Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45540-45560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44987σανσκριτικός, ή, ό σαν-σκρι-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την αρχαία ινδική γλώσσα: ~ή: ρίζα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά/η ~ή (: η αντίστοιχη γλώσσα). [< γαλλ. sanskrit]
44988σάνταλοσά-ντα-λο ουσ. (ουδ.) & σάνδαλο: ΒΟΤ. γένος δέντρων των τροπικών περιοχών (επιστ. ονομασ. Santalum) που αναπτύσσονται παρασιτικά πάνω στις ρίζες άλλων φυτών· κυρ. το αιθέριο έλαιο που εξάγεται με απόσταξη του ξύλου τους. [< μτγν. σάνταλον, γαλλ. santal, αγγλ. sandal]
44989σανταλόξυλοσα-ντα-λό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) & σανδαλόξυλο: το αρωματικό ξύλο του σαντάλου: αιθέριο έλαιο από ~. Βλ. κυπαρισσόξυλο.
44990σαντιγίσα-ντι-γί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. αφράτη και γλυκιά κρέμα γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παρασκευή γλυκών ή το γαρνίρισμα γλυκισμάτων, φρούτων, ροφημάτων: φυτική ~. Παγωτό/σοκολάτα/τούρτα/φράουλες με (κρέμα) ~. Βλ. ανθόγαλα, καϊμάκι. [< γαλλ. chantilly]
44991σαντορινιός, ά, ό σα-ντο-ρι-νιός επίθ. & (σπάν.) σαντορινιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σαντορίνη ή/και τους Σαντορινιούς. Πβ. θηραϊκός.
44992σάντουιτςσά-ντου-ιτς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πρόχειρο φαγητό που αποτελείται συνήθ. από δύο (ή περισσότερες) φέτες ψωμιού (ή ένα μόνο ψωμάκι που έχει κοπεί στη μέση) όπου τοποθετούνται ενδιάμεσα διάφορα υλικά: ζεστό/κρύο/σπιτικό/ψημένο ~. ~ με αβγό/γαλοπούλα/ζαμπόν/μοτσαρέλα/ντομάτα/τυρί. ~ με πίτα. Σαλάμι αέρος/φραντζολάκι για ~. Πβ. κλαμπ σάντουιτς, μπόμπα, χοτ ντογκ. Βλ. καναπεδάκια, χάμπουργκερ.|| Παγωτό ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη ή κατασκευή στην οποία μια στρώση από ένα υλικό παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο στρώσεις ενός άλλου: πάνελ τύπου ~. Συναρμολόγηση σε μορφή ~. ● Υποκ.: σαντουιτσάκι (το) ● Μεγεθ.: σαντουιτσάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος-σάντουιτς: αυτός που περιφέρεται με δύο διαφημιστικές πινακίδες, μια στο στήθος και μια στην πλάτη του. [< γαλλ. homme-affiche, homme-sandwich] ● ΦΡ.: κάνω (κάποιον)/γίνομαι σάντουιτς (μτφ.-προφ.): για περιπτώσεις όπου κάποιος ή κάτι δέχεται πίεση από αντίθετες πλευρές, συνήθ. εξαιτίας συνωστισμού ή σύγκρουσης: Με έκαναν ~ στο τρόλεϊ. Είχε γίνει ~ ανάμεσα σε/μεταξύ ... [< αγγλ. sandwich, 1762, αγγλ. ανθρ. J. Montagu, κόμης του Sandwich, γαλλ. ~, 1802 2: πβ. γαλλ. ~, 1934]
44993σαντουιτσάδικοσα-ντου-ι-τσά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα όπου πωλούνται σάντουιτς και άλλα έτοιμα πρόχειρα φαγητά: καντίνα-~-καφετέρια. Βλ. -άδικο. [< πβ. γαλλ. sandwicherie, 1988]
44994σαντουιτσιέρασα-ντου-ι-τσιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για το ψήσιμο του σάντουιτς: ~ με επίπεδες αντικολλητικές πλάκες. Βλ. -ιέρα.
44995σαντούκσα-ντούκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σαντούγκ: είδος μεταξωτού υφάσματος: φούστα από ~. (ως επίθ.) Μπομπονιέρα/φόρεμα ~. Βλ. σατέν. [< αγγλ. shantung]
44996σαντούρισα-ντού-ρι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. παραδοσιακό μουσικό όργανο που αποτελείται από τραπεζοειδές ηχείο και μεταλλικές χορδές, οι οποίες κρούονται με δύο μικρές μπαγκέτες. Βλ. κανονάκι. [< τουρκ. santur]
44997σαντουριέρηςσα-ντου-ριέ-ρης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) σαντουρτζής, σαντουρίστας: μουσικός που παίζει σαντούρι. Βλ. -ιέρης.
44998σαντρέσα-ντρέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: σταχτής: ~ ανταύγειες/αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). [< γαλλ. cendré]
44999σαξεπίθ. {άκλ.}: που έχει φωτεινό γαλάζιο χρώμα: ~ πουκάμισο. Μπλε ~ δερμάτινη τσάντα.|| (ως ουσ.) Το ~ (: το αντίστοιχο χρώμα). [< γαλλ. saxe]
45000σαξοφωνίσταςσα-ξο-φω-νί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σαξοφωνίστρια}: μουσικός που παίζει σαξόφωνο: τενόρο ~. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. saxophoniste, 1938, αγγλ. saxophonist]
45001σαξόφωνοσα-ξό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου}: ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο από χαλκό με κωνικό σώμα, μονό γλωσσίδι, κλειδιά και επιστόμιο που μοιάζει με εκείνο του κλαρινέτου: άλτο/βαρύτονο/σοπράνο/τενόρο ~. Κουαρτέτο/ορχήστρα ~ώνων. [< γαλλ.-αγγλ. saxophone]
45002σαουδαραβικός, ή, ό σα-ου-δα-ρα-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σαουδική Αραβία ή τους Σαουδάραβες.
45003σάουνασά-ου-να ουσ. (θηλ.): ατμόλουτρο, φινλανδικής προέλευσης, σε κλειστό θάλαμο με ατμούς που δημιουργούνται από νερό, το οποίο πέφτει σε θερμαινόμενες πέτρες και η αντίστοιχη εγκατάσταση: οικιακή ~. Κάνω ~. Γυμναστήριο/ξενοδοχείο που διαθέτει ~. Βλ. θερμόλουτρο, τζακούζι, υδρομασάζ, χαμάμ. [< γαλλ. sauna, 1930]
45004σάουντρακσά-ου-ντρακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μουσική κινηματογραφικού φιλμ που κυκλοφορεί ηχογραφημένη και ειδικότ. το βασικό μουσικό θέμα ή τραγούδι ταινίας. [< αγγλ. sound track, 1928]
45005σαπάκισα-πά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (αργκό): σκάφος, όχημα ή γενικότ. μηχάνημα που βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση: αυτοκίνητα/πλοία ~ια. Πβ. ερείπιο, σαράβαλο, χάρβαλο, χρέπι.|| (μτφ.) Μετοχές ~ια.
45006σαπίζεισα-πί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σάπι-σε, -σμένος, σαπίζ-οντας}: (για οργανική κυρ. ύλη) υφίσταται σήψη, αποσύνθεση, διάβρωση: ~σαν οι ελιές/τα λαχανικά/τα φρούτα (πβ. αλλοιώνομαι, χαλώ).|| Τα παντζούρια ~σαν.|| (μτβ.) H υγρασία ~σε τα ξύλα. Πβ. αποσαθρώνω, διαβρώνω.σαπίζω (μτφ.-προφ.) 1. παραμένω κάπου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, κάνοντας συνήθ. κακό στην υγεία μου: ~σαν στην εξορία.|| ~σε (= έλιωσε) στην οθόνη/στον ύπνο. Πβ. σκουριάζω. 2. εξαχρειώνομαι, διαφθείρομαι: Κοινωνία που έχει ~σει.|| Σαράκι που ~ει την ψυχή. Πβ. φθείρω. ● ΦΡ.: σαπίζει στη φυλακή (μτφ.): για κάποιον που εκτίει πολυετή ποινή κάθειρξης. || (κ. απειλητ.) Να ~σεις ~! [< γαλλ. pourrir en prison] , σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. σαπίζω < αρχ. σήπομαι, γαλλ. pourrir]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.