος σε υαλοπωλείο βλ. ταύρος, σαν τη μύγα μες στο γάλα βλ. γάλα, σαν την άμμο της θάλασσας βλ. άμμος, σαν την οσία (Μαρία) βλ. όσιος, σαν της τρελής τα μαλλιά βλ. μαλλί, σαν τις μύγες βλ. μύγα, σαν το παλιό καλό κρασί βλ. κρασί, σαν τον Άγιο/Όσιο Ονούφριο βλ. Ονούφριος, σαν τον κάβουρα βλ. κάβουρας, σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης βλ. κλέφτης, σαν τον κούκο βλ. κούκος, σαν τον σκύλο με τη γάτα βλ. σκύλος, σαν τους στραβούς στον Άδη βλ. Άδης, σαν τους Χιώτες βλ. Χιώτης, Χιώτισσα, σαν ψέμα/ψέματα βλ. ψέμα, σαν/όπως (και) πρώτα βλ. πρώτα, σαν/ως χάρτινος πύργος βλ. πύργος [< μεσν. σαν < μτγν. ὡσάν < αρχ. φρ. ὡς ἄν] | |
| 44972 | σαν2 | σύνδ. & σα (προφ.) 1. (κυρ. + να) λες και ή σπανιότ. αν: Νιώθω ~ να είμαι (= όπως αν ήμουν) παιδί. Είχαν κάποια συστολή ~ να ντρέπονταν.|| ~ θέλει ο Θεός, όλα γίνονται. 2. όταν, μόλις· κάθε φορά που: ~ έφυγε από τον τόπο της ... ~ ήρθε ο καιρός/η ώρα … Πβ. άμα.|| ~ ξυπνάω το πρωί … Πβ. οσάκις. 3. επειδή, εφόσον, μια και: ~ παιδί που είναι (= αφού είναι παιδί), θα κάνει αταξίες. ● ΦΡ.: σα(ν)/αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, (τύφλα να 'χει ο πεθερός) βλ. νύφη, σαν να έχει καταπιεί μπαστούνι βλ. μπαστούνι, σαν να μη/λες και δεν συμβαίνει τίποτα βλ. συμβαίνει, σαν να μην πέρασε μια μέρα βλ. μέρα [< μεσν. σαν < μτγν. ὡσάν < αρχ. φρ. ὡς ἄν 'έτσι που, για να'] | |
| 44973 | σανατόριο | σα-να-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): θεραπευτήριο για την περίθαλψη ασθενών με φυματίωση ή άλλες πνευμονικές παθήσεις. ΣΥΝ. φθισιατρείο [< αγγλ. sanatorium] | |
| 44974 | σανγκουίνι | βλ. σαγκουίνι | |
| 44975 | σανγκρία | σαν-γκρί-α ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & σαγκρία: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό από κόκκινο κρασί με κομμάτια φρούτων, ζάχαρη και μπαχαρικά: αυθεντική ισπανική ~. Παέγια και ~. [< ισπ. sangria, γαλλ. ~, 1966] | |
| 44976 | σανδάλι | σαν-δά-λι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & σαντάλι: πέδιλο με λεπτή ίσια σόλα, που συγκρατείται στο πόδι με λουράκια: ανατομικά/δερμάτινα ~ια. Βλ. σαγιονάρα. [< αρχ. σανδάλιον, γαλλ. sandale, αγγλ. sandal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ