| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45046 | σαρακατσάνικος | , η, ο σα-ρα-κα-τσά-νι-κος επίθ. 1. που σχετίζεται με τους Σαρακατσάνους: (ΛΑΟΓΡ.) ~ος: γάμος. ~η: φορεσιά. ~ες: στάνες. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~η: στριφτόπιτα. ● Ουσ.: Σαρακατσάνικα (τα): η γλώσσα των Σαρακατσάνων ή Σαρακατσαναίων. | |
| 45047 | Σαρακηνοί | Σα-ρα-κη-νοί επίθ./ουσ. (οι): ΙΣΤ. αραβικό νομαδικό φύλο και γενικότ. μεσαιωνική ονομασία των μουσουλμάνων Αράβων. Βλ. πειρατής. [< μτγν. Σαρακηνός < αραβ. sarqī] | |
| 45048 | σαράκι | σα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. ομάδα εντόμων που τρέφονται με ξύλο, καταστρέφοντάς το: κοινό ~ (επιστ. ονομασ. Anobium punctatum). ~ που ροκανίζει τα έπιπλα. Η πόρτα έχει πιάσει ~. Βλ. κυάνωση. ΣΥΝ. σάρακας (1) 2. (μτφ.) καημός, θλίψη ή γενικότ. επίμονο συναίσθημα που προκαλεί σταδιακά ψυχική φθορά: κρυφό/ύπουλο ~. Τον (κατ)έτρωγε το ~ της αμφιβολίας. Έχει μέσα του το ~ της πολιτικής. Το ~ της ζήλιας είχε φωλιάσει στην καρδιά του. ~ που τρώει τα σωθικά/την ψυχή. Πβ. μαράζι, σκουλήκι. Βλ. μεράκι. 3. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί σταδιακή φθορά, υπονόμευση: η σκανδαλολογία, ~ της πολιτικής ζωής. [< μεσν. *σαράκιον < μτγν. σάραξ] | |
| 45049 | Σαρακοστή | Σα-ρα-κο-στή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Τεσσαρακοστή: ΕΚΚΛΗΣ. περίοδος νηστείας πριν από τα Χριστούγεννα, διάρκειας σαράντα ημερών και γενικότ. κάθε διάστημα νηστείας: μικρή ~. (ως ευχή) Καλή ~! Άρχισε η/μπήκαμε στη ~.|| (σπάν.) Η ~ του Δεκαπενταύγουστου. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Σαρακοστή & Σαρακοστή: περίοδος νηστείας πριν από τα Πάσχα, διάρκειας επτά περ. εβδομάδων (σαράντα οκτώ ημερών), που αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο. Βλ. τριώδιο. ● ΦΡ.: λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; βλ. Μάρτης [< μτγν. σαρακοστή] | |
| 45050 | σαρακοστιανός | , ή, ό σα-ρα-κο-στια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σαρακοστή: ~ή: νηστεία. ~ό: γεύμα. ~ές: συνταγές. ~ά: γλυκά. Το ~ό τραπέζι. Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: σαρακοστιανά (τα): νηστίσιμα φαγητά ή τρόφιμα που καταναλώνονται τη Σαρακοστή ή γενικότ. σε κάθε περίοδο νηστείας: οι λαγάνες και τα ~. Βλ. αρτύσιμος. | |
| 45051 | σαρακοστιάτικα | σα-ρα-κο-στιά-τι-κα επίρρ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. | |
| 45052 | σαρακοφαγωμένος | , η, ο σα-ρα-κο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): (για ξύλινο αντικείμενο) που έχει καταστραφεί από το σαράκι: ~η: πόρτα. ~α: έπιπλα. | |
| 45053 | σαράντα | σα-ρά-ντα αριθμητ. απόλ. & (λόγ.) τεσσαράκοντα 1. ο αριθμός 40, σύνολο 40 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν πέντε. ~ τοις εκατό (40%). ~ μηνών/χρονών.|| (ως επίθ.) ~ αβγά/ευρώ/χιλιάδες/ώρες. Στις εννέα και ~ (ενν. λεπτά). 2. τεσσαρακοστός: κεφάλαιο ~. Στη σελίδα ~. ● Ουσ.: σαράντα (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 40, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: Tο ~ διαιρείται ακριβώς με το δέκα.|| Στο ~ δωμάτιο. 2. το 1940, κυρ. ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και κατ' επέκτ. η Κατοχή: Γεννήθηκε το ~.|| Πολέμησε το ~. Το έπος/το OXI του ~. 3. (+ τα/στα) η ηλικία των σαράντα περίπου ετών: Έκλεισε/κοντεύει/πλησιάζει τα ~. Μπήκε στα ~ (= σαραντάρισε). Μετά τα ~. 4. (τα) (οικ.) η συμπλήρωση σαράντα ημερών από τον θάνατο κάποιου και το σχετικό μνημόσυνο: Του έχουν κάνει τα ~. Βλ. σαρανταήμερο. ● ΦΡ.: καλά σαράντα! (προφ.): ως ευχή σε λεχώνα να σαραντίσει χωρίς προβλήματα ή ειρων. για καθυστέρηση, αναβολή., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, σαράντα χρόνια φούρναρης βλ. φούρναρης [< μεσν. σαράντα < αρχ. τεσσαράκοντα] | |
| 45054 | σαρανταήμερο | σα-ρα-ντα-ή-με-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου} & (σπάν.) σαραντάμερο : χρονική περίοδος σαράντα ημερών, κυρ. η Σαρακοστή των Χριστουγέννων: (ΕΚΚΛΗΣ.) η νηστεία του ~ου.|| (ως επίθ.) ~ μνημόσυνο (: που τελείται σαράντα μέρες μετά τον θάνατο κάποιου). [< μεσν. σαρανταήμερο] | |
| 45055 | σαρανταλείτουργο | σα-ρα-ντα-λεί-τουρ-γο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Σ): ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση Θείας Λειτουργίας, επί σαράντα συνεχόμενες ημέρες, για τη μνημόνευση ονόματος νεκρού: ιερό ~. [< μεσν. σαρανταλείτουργο] | |
| 45056 | σαρανταπεντάρι | σα-ρα-ντα-πε-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. πιστόλι με διαμέτρημα σαράντα πέντε χιλιοστών: Πυροβολήθηκε με ~. 2. ΜΟΥΣ. (παλαιότ.) δίσκος σαράντα πέντε στροφών. [< 1: αμερικ. forty-five 2: αγγλ. ~, 1950] | |
| 45057 | σαρανταποδαρούσα | σα-ρα-ντα-πο-δα-ρού-σα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. σκουλήκι (επιστ. ονομασ. Scolopendra) με ευκίνητο, στενόμακρο και ευλύγιστο σώμα και είκοσι ένα ζεύγη ποδιών, που εκκρίνει δηλητήριο: τσίμπημα ~ας. ΣΥΝ. σκολόπεντρα | |
| 45058 | σαραντάρης, σαραντάρα | σα-ρα-ντά-ρης επίθ./ουσ. {σαραντάρ-ηδες}: πρόσωπο ηλικίας σαράντα περ. ετών: γοητευτικός ~. Η γενιά των ~ηδων.|| (ως επίθ.) ~ηδες: πολιτικοί. ~ες: μητέρες (= σαραντάχρονες). Πβ. τεσσαρακονταετής. ● Ουσ.: σαραντάρα (η) (προφ.) 1. χρηματικό ποσό σαράντα ή σαράντα χιλιάδων μονάδων: μια ~ ευρώ. Πβ. σαραντάρι. 2. λάμπα με ισχύ σαράντα βατ. | |
| 45059 | σαραντάρι | σα-ρα-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον πληθ.} (προφ.): σύνολο σαράντα όμοιων μονάδων: Πλήρωσε ένα ~ (ενν. ευρώ· πβ. σαραντάρα). Ο υδράργυρος ξεπέρασε το ~ (: τους σαράντα βαθμούς Κελσίου). | |
| 45060 | σαρανταριά | βλ. -αριά1 | |
| 45061 | σαρανταρίζω | σα-ρα-ντα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σαραντάρισα} (προφ.): γίνομαι σαράντα ετών, κλείνω τα σαράντα. | |
| 45062 | σαραντάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 45063 | σαραντίζω | σα-ρα-ντί-ζω ρ. (αμτβ.) {σαράντι-σα}: (για λεχώνα) συμπληρώνω σαράντα ημέρες μετά τον τοκετό ή (για βρέφος) μετά τη γέννηση. || (κατ' επέκτ., για νεκρό) Ακόμα δεν ~σε ο μακαρίτης και ... [< μεσν. σαραντίζω] | |
| 45064 | σαράντισμα | σα-ρά-ντι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (για λεχώνα ή βρέφος) συμπλήρωση σαράντα ημερών από τον τοκετό. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (προφ.) σαραντισμός. | |
| 45065 | σαραντισμός | σα-ρα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. τελετή κατά την οποία η μητέρα και το βρέφος, σαράντα μέρες μετά τον τοκετό, λαμβάνουν ευχή από τον ιερέα μέσα στον ναό: η ακολουθία του ~ού. Μισός ~ (: που γίνεται στις είκοσι μέρες). Βλ. -ισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ