| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45018 | σαπουνόνερο | σα-που-νό-νε-ρο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): νερό με διαλυμένο σαπούνι: Γλίστρησε στα ~α. Πβ. σαπουνάδα. Βλ. -νερο. | |
| 45019 | σαπουνόπερα | σα-που-νό-πε-ρα ουσ. (θηλ.): τηλεοπτική (και παλαιότ. ραδιοφωνική) σειρά που μεταδίδεται καθημερινά σε συνέχειες και χαρακτηρίζεται από αισθηματικότητα και μελοδραματικά στοιχεία: αμερικάνικη/σαχλή/φτηνή ~. Δημοφιλείς/λατινοαμερικάνικες ~ες.|| (αρνητ. συνυποδ.) Στην εποχή της ~ας και των τηλεπαιχνιδιών. Με αισθητική ~ας. Πβ. τηλενουβέλα. Βλ. σίριαλ. [< αμερικ. soap opera, 1938, γαλλ. soap-opéra, 1981] | |
| 45020 | σαπουνοποιία | βλ. σαπωνοποιία | |
| 45021 | σαπουνόφουσκα | σα-που-νό-φου-σκα ουσ. (θηλ.) 1. φούσκα που σχηματίζεται σε σαπουνάδα: πολύχρωμες ~ες. Βλ. μπουρμπουλήθρα, φυσαλίδα. 2. (μτφ.) για κάτι που διαψεύδει τις προσδοκίες ή αποδεικνύεται απατηλό, ψευδές: Το όλο σχέδιο αποδείχθηκε τελικά μία εντυπωσιακή ~.|| Διαφημιστική/επικοινωνιακή/χρηματιστηριακή ~. Πβ. φιάσκο, φούσκα. ● σαπουνόφουσκες (οι) (μτφ.-προφ.): (σπάν.) αερολογίες, σαχλαμάρες: Άσε τις ~. Πβ. ανοησία, κενολογία, μπούρδα, μπουρμπουλήθρες, πομφόλυγες, φληναφήματα. [< γαλλ. bulle de savon] | |
| 45022 | σαπουνόχορτο | σα-που-νό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΒΟΤ. σαπωναρία. | |
| 45023 | σαπρός | , ή, ό σα-πρός επίθ. (λόγ.): σάπιος. [< αρχ. σαπρός] | |
| 45024 | σαπροφάγα | σα-προ-φά-γα επίθ./ουσ. (τα) {σπανιότ. στον εν. σαπροφάγο}: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. οργανισμοί που τρέφονται με ουσίες οι οποίες βρίσκονται σε αποσύνθεση: ~α: βακτήρια/έντομα.|| (ως ουσ.) Τα ~ καταναλώνουν νεκρή φυτική ύλη. [< γαλλ. saprophage, αγγλ. saprophagous] | |
| 45025 | σαπρόφιλα | σα-πρό-φι-λα επίθ./ουσ. (τα): ΒΙΟΛ. οργανισμοί που ζουν μέσα σε οργανικές ουσίες οι οποίες έχουν αποσυντεθεί. [< αγγλ. saprophiles, γαλλ. ~, 1972] | |
| 45026 | σαπρόφυτα | σα-πρό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύτων | σπανιότ. στον εν.} 1. ΒΙΟΛ. μικροοργανισμοί οι οποίοι αντλούν τις ουσίες που τους είναι απαραίτητες από νεκρή οργανική ύλη: ~ που διευκολύνουν την πέψη (: ανήκουν στη χλωρίδα του εντέρου). Βλ. αποικοδομητής, μύκητας, παράσιτο.|| (ως επίθ.) ~α: βακτηρίδια/μικρόβια. Βλ. -φυτο. 2. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) παράσιτα: κομματικά ~. [< γαλλ.-αγγλ. saprophytes] | |
| 45027 | σαπροφυτικός | , ή, ό σα-προ-φυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στα σαπρόφυτα: ~ός: οργανισμός. ~οί: μύκητες. Βλ. παρασιτικός. ● επίρρ.: σαπροφυτικά [< γαλλ. saprophyte, αγγλ. saprophytic] | |
| 45028 | σάπφειρος | σάπ-φει-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΟΡΥΚΤ. ζαφείρι. [< μτγν. σάπφειρος, γαλλ. saphir , αγγλ. sapphire] | |
| 45029 | σαπφικός | , ή, ό σαπ-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην ποιήτρια Σαπφώ: (ΜΕΤΡ.) ~ή: στροφή. ● ΣΥΜΠΛ.: σαπφικός έρωτας: λεσβιακός έρωτας. [< μτγν. Σαπφικός, γαλλ. saphique, αγγλ. Sapphic] | |
| 45030 | σαπφισμός | σαπ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): γυναικεία ομοφυλοφιλία, λεσβιασμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. saphisme, αγγλ. sapphism] | |
| 45031 | σαπωναρία | σα-πω-να-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος πολυετών δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Saponaria) με μικρά λευκά ή ρόδινα άνθη σε ταξιανθίες. ΣΥΝ. σαπουνόχορτο [< νεολατ. saponaria, γαλλ. saponaire] | |
| 45032 | σαπωνίνες | σα-πω-νί-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΙΟΧ. γλυκοζίτες που περιέχονται συνήθ. στη σαπωναρία και όταν διαλυθούν σε νερό, σχηματίζουν αφρό. [< γαλλ.-αγγλ. saponines] | |
| 45033 | σαπωνοειδής | , ής, ές σα-πω-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που η υφή του θυμίζει διάλυμα σαπουνιού. Πβ. σαπωνώδης. Βλ. -ειδής. | |
| 45034 | σαπωνοποιείο | [σαπωνοποιεῖο] σα-πω-νο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργοστάσιο παρασκευής σαπουνιού: παραδοσιακό ~. Βλ. -ποιείο. [< γαλλ. savonnerie] | |
| 45035 | σαπωνοποίηση | σα-πω-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαπουνοποίηση 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αλκαλική υδρόλυση λιπών και ελαίων για την παραγωγή σαπουνιού και γλυκερίνης: αριθμός ~ης. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) αλλοίωση πτώματος που έχει ενταφιαστεί σε υγρό αργιλώδες έδαφος, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της αποσύνθεσής του. Βλ. μουμιοποίηση, ταρίχευση, -ποίηση. [< γαλλ. saponification] | |
| 45036 | σαπωνοποιία | σα-πω-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) & σαπουνοποιία (επίσ.): παραγωγή σαπουνιών· συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή εταιρεία: ~ και αρωματοποιία.|| Η ~ του ... (= το σαπωνοποιείο). [< γαλλ. savonnerie] | |
| 45037 | σαπωνώδης | , ης, ες σα-πω-νώ-δης επίθ. (επιστ.): που περιέχει σαπούνι ή μοιάζει με αυτό ως προς την όψη ή την υφή: ~ες: νερό (πβ. σαπουνόνερο).|| ~ης: αφρός. Πβ. σαπωνοειδής. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. savonneux] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ