| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45027 | σαπροφυτικός | , ή, ό σα-προ-φυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στα σαπρόφυτα: ~ός: οργανισμός. ~οί: μύκητες. Βλ. παρασιτικός. ● επίρρ.: σαπροφυτικά [< γαλλ. saprophyte, αγγλ. saprophytic] | |
| 45028 | σάπφειρος | σάπ-φει-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΟΡΥΚΤ. ζαφείρι. [< μτγν. σάπφειρος, γαλλ. saphir , αγγλ. sapphire] | |
| 45029 | σαπφικός | , ή, ό σαπ-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην ποιήτρια Σαπφώ: (ΜΕΤΡ.) ~ή: στροφή. ● ΣΥΜΠΛ.: σαπφικός έρωτας: λεσβιακός έρωτας. [< μτγν. Σαπφικός, γαλλ. saphique, αγγλ. Sapphic] | |
| 45030 | σαπφισμός | σαπ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): γυναικεία ομοφυλοφιλία, λεσβιασμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. saphisme, αγγλ. sapphism] | |
| 45031 | σαπωναρία | σα-πω-να-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος πολυετών δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Saponaria) με μικρά λευκά ή ρόδινα άνθη σε ταξιανθίες. ΣΥΝ. σαπουνόχορτο [< νεολατ. saponaria, γαλλ. saponaire] | |
| 45032 | σαπωνίνες | σα-πω-νί-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΙΟΧ. γλυκοζίτες που περιέχονται συνήθ. στη σαπωναρία και όταν διαλυθούν σε νερό, σχηματίζουν αφρό. [< γαλλ.-αγγλ. saponines] | |
| 45033 | σαπωνοειδής | , ής, ές σα-πω-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που η υφή του θυμίζει διάλυμα σαπουνιού. Πβ. σαπωνώδης. Βλ. -ειδής. | |
| 45034 | σαπωνοποιείο | [σαπωνοποιεῖο] σα-πω-νο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργοστάσιο παρασκευής σαπουνιού: παραδοσιακό ~. Βλ. -ποιείο. [< γαλλ. savonnerie] | |
| 45035 | σαπωνοποίηση | σα-πω-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαπουνοποίηση 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αλκαλική υδρόλυση λιπών και ελαίων για την παραγωγή σαπουνιού και γλυκερίνης: αριθμός ~ης. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) αλλοίωση πτώματος που έχει ενταφιαστεί σε υγρό αργιλώδες έδαφος, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της αποσύνθεσής του. Βλ. μουμιοποίηση, ταρίχευση, -ποίηση. [< γαλλ. saponification] | |
| 45036 | σαπωνοποιία | σα-πω-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) & σαπουνοποιία (επίσ.): παραγωγή σαπουνιών· συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή εταιρεία: ~ και αρωματοποιία.|| Η ~ του ... (= το σαπωνοποιείο). [< γαλλ. savonnerie] | |
| 45037 | σαπωνώδης | , ης, ες σα-πω-νώ-δης επίθ. (επιστ.): που περιέχει σαπούνι ή μοιάζει με αυτό ως προς την όψη ή την υφή: ~ες: νερό (πβ. σαπουνόνερο).|| ~ης: αφρός. Πβ. σαπωνοειδής. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. savonneux] | |
| 45038 | σάρα | σά-ρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) (μειωτ.): για πλήθος, συρφετό ανθρώπων: Στο πάρτι μαζεύτηκε ~ ~. | |
| 45039 | σαραβαλάκι | σα-ρα-βα-λά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό και παλιό αυτοκίνητο που έχει σχεδόν αχρηστευτεί: μεταχειρισμένο ~. Βλ. σακαράκα. | |
| 45040 | σαραβαλιάζω | σα-ρα-βα-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σαραβάλια-σα, -στηκε, -στεί, -σμένος} (προφ.) 1. καταστρέφω, ξεχαρβαλώνω, συνήθ. όχημα: Θα μου το ~σεις το αμάξι στον χωματόδρομο!|| Το ποδήλατο έχει ~σει/~στεί και δεν τραβάει. ~σμένα: έπιπλα/λεωφορεία. Πβ. αχρηστεύω. 2. (μτφ.) για άνθρωπο που δεν είναι καλά στην υγεία του λόγω ασθένειας ή γηρατειών: Πάει, ~σα! | |
| 45041 | σαραβάλιασμα | σα-ρα-βά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαραβαλιάζω: το ~ των αυτοκινήτων. Πβ. ξεχαρβάλωμα. | |
| 45042 | σαράβαλο | σα-ρά-βα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αντικείμενο, συνήθ. όχημα, μηχάνημα, που έχει υποστεί μεγάλη φθορά λόγω χρήσης ή πολυκαιρίας: άχρηστα/παρατημένα ~α (: για αυτοκίνητα). Λεωφορεία/πλοία-~α. Οδηγεί ένα ~. Πβ. καβουρδιστήρι, μπακατέλα, σακαράκα. 2. (μτφ.) άνθρωπος εξασθενημένος από ασθένεια ή γηρατειά: Είμαι σκέτο ~. Πβ. ερείπιο, χούφταλο. [< 1: μτγν. σαράγαρον ‘είδος άμαξας’] | |
| 45043 | σαραγλί | σα-ρα-γλί ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό του ταψιού από φύλλα ζύμης, τα οποία τυλίγονται σε ρολό, πασπαλίζονται με τριμμένα καρύδια, κανέλα και άλλα αρωματικά, ψήνονται και στη συνέχεια περιχύνονται με σιρόπι. ● Υποκ.: σαραγλάκι (το) [< τουρκ. (διαλεκτ.) sarağlι] | |
| 45044 | σαράι | σα-ρά-ι ουσ. (ουδ.) {σαραγιού} & σεράι: (στην οθωμανική αυτοκρατορία) παλάτι: το ~ του πασά/σουλτάνου. [< μεσν. σαράι, τουρκ. saray] | |
| 45045 | σάρακας | σά-ρα-κας ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λαϊκό) 1. ΖΩΟΛ. σαράκι. 2. πριόνι. [< 1: μεσν. σάρακας < μτγν. σάραξ 2: ιταλ. saracco] | |
| 45046 | σαρακατσάνικος | , η, ο σα-ρα-κα-τσά-νι-κος επίθ. 1. που σχετίζεται με τους Σαρακατσάνους: (ΛΑΟΓΡ.) ~ος: γάμος. ~η: φορεσιά. ~ες: στάνες. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~η: στριφτόπιτα. ● Ουσ.: Σαρακατσάνικα (τα): η γλώσσα των Σαρακατσάνων ή Σαρακατσαναίων. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ