Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [45620-45640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
45067σαρδάμσαρ-δάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μπέρδεμα λέξεων ή φθόγγων και συλλαβών στον προφορικό λόγο: επικό/ξεκαρδιστικό ~. Κάνει απανωτά ~. Βλ. αναγραμματισμός, μαργαριτάρι, παραφασία. [< ανθρ. Αχιλλέας Μαδράς, με ανάγνωση του επωνύμου από τα δεξιά προς τα αριστερά. Βλ. καρκινική λέξη.]
45068σαρδανάπαλοςσαρ-δα-νά-πα-λος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): άνθρωπος φιλήδονος, με ασύδοτη και άσωτη ζωή. [< αρχ. Σαρδανάπαλ(λ)ος, γαλλ. Sardanapale]
45069σαρδέλασαρ-δέ-λα ουσ. (θηλ.) {σαρδελών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό πελαγικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Sardina pilchardus) με μακρόστενο σώμα, τριγωνικό κεφάλι και γαλαζοπράσινη ράχη, που ζει σε κοπάδια: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστή/τηγανητή. Παστές/φρέσκιες/ψητές ~ες. ~ες με μαϊντανό. ~ες στα κάρβουνα/σε κονσέρβα/στον φούρνο. Πβ. αντσούγια, παπαλίνα. Βλ. αφρόψαρο.|| (προφ.) Στοιβαγμένοι/στριμωγμένοι σαν ~ες. 2. (μτφ.-στρατ. αργκό) σιρίτι, γαλόνι. ● Υποκ.: σαρδελίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: θα σε σκίσω (στα δύο/σαν σαρδέλα) βλ. σκίζω [< μεσν. σαρδέλα < ιταλ. sardella γαλλ. sardine < λατ. sardus ‘Σαρδηνικός’, ‘ψάρι της Σαρδηνίας’]
45070σαρδεληδόνσαρ-δε-λη-δόν επίρρ. (μτφ.-λόγ.): κυρ. για ανθρώπους που στριμώχνονται: στοιβαγμένοι ~. Βλ. -ηδόν.
45071σαρδελοκούτισαρ-δε-λο-κού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. άδειο κουτί κονσέρβας για σαρδέλες. Βλ. -κουτο. 2. (μτφ.) μεταφορικό μέσο ή χώρος όπου στοιβάζεται πολύς κόσμος: λεωφορείο-~.
45072σάρδιοσάρ-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. καστανοκόκκινος ημιπολύτιμος λίθος, ποικιλία του χαλκηδόνιου: σφραγιδόλιθος από ~. [< αρχ. σάρδιον]
45073σαρδόνιος, α, ο σαρ-δό-νι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): σαρκαστικός, χλευαστικός, μοχθηρός: ~α: διάθεση. ~ο: ύφος/χαμόγελο/χιούμορ. ● επίρρ.: σαρδόνια: Χαμογέλασε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σαρδόνιο γέλιο & (λόγ.) σαρδόνιος γέλως 1. που εκφράζει ειρωνεία, σαρκασμό. Πβ. ειρων-, σαταν-ικός. 2. ΙΑΤΡ. μορφασμός που οφείλεται σε σπασμωδική σύσπαση των μυών του προσώπου και αποτελεί σύμπτωμα του τετάνου. [< γαλλ. rire sardonique] [< μτγν. σαρδόνιος]
45074σαρδόνυχαςσαρ-δό-νυ-χας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) σαρδόνυξ: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, όνυχας με διαδοχικά λευκά και πορτοκαλί ή καστανά στρώματα. [< μτγν. σαρδόνυξ]
45075σάρισά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παραδοσιακό ρούχο, που φορούν οι Ινδές, από πολύχρωμο μακρύ ύφασμα, χωρίς ραφές, το οποίο τυλίγεται γύρω από το σώμα. Βλ. κιμονό, μπούρκα, τσαντόρ. [< γαλλ. sari < ινδ. sārī]
45076σαρίασα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Σ): ΘΡΗΣΚ. ο ιερός ισλαμικός νόμος. [< αγγλ. sharia, γαλλ. charia, περ. 1950, αραβ. šari'ah ‘οδός’]
45077σαρίδισα-ρί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό, κυριολ. κ. μτφ.): σκουπίδι. Βλ. -ίδι.
45078σαρίκισα-ρί-κι ουσ. (ουδ.) 1. λεπτό λευκό ύφασμα που περιτυλίγεται στο φέσι μουσουλμάνων, κυρ. αξιωματούχων ή ιερέων. Πβ. τουρμπάνι. 2. κάλυμμα του κεφαλιού το οποίο φορούν οι Ινδοί. 3. ΛΑΟΓΡ. μαύρο κροσσωτό μαντίλι που φορούσαν ως κάλυμμα της κεφαλής οι Κρητικοί και αποτελούσε μέρος της παραδοσιακής ενδυμασίας. ΣΥΝ. κρητικό μαντίλι. [< μεσν. σαρίκι < τουρκ. sarιk]
45079σαρικόπιτασα-ρι-κό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα που μοιάζει με σαρίκι και έχει ως βασικά συστατικά αλεύρι, ξινομυζήθρα, ρακή ή τσίπουρο και μέλι. Βλ. -πιτα.
45080σαρικοφόροςσα-ρι-κο-φό-ρος επίθ./ουσ. (λόγ.): (για άντρα) που φορά σαρίκι. Βλ. -φόρος.
45081σαρίνσα-ρίν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. θανατηφόρο νευροτοξικό αέριο (σύμβ. C4H10FO2P) που χρησιμοποιείται ως χημικό όπλο. Βλ. υπερίτης. [< γερμ. Sarin, 1938, αγγλ. sarin, 1951]
45082σάρισασά-ρι-σα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. μακρύ δόρυ που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες οπλίτες, από ελαφρύ και ευλύγιστο ξύλο κρανιάς, μήκους πέντε έως επτά μέτρων. Βλ. φάλαγγα. [< μτγν. σάρισα, γαλλ. sarisse, αγγλ. sarissa]
45083σάρκασάρ-κα ουσ. (θηλ.) {σαρκών} & (λόγ.) σαρξ 1. μαλακή ουσία του σώματος των ανθρώπων και των ζώων, που συνίσταται κυρ. από μυϊκό και συνδετικό ιστό (σε αντιδιαστολή με τον σκελετό)· ειδικότ. το δέρμα: ανθρώπινη ~. Η ~ του ψαριού. Πβ. κρέας.|| Ροδαλή/σφριγηλή ~. Πλαδαρές ~ες. 2. (μτφ.) η σωματική υπόσταση του ανθρώπου ως έδρα των ενστίκτων, αισθήσεων, ορμών, σε αντίθεση με το πνεύμα και την ψυχή: οι αδυναμίες/οι απολαύσεις/οι επιθυμίες της ~ας. Βλ. σεξουαλικότητα. 3. ΒΟΤ. το χυμώδες μέρος των καρπών, που διαφέρει από τον πυρήνα και τη φλούδα τους: απαλή/εύγευστη/κρουστή ~. Βλ. εντεριώνη, ψίχα. ● ΦΡ.: σάρκα από τη σάρκα μου & (λόγ.) σαρξ εκ της σαρκός μου (ΠΔ) (εμφατ.): για να δηλωθεί στενότατη, φυσική ή πνευματική, σχέση., τρέφεται από τις σάρκες (κάποιου) (κυριολ. κ. κυρ. μτφ.): τον κατασπαράζει: ~ονται ~ του λαού. Βλ. εκμεταλλεύομαι.|| Κοινωνία που ~ ~ της (: αυτοεξοντώνεται)., τρώμε τις σάρκες μας & (σπάν.) (ξε)σκίζουμε τις σάρκες μας (μτφ.): αυτοκαταστρεφόμαστε: ~ ~ με διχασμούς και εμφυλίους.|| Τρώνε/(ξε)σκίζουν ~ τους στα δικαστήρια (: αλληλοσπαράσσονται)., δίνω σάρκα και οστά βλ. οστό, εμπόριο λευκής σαρκός βλ. σαρξ, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, με σάρκα και οστά βλ. οστό [< αρχ. σάρξ, γαλλ. chair]
45084σαρκάζωσαρ-κά-ζω ρ. (μτβ.) {σάρκασα}: ειρωνεύομαι με καυστικότητα, χαιρεκακία ή περιφρόνηση: ~ει την απληστία/τους πάντες και τα πάντα. Πβ. εμ-, περι-παίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω. Βλ. αυτοσαρκάζομαι. [< μτγν. σαρκάζω]
45085σαρκασμόςσαρ-κα-σμός ουσ. (αρσ.): καυστική ειρωνεία, λόγια δηκτικά, πικρόχολα: λεπτός ~. Στηλιτεύει με ~ό φαινόμενα παρακμής και εκφυλισμού. ~οί και κοροϊδίες/ταπεινώσεις. Πβ. εμπαιγμός, σκώμμα, χλευασμός. Βλ. αυτο~. [< μτγν. σαρκασμός, γαλλ. sarcasme, αγγλ. sarcasm]
45086σαρκαστήςσαρ-κα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που σαρκάζει: ανελέητος ~ του μικροαστισμού. Πβ. χλευαστής. Βλ. είρωνας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.