Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58825 εγγραφές  [45600-45620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45038σάρασά-ρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: η σάρα (και) η μάρα (και το κακό συναπάντημα) (μειωτ.): για πλήθος, συρφετό ανθρώπων: Στο πάρτι μαζεύτηκε ~ ~.
45039σαραβαλάκισα-ρα-βα-λά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): μικρό και παλιό αυτοκίνητο που έχει σχεδόν αχρηστευτεί: μεταχειρισμένο ~. Βλ. σακαράκα.
45040σαραβαλιάζωσα-ρα-βα-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σαραβάλια-σα, -στηκε, -στεί, -σμένος} (προφ.) 1. καταστρέφω, ξεχαρβαλώνω, συνήθ. όχημα: Θα μου το ~σεις το αμάξι στον χωματόδρομο!|| Το ποδήλατο έχει ~σει/~στεί και δεν τραβάει. ~σμένα: έπιπλα/λεωφορεία. Πβ. αχρηστεύω. 2. (μτφ.) για άνθρωπο που δεν είναι καλά στην υγεία του λόγω ασθένειας ή γηρατειών: Πάει, ~σα!
45041σαραβάλιασμασα-ρα-βά-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαραβαλιάζω: το ~ των αυτοκινήτων. Πβ. ξεχαρβάλωμα.
45042σαράβαλοσα-ρά-βα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αντικείμενο, συνήθ. όχημα, μηχάνημα, που έχει υποστεί μεγάλη φθορά λόγω χρήσης ή πολυκαιρίας: άχρηστα/παρατημένα ~α (: για αυτοκίνητα). Λεωφορεία/πλοία-~α. Οδηγεί ένα ~. Πβ. καβουρδιστήρι, μπακατέλα, σακαράκα. 2. (μτφ.) άνθρωπος εξασθενημένος από ασθένεια ή γηρατειά: Είμαι σκέτο ~. Πβ. ερείπιο, χούφταλο. [< 1: μτγν. σαράγαρον ‘είδος άμαξας’]
45043σαραγλίσα-ρα-γλί ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό του ταψιού από φύλλα ζύμης, τα οποία τυλίγονται σε ρολό, πασπαλίζονται με τριμμένα καρύδια, κανέλα και άλλα αρωματικά, ψήνονται και στη συνέχεια περιχύνονται με σιρόπι. ● Υποκ.: σαραγλάκι (το) [< τουρκ. (διαλεκτ.) sarağlι]
45044σαράισα-ρά-ι ουσ. (ουδ.) {σαραγιού} & σεράι: (στην οθωμανική αυτοκρατορία) παλάτι: το ~ του πασά/σουλτάνου. [< μεσν. σαράι, τουρκ. saray]
45045σάρακαςσά-ρα-κας ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λαϊκό) 1. ΖΩΟΛ. σαράκι. 2. πριόνι. [< 1: μεσν. σάρακας < μτγν. σάραξ 2: ιταλ. saracco]
45046σαρακατσάνικος, η, ο σα-ρα-κα-τσά-νι-κος επίθ. 1. που σχετίζεται με τους Σαρακατσάνους: (ΛΑΟΓΡ.) ~ος: γάμος. ~η: φορεσιά. ~ες: στάνες. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~η: στριφτόπιτα. ● Ουσ.: Σαρακατσάνικα (τα): η γλώσσα των Σαρακατσάνων ή Σαρακατσαναίων.
45047ΣαρακηνοίΣα-ρα-κη-νοί επίθ./ουσ. (οι): ΙΣΤ. αραβικό νομαδικό φύλο και γενικότ. μεσαιωνική ονομασία των μουσουλμάνων Αράβων. Βλ. πειρατής. [< μτγν. Σαρακηνός < αραβ. sarqī]
45048σαράκισα-ρά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. ομάδα εντόμων που τρέφονται με ξύλο, καταστρέφοντάς το: κοινό ~ (επιστ. ονομασ. Anobium punctatum). ~ που ροκανίζει τα έπιπλα. Η πόρτα έχει πιάσει ~. Βλ. κυάνωση. ΣΥΝ. σάρακας (1) 2. (μτφ.) καημός, θλίψη ή γενικότ. επίμονο συναίσθημα που προκαλεί σταδιακά ψυχική φθορά: κρυφό/ύπουλο ~. Τον (κατ)έτρωγε το ~ της αμφιβολίας. Έχει μέσα του το ~ της πολιτικής. Το ~ της ζήλιας είχε φωλιάσει στην καρδιά του. ~ που τρώει τα σωθικά/την ψυχή. Πβ. μαράζι, σκουλήκι. Βλ. μεράκι. 3. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί σταδιακή φθορά, υπονόμευση: η σκανδαλολογία, ~ της πολιτικής ζωής. [< μεσν. *σαράκιον < μτγν. σάραξ]
45049ΣαρακοστήΣα-ρα-κο-στή ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) Τεσσαρακοστή: ΕΚΚΛΗΣ. περίοδος νηστείας πριν από τα Χριστούγεννα, διάρκειας σαράντα ημερών και γενικότ. κάθε διάστημα νηστείας: μικρή ~. (ως ευχή) Καλή ~! Άρχισε η/μπήκαμε στη ~.|| (σπάν.) Η ~ του Δεκαπενταύγουστου. ● ΣΥΜΠΛ.: Μεγάλη Σαρακοστή & Σαρακοστή: περίοδος νηστείας πριν από τα Πάσχα, διάρκειας επτά περ. εβδομάδων (σαράντα οκτώ ημερών), που αρχίζει την Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο. Βλ. τριώδιο. ● ΦΡ.: λείπει ο Μάρτης απ' τη Σαρακοστή; βλ. Μάρτης [< μτγν. σαρακοστή]
45050σαρακοστιανός, ή, ό σα-ρα-κο-στια-νός επίθ.: που σχετίζεται με τη Σαρακοστή: ~ή: νηστεία. ~ό: γεύμα. ~ές: συνταγές. ~ά: γλυκά. Το ~ό τραπέζι. Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: σαρακοστιανά (τα): νηστίσιμα φαγητά ή τρόφιμα που καταναλώνονται τη Σαρακοστή ή γενικότ. σε κάθε περίοδο νηστείας: οι λαγάνες και τα ~. Βλ. αρτύσιμος.
45051σαρακοστιάτικασα-ρα-κο-στιά-τι-κα επίρρ. (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής.
45052σαρακοφαγωμένος, η, ο σα-ρα-κο-φα-γω-μέ-νος επίθ. (προφ.): (για ξύλινο αντικείμενο) που έχει καταστραφεί από το σαράκι: ~η: πόρτα. ~α: έπιπλα.
45053σαράντασα-ρά-ντα αριθμητ. απόλ. & (λόγ.) τεσσαράκοντα 1. ο αριθμός 40, σύνολο 40 μονάδων: ~ διά/επί/πλην/συν πέντε. ~ τοις εκατό (40%). ~ μηνών/χρονών.|| (ως επίθ.) ~ αβγά/ευρώ/χιλιάδες/ώρες. Στις εννέα και ~ (ενν. λεπτά). 2. τεσσαρακοστός: κεφάλαιο ~. Στη σελίδα ~. ● Ουσ.: σαράντα (το) 1. ο ακέραιος αριθμός 40, το σύμβολό του και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό του: Tο ~ διαιρείται ακριβώς με το δέκα.|| Στο ~ δωμάτιο. 2. το 1940, κυρ. ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και κατ' επέκτ. η Κατοχή: Γεννήθηκε το ~.|| Πολέμησε το ~. Το έπος/το OXI του ~. 3. (+ τα/στα) η ηλικία των σαράντα περίπου ετών: Έκλεισε/κοντεύει/πλησιάζει τα ~. Μπήκε στα ~ (= σαραντάρισε). Μετά τα ~. 4. (τα) (οικ.) η συμπλήρωση σαράντα ημερών από τον θάνατο κάποιου και το σχετικό μνημόσυνο: Του έχουν κάνει τα ~. Βλ. σαρανταήμερο. ● ΦΡ.: καλά σαράντα! (προφ.): ως ευχή σε λεχώνα να σαραντίσει χωρίς προβλήματα ή ειρων. για καθυστέρηση, αναβολή., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος, περνώ από σαράντα/χίλια κύματα βλ. κύμα, σαράντα χρόνια φούρναρης βλ. φούρναρης [< μεσν. σαράντα < αρχ. τεσσαράκοντα]
45054σαρανταήμεροσα-ρα-ντα-ή-με-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έρου} & (σπάν.) σαραντάμερο : χρονική περίοδος σαράντα ημερών, κυρ. η Σαρακοστή των Χριστουγέννων: (ΕΚΚΛΗΣ.) η νηστεία του ~ου.|| (ως επίθ.) ~ μνημόσυνο (: που τελείται σαράντα μέρες μετά τον θάνατο κάποιου). [< μεσν. σαρανταήμερο]
45055σαρανταλείτουργοσα-ρα-ντα-λεί-τουρ-γο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Σ): ΕΚΚΛΗΣ. τέλεση Θείας Λειτουργίας, επί σαράντα συνεχόμενες ημέρες, για τη μνημόνευση ονόματος νεκρού: ιερό ~. [< μεσν. σαρανταλείτουργο]
45056σαρανταπεντάρισα-ρα-ντα-πε-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. πιστόλι με διαμέτρημα σαράντα πέντε χιλιοστών: Πυροβολήθηκε με ~. 2. ΜΟΥΣ. (παλαιότ.) δίσκος σαράντα πέντε στροφών. [< 1: αμερικ. forty-five 2: αγγλ. ~, 1950]
45057σαρανταποδαρούσασα-ρα-ντα-πο-δα-ρού-σα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. σκουλήκι (επιστ. ονομασ. Scolopendra) με ευκίνητο, στενόμακρο και ευλύγιστο σώμα και είκοσι ένα ζεύγη ποδιών, που εκκρίνει δηλητήριο: τσίμπημα ~ας. ΣΥΝ. σκολόπεντρα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.