| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44977 | σάνδαλο | βλ. σάνταλο | |
| 44978 | σανδαλόξυλο | βλ. σανταλόξυλο | |
| 44979 | σανδαράχη | σαν-δα-ρά-χη ουσ. (θηλ.) & σανδαράκη 1. ΟΡΥΚΤ. θειούχο ορυκτό του αρσενικού: κίτρινη/κόκκινη ~. 2. ΧΗΜ. ρητίνη που χρησιμοποιείται συνήθ. στη βιομηχανία χρωμάτων και σε επιστρώσεις. [< αρχ. σανδαράκη, γαλλ. sandaraque, αγγλ. sandarac] | |
| 44980 | σανίδα | σα-νί-δα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό, επίπεδο και μακρόστενο ξύλο: δρύινες ~ες. ~ες οικοδομής (βλ. γυψο~, τσιμεντο~)/οροφής/πατώματος. ~ες καλουπώματος/κοψίματος (π.χ. λαχανικών). Πβ. μαδέρι, τάβλα. ΣΥΝ. σανίδι. Βλ. ινο~, μοριο~.|| (μτφ.) ~ ισορροπίας (βλ. δοκός)/καταδύσεων (= βατήρας)/κολύμβησης/σιδερώματος (= σιδερώστρα). ~ του σερφ (= ιστιο~)/σκέιτμπορντ/σνόουμπορντ (= χιονο~). 2. (μτφ.-προφ., ως χαρακτηρισμός) που δεν έχει καμπύλες, επίπεδος: κοιλιά ~. ● Υποκ.: σανιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: βρεγμένη σανίδα & (λαϊκό) βρεμένη σανίδα: ξυλοφόρτωμα, βαριά χτυπήματα: Α, ρε ~ ~ που θέλει/του χρειάζεται.|| (απειλητ.) Θα πάρω μια ~ ~ και θα σε περιλάβω (: θα σε δείρω)., σανίδα σωτηρίας βλ. σωτηρία [< μεσν. σανίδα < αρχ. σανίς, αγγλ. board] | |
| 44981 | σανιδένιος | , ια, ιο σα-νι-δέ-νιος επίθ.: που είναι φτιαγμένος από σανίδια: ~ιος: πάγκος. ~ιο: πάτωμα. ~ια: ράφια. Βλ. -ένιος, σανιδωτός. [< μεσν. σανιδένιος] | |
| 44982 | σανίδι | σα-νί-δι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. {κυρ. στον πληθ.} σανίδα: σάπια ~ια. Τα ~ια του κρεβατιού/πατώματος. Πβ. τάβλα. 2. {χωρ. πληθ.} (συνεκδ.) το θέατρο, κυρ. η σκηνή του: (για ηθοποιό) Ανέβηκε/βγήκε/επιστρέφει στο ~. Μυθιστόρημα που μεταφέρθηκε στο ~. Βλ. πάλκο, πανί, σελιλόιντ. ● Υποκ.: σανιδάκι (το): στη σημ. 1. [< μεσν. σανίδι(ν), σανιδάκι] | |
| 44983 | σανίδωμα | σα-νί-δω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΟΙΚΟΔ. επικάλυψη επιφάνειας με σανίδια και συνεκδ. τα ίδια τα σανίδια ή το πάτωμα που έχει φτιαχτεί από αυτά: ~ στέγης.|| Ξύλινο ~ (πβ. παρκέ). Δοκάρια πάνω στα οποία τοποθετείται ~. Πβ. πέτσωμα. 2. (αργκό) απότομο πάτημα του γκαζιού αυτοκινήτου μέχρι το τέρμα για γρήγορη επιτάχυνση. [< 1: μτγν. σανίδωμα] | |
| 44984 | σανιδώνω | σα-νι-δώ-νω ρ. (μτβ.) {σανίδω-σα, (σπάν.) σανιδώ-θηκε, -μένος, σανιδών-οντας} 1. (αργκό) πατώ στο τέρμα το γκάζι αυτοκινήτου, για να αυξήσω την ταχύτητα: Σανίδωσέ το (= τέρμα/τσίτα/τέζα (τα) γκάζια)! 2. ΟΙΚΟΔ. (σπάν.) στρώνω επιφάνεια με σανίδες. [< 1: μτγν. σανιδῶ] | |
| 44985 | σανιδωτός | , ή, ό σα-νι-δω-τός επίθ.: που έχει επικαλυφθεί με σανίδες: ~ή: οροφή. ~ό: δάπεδο. Βλ. σανιδένιος. [< μτγν. σανιδωτός] | |
| 44986 | σανός | σα-νός ουσ. (αρσ.) & σανό (το): χόρτο που έχει αποξηρανθεί και χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή: ~ βρόμης/τριφυλλιού. Ένα δεμάτι ~ό. Πβ. ξηρό χόρτο. Βλ. χορτονομή. ● ΦΡ.: δεν τρώω άχυρα/σανό βλ. άχυρο [< σλαβ. seno] | |
| 44987 | σανσκριτικός | , ή, ό σαν-σκρι-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την αρχαία ινδική γλώσσα: ~ή: ρίζα.|| (ως ουσ.) Τα ~ά/η ~ή (: η αντίστοιχη γλώσσα). [< γαλλ. sanskrit] | |
| 44988 | σάνταλο | σά-ντα-λο ουσ. (ουδ.) & σάνδαλο: ΒΟΤ. γένος δέντρων των τροπικών περιοχών (επιστ. ονομασ. Santalum) που αναπτύσσονται παρασιτικά πάνω στις ρίζες άλλων φυτών· κυρ. το αιθέριο έλαιο που εξάγεται με απόσταξη του ξύλου τους. [< μτγν. σάνταλον, γαλλ. santal, αγγλ. sandal] | |
| 44989 | σανταλόξυλο | σα-ντα-λό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) & σανδαλόξυλο: το αρωματικό ξύλο του σαντάλου: αιθέριο έλαιο από ~. Βλ. κυπαρισσόξυλο. | |
| 44990 | σαντιγί | σα-ντι-γί ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. αφράτη και γλυκιά κρέμα γάλακτος που χρησιμοποιείται για την παρασκευή γλυκών ή το γαρνίρισμα γλυκισμάτων, φρούτων, ροφημάτων: φυτική ~. Παγωτό/σοκολάτα/τούρτα/φράουλες με (κρέμα) ~. Βλ. ανθόγαλα, καϊμάκι. [< γαλλ. chantilly] | |
| 44991 | σαντορινιός | , ά, ό σα-ντο-ρι-νιός επίθ. & (σπάν.) σαντορινιώτικος, η, ο: που σχετίζεται με τη Σαντορίνη ή/και τους Σαντορινιούς. Πβ. θηραϊκός. | |
| 44992 | σάντουιτς | σά-ντου-ιτς ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. πρόχειρο φαγητό που αποτελείται συνήθ. από δύο (ή περισσότερες) φέτες ψωμιού (ή ένα μόνο ψωμάκι που έχει κοπεί στη μέση) όπου τοποθετούνται ενδιάμεσα διάφορα υλικά: ζεστό/κρύο/σπιτικό/ψημένο ~. ~ με αβγό/γαλοπούλα/ζαμπόν/μοτσαρέλα/ντομάτα/τυρί. ~ με πίτα. Σαλάμι αέρος/φραντζολάκι για ~. Πβ. κλαμπ σάντουιτς, μπόμπα, χοτ ντογκ. Βλ. καναπεδάκια, χάμπουργκερ.|| Παγωτό ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη ή κατασκευή στην οποία μια στρώση από ένα υλικό παρεμβάλλεται ανάμεσα σε δύο στρώσεις ενός άλλου: πάνελ τύπου ~. Συναρμολόγηση σε μορφή ~. ● Υποκ.: σαντουιτσάκι (το) ● Μεγεθ.: σαντουιτσάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος-σάντουιτς: αυτός που περιφέρεται με δύο διαφημιστικές πινακίδες, μια στο στήθος και μια στην πλάτη του. [< γαλλ. homme-affiche, homme-sandwich] ● ΦΡ.: κάνω (κάποιον)/γίνομαι σάντουιτς (μτφ.-προφ.): για περιπτώσεις όπου κάποιος ή κάτι δέχεται πίεση από αντίθετες πλευρές, συνήθ. εξαιτίας συνωστισμού ή σύγκρουσης: Με έκαναν ~ στο τρόλεϊ. Είχε γίνει ~ ανάμεσα σε/μεταξύ ... [< αγγλ. sandwich, 1762, αγγλ. ανθρ. J. Montagu, κόμης του Sandwich, γαλλ. ~, 1802 2: πβ. γαλλ. ~, 1934] | |
| 44993 | σαντουιτσάδικο | σα-ντου-ι-τσά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα όπου πωλούνται σάντουιτς και άλλα έτοιμα πρόχειρα φαγητά: καντίνα-~-καφετέρια. Βλ. -άδικο. [< πβ. γαλλ. sandwicherie, 1988] | |
| 44994 | σαντουιτσιέρα | σα-ντου-ι-τσιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για το ψήσιμο του σάντουιτς: ~ με επίπεδες αντικολλητικές πλάκες. Βλ. -ιέρα. | |
| 44995 | σαντούκ | σα-ντούκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σαντούγκ: είδος μεταξωτού υφάσματος: φούστα από ~. (ως επίθ.) Μπομπονιέρα/φόρεμα ~. Βλ. σατέν. [< αγγλ. shantung] | |
| 44996 | σαντούρι | σα-ντού-ρι ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. παραδοσιακό μουσικό όργανο που αποτελείται από τραπεζοειδές ηχείο και μεταλλικές χορδές, οι οποίες κρούονται με δύο μικρές μπαγκέτες. Βλ. κανονάκι. [< τουρκ. santur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ