| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3597 | ανδρ- | βλ. ανδρο-/αντρο- | |
| 3598 | ανδραγάθημα | [ἀνδραγάθημα] αν-δρα-γά-θη-μα ουσ. (ουδ.) {ανδραγαθήμ-ατος | -ατα, -άτων, συνήθ. στον πληθ.}: ηρωική πράξη, κυρ. σε πόλεμο: επικά ~ατα. Διηγείται/εξιστορεί τα ~ατα των προγόνων στο πεδίο της μάχης.|| (ειρων.-οικ.) Περηφανεύεται λες και έκανε κανένα ~. Πβ. άθλος, ανδραγαθία, κατόρθωμα. [< μτγν. ἀνδραγάθημα] | |
| 3599 | ανδραγαθία | [ἀνδραγαθία] αν-δρα-γα-θί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ανδρεία, γενναιότητα: αριστείο/δίπλωμα/μετάλλιο ~ας. Πβ. ηρωισμός, παλικαριά. ΑΝΤ. δειλία ● ανδραγαθίες (οι): γενναίες πράξεις, ανδραγαθήματα, συνήθ. σε πόλεμο: Παρασημοφορήθηκε για τις ~ του.|| (ειρων.-οικ.) Καμαρώνει για τις ~ του (: κατορθώματα). ● ΦΡ.: επ' ανδραγαθία: για ηρωική πράξη την ώρα του καθήκοντος ή σε καιρό πολέμου: παράσημο/προαγωγή ~ ~. Τιμήθηκε μετά θάνατον ~ ~. [< αρχ. ἀνδραγαθία] | |
| 3600 | ανδραγαθώ | [ἀνδραγαθῶ] αν-δρα-γα-θώ ρ. (αμτβ.) {ανδραγαθ-εί ... | ανδραγάθησε} (σπάν.-λόγ.): ενεργώ με γενναιότητα, ηρωισμό, συνήθ. στο πεδίο της μάχης. [< μτγν. ἀνδραγαθῶ] | |
| 3601 | ανδράποδο | [ἀνδράποδο] αν-δρά-πο-δο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όδου} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) δούλος, άβουλο όργανο. Πβ. ανδρείκελο, δέσμιος, έρμαιο, μαριονέτα, πιόνι, σκλάβος, υποχείριο. 2. ΙΣΤ. (στην αρχαιότητα) αιχμάλωτος πολέμου που πουλιόταν ως δούλος. [< αρχ. ἀνδράποδον] | |
| 3602 | άνδρας & άντρας | [ἄνδρας] άν-δρας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) ανδρ-ός | -ών} 1. ενήλικο άτομο αρσενικού φύλου, κατ' αντιδιαστολή προς το παιδί και τη γυναίκα: ανύπαντρος/γοητευτικός/δυναμικός/δυνατός/ελκυστικός/έξυπνος/επιτυχημένος/ευαίσθητος/ευγενικός/ηλικιωμένος (: γέρος)/κομψός/μελαμψός/μεσόκοπος/νέος (βλ. έφηβος)/παντρεμένος/ρομαντικός/χωρισμένος/ωραίος (= ομορφάντρας· ΑΝΤ. ασχημάντρας)/ώριμος ~. Ο μέσος/σύγχρονος ~. Ο ισχυρός ~ της επιχείρησης/ομάδας. (Σπουδαίος) πολιτικός ~ (πβ. προσωπικότητα). Ο ~ κουβαλητής. Φύλο: ~ (βλ. άρρεν). Δημόσιοι ~ες (: που κατέχουν δημόσιο αξίωμα). Ένδοξοι/επιφανείς ~ες. Αποφθέγματα/λόγια μεγάλων ~ών (= σημαντικών). ~ μεγάλης ηλικίας/μετρίου αναστήματος. Περιοδικά για τον ~α. Βρέθηκε το πτώμα αγνώστου ~ός. Έχεις γίνει (ολόκληρος/σωστός) ~ πια! Βλ. δανδής, δον ζουάν, ζιγκολό, ισχυρό φύλο, μάγκας, πλεϊμπόι, τζέντλεμαν, φαλλοκράτης.|| Το ήθος του ~ός. 2. {συνήθ. στον τ. άντρας} αυτός που παρουσιάζει εκείνα τα στοιχεία της συμπεριφοράς και της εμφάνισης (αρρενωπότητα, γενναιότητα, θάρρος, εντιμότητα, σωματική δύναμη) τα οποία σύμφωνα με την κοινωνική αντίληψη χαρακτηρίζουν ένα αρσενικό ενήλικο άτομο: Ανακηρύχθηκε/ψηφίστηκε ~ της χρονιάς. Ο ιδανικός/τέλειος ~. Είσαι και πολύ ~! Είναι ~ με τα όλα του. Το παίζει ~. Πρέπει να φανείς ~! Φέρσου σαν ~! Αν είσαι ~, έλα να λογαριαστούμε! Πβ. άντρακλας, παλικάρι.|| (προφ., για ομοφυλόφιλο:) Δεν είναι φανατικός ~. 3. πρόσωπο που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ερωτική ζωή μιας γυναίκας ως σύζυγος, αγαπημένος ή εραστής: πιστός ~. Βρήκε/γνώρισε τον ~α των ονείρων της. Είναι ο ~ της ζωής της. Πρώην ~ (= σύζυγος). Ο ~ της πέθανε (= είναι χήρα). Δεν έχει ~α (= είναι ανύπαντρη). Ο ~ της υπέβαλε αίτηση διαζυγίου. Απάτησε τον ~α της. Κακοποιείται από τον ~α της. Πήρε ~α νεότερό της. Την άφησε/παράτησε ο ~ της. Ο ~ της οικογένειας (= προστάτης)/του σπιτιού (βλ. οικογενειάρχης). Ο ~ της αδερφής/της κόρης μου (= ο γαμπρός μου).|| Δεν τον βλέπει σαν ~α (= εραστή), μόνο σαν φίλο. ● άνδρες & άντρες (οι) 1. μέλη ένοπλου συνήθ. σώματος: Στην επιχείρηση συμμετείχαν ~ των αστυνομικών δυνάμεων/των ΕΚΑΜ. Οι ~ της ειρηνευτικής δύναμης (πβ. κυανόκρανος)/των Σωμάτων Ασφαλείας. 2. ΑΘΛ. (κυρ. με κεφαλ. Α) η ανώτερη ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλητών: Εθνική ~ών. ● Υποκ.: αντράκι (το) 1. (μειωτ.-ειρων.) άντρας. 2. αγόρι που παριστάνει τον άντρα. 3. (μτφ.) θαρραλέα, δυναμική γυναίκα., αντρούλης (ο): (χαϊδευτ.) σύζυγος. ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρό αντράκι βλ. σκληρός ● ΦΡ.: άντρα θέλω, τώρα τον(ε) θέλω (προφ.-ειρων.): λέγεται συνήθ. για να αποδοκιμαστεί η απαίτηση κάποιου για άμεση εκπλήρωση επιθυμίας του., ενός ανδρός αρχή (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): σε περιπτώσεις που συγκεντρώνεται η εξουσία σε ένα μόνο άτομο. Βλ. προσωποκεντρικό/συγκεντρωτικό σύστημα., σαν άντρας προς άντρα: για να δηλωθεί ότι κάποιος χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και ειλικρίνεια: Έλα να μιλήσουμε ~ ~. [< αγγλ. man-to-man, 1902] , η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα βλ. γυνή [< αρχ. ἀνήρ, αιτ. ἄνδρα, μεσν. άνδρας] | |
| 3603 | ανδρεία | [ἀνδρεία] αν-δρεί-α ουσ. (θηλ.) & αντρεία: η ιδιότητα του ανδρείου: απαράμιλλη ~. Αριστείο/μετάλλιο/παράδειγμα/σύμβολο ~ας. Επέδειξαν εξαιρετική/μεγάλη ~. Διακρίθηκαν για την ~ τους. Υπέστη όλα του τα βάσανα με ~, θάρρος και υπομονή. Πβ. αντρειοσύνη, γενναιότητα, γενναιο-, ευ-ψυχία, ηρωισμός, παλικαριά. ΑΝΤ. ανανδρία, δειλία, λιποψυχία [< αρχ. ἀνδρεία] | |
| 3604 | ανδρείκελο | [ἀνδρείκελο] αν-δρεί-κε-λο ουσ. (ουδ.) 1. (απαιτ. λεξιλόγ.-μτφ.-μειωτ.) άβουλος, ανελεύθερος άνθρωπος: Έχει μετατραπεί σε ~. ~α ξένων συμφερόντων. Πβ. άθυρμα, αχυράνθρωπος, ενεργούμενο, έρμαιο, μαριονέτα, πιόνι, υποχείριο. 2. (λόγ.) ανθρώπινο συνήθ. ομοίωμα: Οι μαθητευόμενοι φυσιοθεραπευτές ασκούνται σε ~α. Πβ. κούκλα. [< 1: γαλλ. marionnette 2: αρχ. ἀνδρείκελον] | |
| 3605 | ανδρείος | , α, ο [ἀνδρεῖος] αν-δρεί-ος επίθ. & αντρείος: που χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, θάρρος, τόλμη: ~ος: λαός/πολεμιστής. ~α: πράξη. ~ο: φρόνημα. Πβ. γενναίος, θαρραλέος, τολμηρός. ΑΝΤ. άνανδρος, δειλός, λιπόψυχος [< αρχ. ἀνδρεῖος] | |
| 3606 | ανδρειοσύνη | βλ. αντρειοσύνη | |
| 3607 | ανδρειωμένος | , η, ο [ἀνδρειωμένος] α-νδρει-ω-μέ-νος επίθ. & αντρειωμένος (λαϊκό-λογοτ.): που χαρακτηρίζεται από αντρειοσύνη: ~οι: πολεμιστές.|| (ως ουσ.) Ο θάνατος/το τραγούδι του ~ου. Πβ. ανδρείος, γενναίος, θαρραλέος. ΑΝΤ. άνανδρος, δειλός, λιπόψυχος. [< μεσν. αντρειωμένος] | |
| 3608 | ανδριάντας | [ἀνδριάντας] αν-δρι-ά-ντας ουσ. (αρσ.) (λόγ.), (εσφαλμ.) αδριάντας: ολόσωμο άγαλμα επιφανούς προσώπου: έφιππος/μπρούντζινος/χάλκινος ~. Η ανέγερση/τα αποκαλυπτήρια/η στέψη ενός ~α. Βλ. γλυπτό, προτομή. [< αρχ. ἀνδριάς] | |
| 3609 | ανδριαντοποιός | [ἀνδριαντοποιός] αν-δρι-α-ντο-ποι-ός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): καλλιτέχνης που φτιάχνει ανδριάντες. Πβ. αγαλματοποιός. Βλ. -ποιός. [< αρχ. ἀνδριαντοποιός] | |
| 3610 | ανδρικός | , ή, ό [ἀνδρικός] αν-δρι-κός επίθ. & (προφ.) αντρικός: που αναφέρεται ή ταιριάζει σε άνδρα: ~ός: πληθυσμός/ρόλος. ~ή: ανικανότητα/κολόνια/μορφή. ~ό: όνομα. ~ές: δουλειές (: που αρμόζουν, με κοινωνικά κριτήρια, σε άνδρα)/ορμόνες/τουαλέτες/φυλακές. ~ά: χαρακτηριστικά. Βιοτεχνία ~ών ενδυμάτων. Πβ. αρσενικός. Βλ. γυναικείος, παιδικός. ● επίρρ.: ανδρικά [< αρχ. ἀνδρικός] | |
| 3611 | ανδρισμός | [ἀνδρισμός] αν-δρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των φυσικών, βιολογικών γνωρισμάτων του άνδρα· ειδικότ. η σεξουαλική του ικανότητα: πρότυπο/σύμβολο ~ού.|| Αμφισβητείται ο ~ του. Του έθιξε τον ~ό. Πβ. ανδροπρέπεια, αρρενωπότητα. Βλ. θηλυκότητα. 2. γενναία, υπερήφανη, υπεύθυνη στάση: Δεν έχει τον ~ό να αναλάβει τις ευθύνες του. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ευψυχία, θάρρος (1), λεβεντιά (1), παλικαριά ΑΝΤ. ανανδρία, δειλία [< 1: γαλλ. virilité 2: μτγν. ἀνδρισμός] | |
| 3612 | Ανδριώτης, Ανδριώτισσα | [Ἀνδριώτης] Αν-δρι-ώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Άνδρο. | |
| 3613 | ανδρο-/αντρο- & ανδρό-/αντρό- & ανδρ-/αντρ- | α' συνθετικό λέξεων που αναφέρεται 1. στον άνδρα ή τα χαρακτηριστικά του: ανδρο-λογία/~πρεπής. Αντρο-κουβέντα.|| Αντρο-γύναικο (: για γυναίκα που μοιάζει ή/και συμπεριφέρεται σαν άντρας). 2. στον σύζυγο: αντρό-γυνο. 3. στη γενναιότητα: ανδρ-αγάθημα.|| Ανδρ-εία. | |
| 3614 | ανδρογόνο | [ἀνδρογόνο] αν-δρο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ορμόνη ή φαρμακευτική ουσία που προκαλεί την ή βοηθά στην ανάπτυξη των ανδρικών χαρακτηριστικών: συνθετικό ~. Η τεστοστερόνη είναι το κυριότερο ~. Τριχοφυΐα στις γυναίκες λόγω παραγωγής ~ων. Βλ. οιστρογόνο. ΑΝΤ. αντιανδρογόνο [< γαλλ. androgène, 1945, αγγλ. androgen, 1936] | |
| 3615 | ανδρογόνος | , ος, ο [ἀνδρογόνος] αν-δρο-γό-νος επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα ανδρογόνα: ~ος: δράση/ορμόνη (πβ. τεστοστερόνη). ~α: αναβολικά/φάρμακα. Βλ. -γόνος. [< πβ. αρχ. ἀνδρογόνος 'που είναι κατάλληλος για γέννηση αγοριού', γαλλ. androgène, 1945, αγγλ. androgenic, 1939] | |
| 3616 | ανδρογυναίκα | βλ. αντρογυναίκα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ