Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45580-45600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45018σαπουνόνεροσα-που-νό-νε-ρο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): νερό με διαλυμένο σαπούνι: Γλίστρησε στα ~α. Πβ. σαπουνάδα. Βλ. -νερο.
45019σαπουνόπερασα-που-νό-πε-ρα ουσ. (θηλ.): τηλεοπτική (και παλαιότ. ραδιοφωνική) σειρά που μεταδίδεται καθημερινά σε συνέχειες και χαρακτηρίζεται από αισθηματικότητα και μελοδραματικά στοιχεία: αμερικάνικη/σαχλή/φτηνή ~. Δημοφιλείς/λατινοαμερικάνικες ~ες.|| (αρνητ. συνυποδ.) Στην εποχή της ~ας και των τηλεπαιχνιδιών. Με αισθητική ~ας. Πβ. τηλενουβέλα. Βλ. σίριαλ. [< αμερικ. soap opera, 1938, γαλλ. soap-opéra, 1981]
45020σαπουνοποιίαβλ. σαπωνοποιία
45021σαπουνόφουσκασα-που-νό-φου-σκα ουσ. (θηλ.) 1. φούσκα που σχηματίζεται σε σαπουνάδα: πολύχρωμες ~ες. Βλ. μπουρμπουλήθρα, φυσαλίδα. 2. (μτφ.) για κάτι που διαψεύδει τις προσδοκίες ή αποδεικνύεται απατηλό, ψευδές: Το όλο σχέδιο αποδείχθηκε τελικά μία εντυπωσιακή ~.|| Διαφημιστική/επικοινωνιακή/χρηματιστηριακή ~. Πβ. φιάσκο, φούσκα.σαπουνόφουσκες (οι) (μτφ.-προφ.): (σπάν.) αερολογίες, σαχλαμάρες: Άσε τις ~. Πβ. ανοησία, κενολογία, μπούρδα, μπουρμπουλήθρες, πομφόλυγες, φληναφήματα. [< γαλλ. bulle de savon]
45022σαπουνόχορτοσα-που-νό-χορ-το ουσ. (ουδ.) (κοινό): ΒΟΤ. σαπωναρία.
45023σαπρός, ή, ό σα-πρός επίθ. (λόγ.): σάπιος. [< αρχ. σαπρός]
45024σαπροφάγασα-προ-φά-γα επίθ./ουσ. (τα) {σπανιότ. στον εν. σαπροφάγο}: ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. οργανισμοί που τρέφονται με ουσίες οι οποίες βρίσκονται σε αποσύνθεση: ~α: βακτήρια/έντομα.|| (ως ουσ.) Τα ~ καταναλώνουν νεκρή φυτική ύλη. [< γαλλ. saprophage, αγγλ. saprophagous]
45025σαπρόφιλασα-πρό-φι-λα επίθ./ουσ. (τα): ΒΙΟΛ. οργανισμοί που ζουν μέσα σε οργανικές ουσίες οι οποίες έχουν αποσυντεθεί. [< αγγλ. saprophiles, γαλλ. ~, 1972]
45026σαπρόφυτασα-πρό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ύτων | σπανιότ. στον εν.} 1. ΒΙΟΛ. μικροοργανισμοί οι οποίοι αντλούν τις ουσίες που τους είναι απαραίτητες από νεκρή οργανική ύλη: ~ που διευκολύνουν την πέψη (: ανήκουν στη χλωρίδα του εντέρου). Βλ. αποικοδομητής, μύκητας, παράσιτο.|| (ως επίθ.) ~α: βακτηρίδια/μικρόβια. Βλ. -φυτο. 2. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) παράσιτα: κομματικά ~. [< γαλλ.-αγγλ. saprophytes]
45027σαπροφυτικός, ή, ό σα-προ-φυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στα σαπρόφυτα: ~ός: οργανισμός. ~οί: μύκητες. Βλ. παρασιτικός. ● επίρρ.: σαπροφυτικά [< γαλλ. saprophyte, αγγλ. saprophytic]
45028σάπφειροςσάπ-φει-ρος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): ΟΡΥΚΤ. ζαφείρι. [< μτγν. σάπφειρος, γαλλ. saphir , αγγλ. sapphire]
45029σαπφικός, ή, ό σαπ-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην ποιήτρια Σαπφώ: (ΜΕΤΡ.) ~ή: στροφή. ● ΣΥΜΠΛ.: σαπφικός έρωτας: λεσβιακός έρωτας. [< μτγν. Σαπφικός, γαλλ. saphique, αγγλ. Sapphic]
45030σαπφισμόςσαπ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): γυναικεία ομοφυλοφιλία, λεσβιασμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. saphisme, αγγλ. sapphism]
45031σαπωναρίασα-πω-να-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος πολυετών δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Saponaria) με μικρά λευκά ή ρόδινα άνθη σε ταξιανθίες. ΣΥΝ. σαπουνόχορτο [< νεολατ. saponaria, γαλλ. saponaire]
45032σαπωνίνεςσα-πω-νί-νες ουσ. (θηλ.) (οι): ΒΙΟΧ. γλυκοζίτες που περιέχονται συνήθ. στη σαπωναρία και όταν διαλυθούν σε νερό, σχηματίζουν αφρό. [< γαλλ.-αγγλ. saponines]
45033σαπωνοειδής, ής, ές σα-πω-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που η υφή του θυμίζει διάλυμα σαπουνιού. Πβ. σαπωνώδης. Βλ. -ειδής.
45034σαπωνοποιείο[σαπωνοποιεῖο] σα-πω-νο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργοστάσιο παρασκευής σαπουνιού: παραδοσιακό ~. Βλ. -ποιείο. [< γαλλ. savonnerie]
45035σαπωνοποίησησα-πω-νο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαπουνοποίηση 1. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. αλκαλική υδρόλυση λιπών και ελαίων για την παραγωγή σαπουνιού και γλυκερίνης: αριθμός ~ης. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) αλλοίωση πτώματος που έχει ενταφιαστεί σε υγρό αργιλώδες έδαφος, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της αποσύνθεσής του. Βλ. μουμιοποίηση, ταρίχευση, -ποίηση. [< γαλλ. saponification]
45036σαπωνοποιίασα-πω-νο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) & σαπουνοποιία (επίσ.): παραγωγή σαπουνιών· συνεκδ. η αντίστοιχη βιομηχανία ή εταιρεία: ~ και αρωματοποιία.|| Η ~ του ... (= το σαπωνοποιείο). [< γαλλ. savonnerie]
45037σαπωνώδης, ης, ες σα-πω-νώ-δης επίθ. (επιστ.): που περιέχει σαπούνι ή μοιάζει με αυτό ως προς την όψη ή την υφή: ~ες: νερό (πβ. σαπουνόνερο).|| ~ης: αφρός. Πβ. σαπωνοειδής. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. savonneux]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.