Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45560-45580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44997σαντουριέρηςσα-ντου-ριέ-ρης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) σαντουρτζής, σαντουρίστας: μουσικός που παίζει σαντούρι. Βλ. -ιέρης.
44998σαντρέσα-ντρέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: σταχτής: ~ ανταύγειες/αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Το ~ (ενν. χρώμα). [< γαλλ. cendré]
44999σαξεπίθ. {άκλ.}: που έχει φωτεινό γαλάζιο χρώμα: ~ πουκάμισο. Μπλε ~ δερμάτινη τσάντα.|| (ως ουσ.) Το ~ (: το αντίστοιχο χρώμα). [< γαλλ. saxe]
45000σαξοφωνίσταςσα-ξο-φω-νί-στας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. σαξοφωνίστρια}: μουσικός που παίζει σαξόφωνο: τενόρο ~. Βλ. -ίστας. [< γαλλ. saxophoniste, 1938, αγγλ. saxophonist]
45001σαξόφωνοσα-ξό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου}: ΜΟΥΣ. πνευστό όργανο από χαλκό με κωνικό σώμα, μονό γλωσσίδι, κλειδιά και επιστόμιο που μοιάζει με εκείνο του κλαρινέτου: άλτο/βαρύτονο/σοπράνο/τενόρο ~. Κουαρτέτο/ορχήστρα ~ώνων. [< γαλλ.-αγγλ. saxophone]
45002σαουδαραβικός, ή, ό σα-ου-δα-ρα-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σαουδική Αραβία ή τους Σαουδάραβες.
45003σάουνασά-ου-να ουσ. (θηλ.): ατμόλουτρο, φινλανδικής προέλευσης, σε κλειστό θάλαμο με ατμούς που δημιουργούνται από νερό, το οποίο πέφτει σε θερμαινόμενες πέτρες και η αντίστοιχη εγκατάσταση: οικιακή ~. Κάνω ~. Γυμναστήριο/ξενοδοχείο που διαθέτει ~. Βλ. θερμόλουτρο, τζακούζι, υδρομασάζ, χαμάμ. [< γαλλ. sauna, 1930]
45004σάουντρακσά-ου-ντρακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μουσική κινηματογραφικού φιλμ που κυκλοφορεί ηχογραφημένη και ειδικότ. το βασικό μουσικό θέμα ή τραγούδι ταινίας. [< αγγλ. sound track, 1928]
45006σαπίζεισα-πί-ζει ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {σάπι-σε, -σμένος, σαπίζ-οντας}: (για οργανική κυρ. ύλη) υφίσταται σήψη, αποσύνθεση, διάβρωση: ~σαν οι ελιές/τα λαχανικά/τα φρούτα (πβ. αλλοιώνομαι, χαλώ).|| Τα παντζούρια ~σαν.|| (μτβ.) H υγρασία ~σε τα ξύλα. Πβ. αποσαθρώνω, διαβρώνω.σαπίζω (μτφ.-προφ.) 1. παραμένω κάπου για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, κάνοντας συνήθ. κακό στην υγεία μου: ~σαν στην εξορία.|| ~σε (= έλιωσε) στην οθόνη/στον ύπνο. Πβ. σκουριάζω. 2. εξαχρειώνομαι, διαφθείρομαι: Κοινωνία που έχει ~σει.|| Σαράκι που ~ει την ψυχή. Πβ. φθείρω. ● ΦΡ.: σαπίζει στη φυλακή (μτφ.): για κάποιον που εκτίει πολυετή ποινή κάθειρξης. || (κ. απειλητ.) Να ~σεις ~! [< γαλλ. pourrir en prison] , σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο βλ. ξύλο [< μεσν. σαπίζω < αρχ. σήπομαι, γαλλ. pourrir]
45007σαπίλασα-πί-λα ουσ. (θηλ.) 1. σήψη και (κυρ. συνεκδ.) η δυσάρεστη μυρωδιά που προέρχεται από κάτι σάπιο: οσμή ~ας.|| Μπόχα και ~. Πβ. βρόμα, δυσωδία. Βλ. -ίλα. 2. (μτφ.) διαφθορά, ανηθικότητα: κοινωνική ~. Η ~ της διαπλοκής/της εποχής μας. Πβ. αποσύνθεση, βούρκος, σάπισμα. [< μεσν. σαπίλα]
45008σαπιοκάραβοσα-πιο-κά-ρα-βο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): πολύ παλιό καράβι που δεν έχει συντηρηθεί σωστά και δεν είναι αξιόπλοο. Πβ. τραμπάκουλο. ΣΥΝ. σκυλοπνίχτης
45009σαπιοκοιλιάσα-πιο-κοι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.) 1. χοντρή και πλαδαρή κοιλιά. Πβ. σαμπρέλα, σωσίβιο. 2. σαπιοκοιλιάς.
45010σαπιοκοιλιάςσα-πιο-κοι-λιάς ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): άνδρας με χοντρή και πλαδαρή κοιλιά. Πβ. κοιλαράς. Βλ. -άς.
45011σάπιος, ια, ιο σά-πιος επίθ. 1. που έχει υποστεί αποσύνθεση ή φθορά, διάβρωση: ~ιος: καρπός. ~ιο: δέντρο/φρούτο. ~ιες: ελιές/ρίζες. ~ια: λαχανικά/τρόφιμα/φύλλα/φυτά. Πβ. αλλοιωμένος, σαπρός.|| (κατ' επέκτ.) ~ιος: τοίχος. ~ιο: καράβι/ξύλο. ~ια: κουφώματα/λάστιχα/πατώματα. ~ια: δόντια (: χαλασμένα). Πβ. σαθρός. 2. (μτφ.) που έχει διαφθαρεί, ανήθικος: ~ιος: θεσμός/κόσμος. ~ια: εξουσία/κοινωνία/νοοτροπία/ψυχή. ~ιο: καθεστώς/κατεστημένο/κλίμα/κύκλωμα/παρελθόν/περιβάλλον/σύστημα. ~ιες: δομές/ιδέες. ~ια: μυαλά. Πβ. διεφθαρμένος, εξαχρειωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: σάπιο μήλο βλ. μήλο ● ΦΡ.: άσε τα σάπια! & άσ' τα σάπια! (αργκό): άφησε τις υπεκφυγές, τις πονηριές: ~ ~ και ομολόγησε! Πάρε θέση και ~ ~. ΣΥΝ. άσ' τα ψόφια!, κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας βλ. Δανιμαρκία [< μεσν. σάπιος, γαλλ. pourri]
45012σάπισμασά-πι-σμα ουσ. (ουδ.): αποσύνθεση, σήψη: το ~ των δοντιών (βλ. τερηδόνα)/του ξύλου/των ριζών/των φρούτων (πβ. αλλοίωση).|| (μτφ.) ~ του καπιταλισμού/της κοινωνίας. Πβ. κατάπτωση, σαπίλα.
45013σαπουνάδασα-που-νά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σαπούνι ή άλλο απορρυπαντικό διαλυμένο σε νερό και κυρ. ο αφρός που σχηματίζεται: Άφησε τα ρούχα να μουλιάσουν στη ~. Καλό πλύσιμο με μπόλικη ~. Πβ. σαπουνόνερο.|| Ξέπλυνε τις ~ες. Βλ. -άδα.
45014σαπούνισα-πού-νι ουσ. (ουδ.) {σαπουν-ιού | -ιών}: προϊόν που παράγεται από την επίδραση βάσης (υδροξειδίου του καλίου και του νατρίου) σε λιπαρές ουσίες (κυρ. φυτικά έλαια), σχηματίζει αφρό, όταν διαλυθεί σε νερό, και χρησιμοποιείται για πλύσιμο και καθάρισμα: αντισηπτικό/αρωματικό/ενυδατικό/ήπιο/μαλακό/μαύρο (: με απολεπιστικές ιδιότητες)/πράσινο/σκληρό/υγρό (= υγροσάπουνο) ~. ~ απολέπισης/γλυκερίνης/καθαρισμού προσώπου/Μασσαλίας/πολυτελείας. ~ με άρωμα λεβάντας. Βιολογικά/φυτικά/χειροποίητα ~ια. ~ από ελαιόλαδο (= ελαιολάδου)/με ουδέτερο pH/σε σκόνη. Μια πλάκα ~. Πλυθείτε με ~ και ζεστό νερό.|| (κατ' επέκτ., απορρυπαντικό:) ~ πλυντηρίου. Βλ. κρεμο-, μοσχο-σάπουνο, -ούνι. ● Υποκ.: σαπουνάκι (το) ● ΦΡ.: σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι βλ. γουρούνι, τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς βλ. αράπης [< μεσν. σαπούνι(ο)ν < μτγν. σαπώνιον < σάπων < λατ. sapo, γαλλ. savon]
45015σαπουνίζωσα-που-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σαπούνι-σα, σαπουνί-στηκα, -σμένος, σαπουνίζ-οντας}: πλένω κάτι με σαπούνι και νερό: ~ τα ρούχα. ~σε το πρόσωπό/το σώμα/τα χέρια της. ~στείτε και ξεβγαλθείτε καλά! ● ΦΡ.: σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι βλ. γουρούνι [< μεσν. σαπωνίζω]
45016σαπούνισμασα-πού-νι-σμα ουσ. (ουδ.): πλύσιμο με σαπούνι και νερό: ~ των πιάτων/χαλιών. Καλό/τακτικό ~ των χεριών. ~ και ξέπλυμα του σώματος.
45017σαπουνοθήκησα-που-νο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για σαπούνι, συνήθ. ως αξεσουάρ μπάνιου: πλαστική ~. ~ νιπτήρα/ταξιδίου. Ανοξείδωτη ~ τοίχου.|| (κατ' επέκτ., για απορρυπαντικό) ~ πλυντηρίου. Βλ. -θήκη.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.