| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3607 | ανδρειωμένος | , η, ο [ἀνδρειωμένος] α-νδρει-ω-μέ-νος επίθ. & αντρειωμένος (λαϊκό-λογοτ.): που χαρακτηρίζεται από αντρειοσύνη: ~οι: πολεμιστές.|| (ως ουσ.) Ο θάνατος/το τραγούδι του ~ου. Πβ. ανδρείος, γενναίος, θαρραλέος. ΑΝΤ. άνανδρος, δειλός, λιπόψυχος. [< μεσν. αντρειωμένος] | |
| 3608 | ανδριάντας | [ἀνδριάντας] αν-δρι-ά-ντας ουσ. (αρσ.) (λόγ.), (εσφαλμ.) αδριάντας: ολόσωμο άγαλμα επιφανούς προσώπου: έφιππος/μπρούντζινος/χάλκινος ~. Η ανέγερση/τα αποκαλυπτήρια/η στέψη ενός ~α. Βλ. γλυπτό, προτομή. [< αρχ. ἀνδριάς] | |
| 3609 | ανδριαντοποιός | [ἀνδριαντοποιός] αν-δρι-α-ντο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): καλλιτέχνης που φτιάχνει ανδριάντες. Πβ. αγαλματοποιός. Βλ. -ποιός. [< αρχ. ἀνδριαντοποιός] | |
| 3610 | ανδρικός | , ή, ό [ἀνδρικός] αν-δρι-κός επίθ. & (προφ.) αντρικός: που αναφέρεται ή ταιριάζει σε άνδρα: ~ός: πληθυσμός/ρόλος. ~ή: ανικανότητα/κολόνια/μορφή. ~ό: όνομα. ~ές: δουλειές (: που αρμόζουν, με κοινωνικά κριτήρια, σε άνδρα)/ορμόνες/τουαλέτες/φυλακές. ~ά: χαρακτηριστικά. Βιοτεχνία ~ών ενδυμάτων. Πβ. αρσενικός. Βλ. γυναικείος, παιδικός. ● επίρρ.: ανδρικά [< αρχ. ἀνδρικός] | |
| 3611 | ανδρισμός | [ἀνδρισμός] αν-δρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των φυσικών, βιολογικών γνωρισμάτων του άνδρα· ειδικότ. η σεξουαλική του ικανότητα: πρότυπο/σύμβολο ~ού.|| Αμφισβητείται ο ~ του. Του έθιξε τον ~ό. Πβ. ανδροπρέπεια, αρρενωπότητα. Βλ. θηλυκότητα. 2. γενναία, υπερήφανη, υπεύθυνη στάση: Δεν έχει τον ~ό να αναλάβει τις ευθύνες του. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ευψυχία, θάρρος (1), λεβεντιά (1), παλικαριά ΑΝΤ. ανανδρία, δειλία [< 1: γαλλ. virilité 2: μτγν. ἀνδρισμός] | |
| 3612 | Ανδριώτης, Ανδριώτισσα | [Ἀνδριώτης] Αν-δρι-ώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Άνδρο. | |
| 3613 | ανδρο-/αντρο- & ανδρό-/αντρό- & ανδρ-/αντρ- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. στον άνδρα ή τα χαρακτηριστικά του: ανδρο-λογία/~πρεπής. Αντρο-κουβέντα.|| Αντρο-γύναικο (: για γυναίκα που μοιάζει ή/και συμπεριφέρεται σαν άντρας). 2. στον σύζυγο: αντρό-γυνο. 3. στη γενναιότητα: ανδρ-αγάθημα.|| Ανδρ-εία. | |
| 3614 | ανδρογόνο | [ἀνδρογόνο] αν-δρο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ορμόνη ή φαρμακευτική ουσία που προκαλεί την ή βοηθά στην ανάπτυξη των ανδρικών χαρακτηριστικών: συνθετικό ~. Η τεστοστερόνη είναι το κυριότερο ~. Τριχοφυΐα στις γυναίκες λόγω παραγωγής ~ων. Βλ. οιστρογόνο. ΑΝΤ. αντιανδρογόνο [< γαλλ. androgène, 1945, αγγλ. androgen, 1936] | |
| 3615 | ανδρογόνος | , ος, ο [ἀνδρογόνος] αν-δρο-γό-νος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα ανδρογόνα: ~ος: δράση/ορμόνη (πβ. τεστοστερόνη). ~α: αναβολικά/φάρμακα. Βλ. -γόνος. [< πβ. αρχ. ἀνδρογόνος 'που είναι κατάλληλος για γέννηση αγοριού', γαλλ. androgène, 1945, αγγλ. androgenic, 1939] | |
| 3616 | ανδρογυναίκα | βλ. αντρογυναίκα | |
| 3617 | ανδρόγυνο | [ἀνδρόγυνο] αν-δρό-γυ-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ύνου} & (προφ.) αντρόγυνο: παντρεμένο ζευγάρι άντρα και γυναίκας: αγαπημένο ~. [< μεσν. ανδρόγυνο(ν)] | |
| 3618 | ανδρόγυνος | , η, ο [ἀνδρόγυνος] αν-δρό-γυ-νος επίθ.: που συνδυάζει την ανδρική και γυναικεία φύση, που έχει γνωρίσματα και των δύο φύλων: ~η: εμφάνιση/μορφή. ~ο: πλάσμα. Πβ. αρσενικοθήλυκος, ερμαφρόδιτος.|| ~ο: λουκ/στιλ (: γυναικείο στιλ ντυσίματος που συνδυάζει σακάκι, παντελόνι ανδρικής γραμμής και συνήθ. πουκάμισο, γραβάτα και δετά παπούτσια). Βλ. γιούνισεξ. ● Ουσ.: ανδρόγυνος (ο): (σπάν.) άνδρας με θηλυπρεπή εμφάνιση και συμπεριφορά. Πβ. γυναικωτός. [< αρχ. ἀνδρόγυνος, γαλλ. androgyne, αγγλ. androgenous, γερμ. androgyn] | |
| 3619 | ανδροειδές | [ἀνδροειδές] αν-δρο-ει-δές ουσ. (ουδ.): ανθρωπόμορφο ρομπότ (κυρ. σε έργα επιστημονικής φαντασίας). Βλ. αυτόματο. [< μτγν. ἀνδροειδής 'που μοιάζει με άνδρα', γαλλ. androïde, αγγλ. android] | |
| 3620 | ανδροκεντρικός | , ή, ό [ἀνδροκεντρικός] αν-δρο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως σημείο αναφοράς τον άνδρα: ~ή: αντίληψη/νοοτροπία. Βλ. ανδροκρατ-, πατριαρχ-, σεξιστ-, φαλλοκρατ-ικός, -κεντρικός. ● επίρρ.: ανδροκεντρικά [< αγγλ. androcentric, 1903] | |
| 3621 | ανδροκρατείται | [ἀνδροκρατεῖται] αν-δρο-κρα-τεί-ται ρ. (αμτβ.) {ανδροκρατήθηκε, κυρ. στη μτχ. ανδροκρατ-ούμενος}: (για κοινωνικό, εργασιακό τομέα) απαρτίζεται ή κυριαρχείται, εξουσιάζεται κατεξοχήν από άνδρες: Πολιτικός χώρος που ~. ~ούμενο: επάγγελμα. ~ούμενες: ειδικότητες/επιχειρήσεις. Βλ. πατριαρχία. ΑΝΤ. γυναικοκρατείται | |
| 3622 | ανδροκρατία | [ἀνδροκρατία] αν-δρο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): επικράτηση ή αριθμητική υπεροχή των ανδρών σε κάποιον χώρο ή τομέα. Πβ. πατριαρχία. Βλ. σεξισμός, φαλλοκρατία, -κρατία. ΑΝΤ. γυναικοκρατία (1) [< αγγλ. androcracy, 1903] | |
| 3623 | ανδροκρατικός | , ή, ό [ἀνδροκρατικός] αν-δρο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανδροκρατία: ~ός: τρόπος σκέψης. ~ή: νοοτροπία/συμπεριφορά. ~ό: μοντέλο εξουσίας. ~ά: στερεότυπα. Πβ. πατριαρχικός. Βλ. ανδροκεντρικός, σεξιστικός, φαλλοκρατικός. ● επίρρ.: ανδροκρατικά | |
| 3624 | ανδρολογία | [ἀνδρολογία] αν-δρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τη φυσιολογία και παθολογία του ανδρικού γεννητικού συστήματος: θεραπευτική ~. Βλ. γυναικολογία, -λογία. [< πβ. μτγν. ἀνδρολογία 'συγκέντρωση ή στρατολόγηση ανδρών’, αγγλ. andrology, γαλλ. andrologie, πριν από το 1970, γερμ. Andrologie] | |
| 3625 | ανδρολογικός | , ή, ό [ἀνδρολογικός] αν-δρο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανδρολογία: ~ή: εξέταση. ~ό: ινστιτούτο/τμήμα (π.χ. ουρολογικής κλινικής). Βλ. γυναικολογικός. [< αγγλ. andrological, 1910, andrologic, 1942, γερμ. andrologisch] | |
| 3626 | ανδρολόγος | [ἀνδρολόγος] αν-δρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην ανδρολογία: Χειρούργος ουρολόγος-~. Βλ. γυναικολόγος, -λόγος. [< μεσν. ανδρολόγος 'με ανθρώπινη φωνή', αγγλ. andrologist, γαλλ. andrologue] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ