| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45058 | σαραντάρης, σαραντάρα | σα-ρα-ντά-ρης επίθ./ουσ. {σαραντάρ-ηδες}: πρόσωπο ηλικίας σαράντα περ. ετών: γοητευτικός ~. Η γενιά των ~ηδων.|| (ως επίθ.) ~ηδες: πολιτικοί. ~ες: μητέρες (= σαραντάχρονες). Πβ. τεσσαρακονταετής. ● Ουσ.: σαραντάρα (η) (προφ.) 1. χρηματικό ποσό σαράντα ή σαράντα χιλιάδων μονάδων: μια ~ ευρώ. Πβ. σαραντάρι. 2. λάμπα με ισχύ σαράντα βατ. | |
| 45059 | σαραντάρι | σα-ρα-ντά-ρι ουσ. (ουδ.) {σπάν. στον πληθ.} (προφ.): σύνολο σαράντα όμοιων μονάδων: Πλήρωσε ένα ~ (ενν. ευρώ· πβ. σαραντάρα). Ο υδράργυρος ξεπέρασε το ~ (: τους σαράντα βαθμούς Κελσίου). | |
| 45060 | σαρανταριά | βλ. -αριά1 | |
| 45061 | σαρανταρίζω | σα-ρα-ντα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {σαραντάρισα} (προφ.): γίνομαι σαράντα ετών, κλείνω τα σαράντα. | |
| 45062 | σαραντάχρονος | , η, ο βλ. -χρονος | |
| 45063 | σαραντίζω | σα-ρα-ντί-ζω ρ. (αμτβ.) {σαράντι-σα}: (για λεχώνα) συμπληρώνω σαράντα ημέρες μετά τον τοκετό ή (για βρέφος) μετά τη γέννηση. || (κατ' επέκτ., για νεκρό) Ακόμα δεν ~σε ο μακαρίτης και ... [< μεσν. σαραντίζω] | |
| 45064 | σαράντισμα | σα-ρά-ντι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. (για λεχώνα ή βρέφος) συμπλήρωση σαράντα ημερών από τον τοκετό. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (προφ.) σαραντισμός. | |
| 45065 | σαραντισμός | σα-ρα-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. τελετή κατά την οποία η μητέρα και το βρέφος, σαράντα μέρες μετά τον τοκετό, λαμβάνουν ευχή από τον ιερέα μέσα στον ναό: η ακολουθία του ~ού. Μισός ~ (: που γίνεται στις είκοσι μέρες). Βλ. -ισμός. | |
| 45066 | σαργός | σαρ-γός ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Diplodus sargus) με κάθετες σκούρες γραμμές στο ασημί σώμα του και μαύρη κηλίδα στη βάση της ουράς. Βλ. πατόψαρο. ● Υποκ.: σαργουδάκι (το) [< αρχ. σαργός] | |
| 45067 | σαρδάμ | σαρ-δάμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μπέρδεμα λέξεων ή φθόγγων και συλλαβών στον προφορικό λόγο: επικό/ξεκαρδιστικό ~. Κάνει απανωτά ~. Βλ. αναγραμματισμός, μαργαριτάρι, παραφασία. [< ανθρ. Αχιλλέας Μαδράς, με ανάγνωση του επωνύμου από τα δεξιά προς τα αριστερά. Βλ. καρκινική λέξη.] | |
| 45068 | σαρδανάπαλος | σαρ-δα-νά-πα-λος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): άνθρωπος φιλήδονος, με ασύδοτη και άσωτη ζωή. [< αρχ. Σαρδανάπαλ(λ)ος, γαλλ. Sardanapale] | |
| 45069 | σαρδέλα | σαρ-δέ-λα ουσ. (θηλ.) {σαρδελών} 1. ΙΧΘΥΟΛ. μικρό πελαγικό ψάρι (επιστ. ονομασ. Sardina pilchardus) με μακρόστενο σώμα, τριγωνικό κεφάλι και γαλαζοπράσινη ράχη, που ζει σε κοπάδια: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστή/τηγανητή. Παστές/φρέσκιες/ψητές ~ες. ~ες με μαϊντανό. ~ες στα κάρβουνα/σε κονσέρβα/στον φούρνο. Πβ. αντσούγια, παπαλίνα. Βλ. αφρόψαρο.|| (προφ.) Στοιβαγμένοι/στριμωγμένοι σαν ~ες. 2. (μτφ.-στρατ. αργκό) σιρίτι, γαλόνι. ● Υποκ.: σαρδελίτσα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: θα σε σκίσω (στα δύο/σαν σαρδέλα) βλ. σκίζω [< μεσν. σαρδέλα < ιταλ. sardella γαλλ. sardine < λατ. sardus ‘Σαρδηνικός’, ‘ψάρι της Σαρδηνίας’] | |
| 45070 | σαρδεληδόν | σαρ-δε-λη-δόν επίρρ. (μτφ.-λόγ.): κυρ. για ανθρώπους που στριμώχνονται: στοιβαγμένοι ~. Βλ. -ηδόν. | |
| 45071 | σαρδελοκούτι | σαρ-δε-λο-κού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. άδειο κουτί κονσέρβας για σαρδέλες. Βλ. -κουτο. 2. (μτφ.) μεταφορικό μέσο ή χώρος όπου στοιβάζεται πολύς κόσμος: λεωφορείο-~. | |
| 45072 | σάρδιο | σάρ-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΡΥΚΤ. καστανοκόκκινος ημιπολύτιμος λίθος, ποικιλία του χαλκηδόνιου: σφραγιδόλιθος από ~. [< αρχ. σάρδιον] | |
| 45073 | σαρδόνιος | , α, ο σαρ-δό-νι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): σαρκαστικός, χλευαστικός, μοχθηρός: ~α: διάθεση. ~ο: ύφος/χαμόγελο/χιούμορ. ● επίρρ.: σαρδόνια: Χαμογέλασε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σαρδόνιο γέλιο & (λόγ.) σαρδόνιος γέλως 1. που εκφράζει ειρωνεία, σαρκασμό. Πβ. ειρων-, σαταν-ικός. 2. ΙΑΤΡ. μορφασμός που οφείλεται σε σπασμωδική σύσπαση των μυών του προσώπου και αποτελεί σύμπτωμα του τετάνου. [< γαλλ. rire sardonique] [< μτγν. σαρδόνιος] | |
| 45074 | σαρδόνυχας | σαρ-δό-νυ-χας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) σαρδόνυξ: ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, όνυχας με διαδοχικά λευκά και πορτοκαλί ή καστανά στρώματα. [< μτγν. σαρδόνυξ] | |
| 45075 | σάρι | σά-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παραδοσιακό ρούχο, που φορούν οι Ινδές, από πολύχρωμο μακρύ ύφασμα, χωρίς ραφές, το οποίο τυλίγεται γύρω από το σώμα. Βλ. κιμονό, μπούρκα, τσαντόρ. [< γαλλ. sari < ινδ. sārī] | |
| 45076 | σαρία | σα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Σ): ΘΡΗΣΚ. ο ιερός ισλαμικός νόμος. [< αγγλ. sharia, γαλλ. charia, περ. 1950, αραβ. šari'ah ‘οδός’] | |
| 45077 | σαρίδι | σα-ρί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό, κυριολ. κ. μτφ.): σκουπίδι. Βλ. -ίδι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ