Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45560-45580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45007σαπίλασα-πί-λα ουσ. (θηλ.) 1. σήψη και (κυρ. συνεκδ.) η δυσάρεστη μυρωδιά που προέρχεται από κάτι σάπιο: οσμή ~ας.|| Μπόχα και ~. Πβ. βρόμα, δυσωδία. Βλ. -ίλα. 2. (μτφ.) διαφθορά, ανηθικότητα: κοινωνική ~. Η ~ της διαπλοκής/της εποχής μας. Πβ. αποσύνθεση, βούρκος, σάπισμα. [< μεσν. σαπίλα]
45008σαπιοκάραβοσα-πιο-κά-ρα-βο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): πολύ παλιό καράβι που δεν έχει συντηρηθεί σωστά και δεν είναι αξιόπλοο. Πβ. τραμπάκουλο. ΣΥΝ. σκυλοπνίχτης
45009σαπιοκοιλιάσα-πιο-κοι-λιά ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.) 1. χοντρή και πλαδαρή κοιλιά. Πβ. σαμπρέλα, σωσίβιο. 2. σαπιοκοιλιάς.
45010σαπιοκοιλιάςσα-πιο-κοι-λιάς ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): άνδρας με χοντρή και πλαδαρή κοιλιά. Πβ. κοιλαράς. Βλ. -άς.
45011σάπιος, ια, ιο σά-πιος επίθ. 1. που έχει υποστεί αποσύνθεση ή φθορά, διάβρωση: ~ιος: καρπός. ~ιο: δέντρο/φρούτο. ~ιες: ελιές/ρίζες. ~ια: λαχανικά/τρόφιμα/φύλλα/φυτά. Πβ. αλλοιωμένος, σαπρός.|| (κατ' επέκτ.) ~ιος: τοίχος. ~ιο: καράβι/ξύλο. ~ια: κουφώματα/λάστιχα/πατώματα. ~ια: δόντια (: χαλασμένα). Πβ. σαθρός. 2. (μτφ.) που έχει διαφθαρεί, ανήθικος: ~ιος: θεσμός/κόσμος. ~ια: εξουσία/κοινωνία/νοοτροπία/ψυχή. ~ιο: καθεστώς/κατεστημένο/κλίμα/κύκλωμα/παρελθόν/περιβάλλον/σύστημα. ~ιες: δομές/ιδέες. ~ια: μυαλά. Πβ. διεφθαρμένος, εξαχρειωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: σάπιο μήλο βλ. μήλο ● ΦΡ.: άσε τα σάπια! & άσ' τα σάπια! (αργκό): άφησε τις υπεκφυγές, τις πονηριές: ~ ~ και ομολόγησε! Πάρε θέση και ~ ~. ΣΥΝ. άσ' τα ψόφια!, κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας βλ. Δανιμαρκία [< μεσν. σάπιος, γαλλ. pourri]
45012σάπισμασά-πι-σμα ουσ. (ουδ.): αποσύνθεση, σήψη: το ~ των δοντιών (βλ. τερηδόνα)/του ξύλου/των ριζών/των φρούτων (πβ. αλλοίωση).|| (μτφ.) ~ του καπιταλισμού/της κοινωνίας. Πβ. κατάπτωση, σαπίλα.
45013σαπουνάδασα-που-νά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σαπούνι ή άλλο απορρυπαντικό διαλυμένο σε νερό και κυρ. ο αφρός που σχηματίζεται: Άφησε τα ρούχα να μουλιάσουν στη ~. Καλό πλύσιμο με μπόλικη ~. Πβ. σαπουνόνερο.|| Ξέπλυνε τις ~ες. Βλ. -άδα.
45014σαπούνισα-πού-νι ουσ. (ουδ.) {σαπουν-ιού | -ιών}: προϊόν που παράγεται από την επίδραση βάσης (υδροξειδίου του καλίου και του νατρίου) σε λιπαρές ουσίες (κυρ. φυτικά έλαια), σχηματίζει αφρό, όταν διαλυθεί σε νερό, και χρησιμοποιείται για πλύσιμο και καθάρισμα: αντισηπτικό/αρωματικό/ενυδατικό/ήπιο/μαλακό/μαύρο (: με απολεπιστικές ιδιότητες)/πράσινο/σκληρό/υγρό (= υγροσάπουνο) ~. ~ απολέπισης/γλυκερίνης/καθαρισμού προσώπου/Μασσαλίας/πολυτελείας. ~ με άρωμα λεβάντας. Βιολογικά/φυτικά/χειροποίητα ~ια. ~ από ελαιόλαδο (= ελαιολάδου)/με ουδέτερο pH/σε σκόνη. Μια πλάκα ~. Πλυθείτε με ~ και ζεστό νερό.|| (κατ' επέκτ., απορρυπαντικό:) ~ πλυντηρίου. Βλ. κρεμο-, μοσχο-σάπουνο, -ούνι. ● Υποκ.: σαπουνάκι (το) ● ΦΡ.: σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι βλ. γουρούνι, τον αράπη κι αν τον πλένεις, το σαπούνι σου χαλάς βλ. αράπης [< μεσν. σαπούνι(ο)ν < μτγν. σαπώνιον < σάπων < λατ. sapo, γαλλ. savon]
45015σαπουνίζωσα-που-νί-ζω ρ. (μτβ.) {σαπούνι-σα, σαπουνί-στηκα, -σμένος, σαπουνίζ-οντας}: πλένω κάτι με σαπούνι και νερό: ~ τα ρούχα. ~σε το πρόσωπό/το σώμα/τα χέρια της. ~στείτε και ξεβγαλθείτε καλά! ● ΦΡ.: σαπουνίζοντας γουρούνι χάνεις χρόνο και σαπούνι βλ. γουρούνι [< μεσν. σαπωνίζω]
45016σαπούνισμασα-πού-νι-σμα ουσ. (ουδ.): πλύσιμο με σαπούνι και νερό: ~ των πιάτων/χαλιών. Καλό/τακτικό ~ των χεριών. ~ και ξέπλυμα του σώματος.
45017σαπουνοθήκησα-που-νο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για σαπούνι, συνήθ. ως αξεσουάρ μπάνιου: πλαστική ~. ~ νιπτήρα/ταξιδίου. Ανοξείδωτη ~ τοίχου.|| (κατ' επέκτ., για απορρυπαντικό) ~ πλυντηρίου. Βλ. -θήκη.
45018σαπουνόνεροσα-που-νό-νε-ρο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): νερό με διαλυμένο σαπούνι: Γλίστρησε στα ~α. Πβ. σαπουνάδα. Βλ. -νερο.
45019σαπουνόπερασα-που-νό-πε-ρα ουσ. (θηλ.): τηλεοπτική (και παλαιότ. ραδιοφωνική) σειρά που μεταδίδεται καθημερινά σε συνέχειες και χαρακτηρίζεται από αισθηματικότητα και μελοδραματικά στοιχεία: αμερικάνικη/σαχλή/φτηνή ~. Δημοφιλείς/λατινοαμερικάνικες ~ες.|| (αρνητ. συνυποδ.) Στην εποχή της ~ας και των τηλεπαιχνιδιών. Με αισθητική ~ας. Πβ. τηλενουβέλα. Βλ. σίριαλ. [< αμερικ. soap opera, 1938, γαλλ. soap-opéra, 1981]
45020σαπουνοποιίαβλ. σαπωνοποιία
45021σαπουνόφουσκασα-που-νό-φου-σκα ουσ. (θηλ.) 1. φούσκα που σχηματίζεται σε σαπουνάδα: πολύχρωμες ~ες. Βλ. μπουρμπουλήθρα, φυσαλίδα. 2. (μτφ.) για κάτι που διαψεύδει τις προσδοκίες ή αποδεικνύεται απατηλό, ψευδές: Το όλο σχέδιο αποδείχθηκε τελικά μία εντυπωσιακή ~.|| Διαφημιστική/επικοινωνιακή/χρηματιστηριακή ~. Πβ. φιάσκο, φούσκα.σαπουνόφουσκες (οι) (μτφ.-προφ.): (σπάν.) αερολογίες, σαχλαμάρες: Άσε τις ~. Πβ. ανοησία, κενολογία, μπούρδα, μπουρμπουλήθρες, πομφόλυγες, φληναφήματα. [< γαλλ. bulle de savon]
45022σαπουνόχορτοσα-που-νό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΒΟΤ. σαπωναρία.
45023σαπρός, ή, ό σα-πρός επίθ. (λόγ.): σάπιος. [< αρχ. σαπρός]
45024σαπροφάγασα-προ-φά-γα επίθ./ουσ. (τα) {σπανιότ. στον εν. σαπροφάγο}: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. οργανισμοί που τρέφονται με ουσίες οι οποίες βρίσκονται σε αποσύνθεση: ~α: βακτήρια/έντομα.|| (ως ουσ.) Τα ~ καταναλώνουν νεκρή φυτική ύλη. [< γαλλ. saprophage, αγγλ. saprophagous]
45025σαπρόφιλασα-πρό-φι-λα επίθ./ουσ. (τα): ΒΙΟΛ. οργανισμοί που ζουν μέσα σε οργανικές ουσίες οι οποίες έχουν αποσυντεθεί. [< αγγλ. saprophiles, γαλλ. ~, 1972]
45026σαπρόφυτασα-πρό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύτων | σπανιότ. στον εν.} 1. ΒΙΟΛ. μικροοργανισμοί οι οποίοι αντλούν τις ουσίες που τους είναι απαραίτητες από νεκρή οργανική ύλη: ~ που διευκολύνουν την πέψη (: ανήκουν στη χλωρίδα του εντέρου). Βλ. αποικοδομητής, μύκητας, παράσιτο.|| (ως επίθ.) ~α: βακτηρίδια/μικρόβια. Βλ. -φυτο. 2. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) παράσιτα: κομματικά ~. [< γαλλ.-αγγλ. saprophytes]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.