| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45086 | σαρκαστής | σαρ-κα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που σαρκάζει: ανελέητος ~ του μικροαστισμού. Πβ. χλευαστής. Βλ. είρωνας. | |
| 45087 | σαρκαστικός | , ή, ό σαρ-κα-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σαρκασμό ή τον σαρκαστή: ~ός: τόνος (ομιλίας). ~ή: απάντηση/διάθεση/ειρωνεία/κριτική/κωμωδία. ~ό: αστείο/γέλιο/ύφος/χαμόγελο (πβ. σαρδόνιο). ~ά: σχόλια. Πβ. κοροϊδευτ-, περιπαικτ-, χλευαστ-ικός. Βλ. αυτο~. ● επίρρ.: σαρκαστικά [< μεσν. σαρκαστικός, γαλλ. sarcastique, αγγλ. sarcastic] | |
| 45088 | σαρκικός | , ή, ό σαρ-κι-κός επίθ. (μτφ.): που αναφέρεται στη σάρκα ως υλική υπόσταση του ανθρώπου και ειδικότ. στις σεξουαλικές του ορμές: ~ός: έρωτας (ΑΝΤ. πλατωνικός)/πόθος. ~ή: ένωση/ηδονή/φύση. ~ό: (ΘΕΟΛ.) φρόνημα. ~οί: πειρασμοί. ~ές: απολαύσεις/επιθυμίες/ορέξεις/σχέσεις. ~ά: πάθη. Πβ. σωματικός. ΑΝΤ. πνευματικός (1) ● επίρρ.: σαρκικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτική/σεξουαλική επαφή βλ. επαφή [< αρχ. σαρκικός, γαλλ. charnel] | |
| 45089 | σάρκινος | , η, ο σάρ-κι-νος επίθ.: που αποτελείται από σάρκα: ~α: σώματα.|| ~ες: επιθυμίες (= σαρκικές). Βλ. -ινος. [< αρχ. σάρκινος] | |
| 45090 | σαρκίο | σαρ-κί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): (κυρ. + γεν. κτητ. αντων.) η σωματική υπόσταση και κατ' επέκτ. η ζωή του ανθρώπου: αδύναμο/εφήμερο/θνητό ~. Ενδιαφέρονται μόνο/τρέμουν για το ~ τους (= τον εαυτούλη τους). Πβ. τομάρι. [< αρχ. σαρκίον ‘σώμα, ανθρώπινη φύση’] | |
| 45091 | σαρκο- & σαρκό- | : α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που αποτελούν επιστημονικούς όρους: (συνήθ. για ζώα) σαρκο-φάγος. Βλ. κρεατο-, χορτο-.|| Σαρκό-πλασμα/~φυτα. | |
| 45092 | σαρκοβόρος | , α, ο σαρ-κο-βό-ρος επίθ. 1. ΖΩΟΛ. (συνήθ. για άγριο ζώο) σαρκοφάγος: ~α: θηρία.|| (ως ουσ.) Τα ~α. ΣΥΝ. αιμοβόρος (2) 2. (σπάν.-μτφ.) άγριος, απάνθρωπος: ~ες: διαθέσεις. Πβ. κανιβαλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: σαρκοφάγα/σαρκοβόρα φυτά βλ. σαρκοφάγος [< μτγν. σαρκοβόρος] | |
| 45093 | σαρκοείδωση | σαρ-κο-εί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συστηματική, φλεγμονώδης νόσος, άγνωστης αιτιολογίας, που χαρακτηρίζεται από κοκκιώματα σε ένα ή περισσότερα όργανα, συνήθ. στους πνεύμονες, τους λεμφαδένες, τα οστά και το δέρμα. [< αγγλ. sarcoidosis, 1936, γαλλ. sarcoïdose, 1939] | |
| 45094 | σαρκόπλασμα | σαρ-κό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. κυτταρόπλασμα που περιβάλλει τις μυϊκές ίνες. Βλ. -πλασμα. [< γαλλ. sarcoplasme, 1904, αγγλ. sarcoplasm] | |
| 45095 | σαρκοπλασματικός | , ή, ό σαρ-κο-πλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στο σαρκόπλασμα: ~ό: δίκτυο. [< γαλλ. sarcoplasmique, αγγλ. sarcoplasmic] | |
| 45096 | σαρκοφαγία | σαρ-κο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ορισμένων ζώων, αλλά και φυτών, να τρέφονται με σάρκα ζώων. Βλ. κρεατοφαγία, -φαγία. ΑΝΤ. φυτοφαγία [< αρχ. σαρκοφαγία] | |
| 45097 | σαρκοφάγος | σαρ-κο-φά-γος ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. μαρμάρινη, πέτρινη, ξύλινη ή πήλινη λάρνακα με ανάγλυφη ή ζωγραφιστή διακόσμηση όπου τοποθετούσαν τους νεκρούς: αρχαία/ρωμαϊκή/χριστιανική ~. Βλ. αρκοσόλιο. 2. συμπαγής κατασκευή που περιβάλλει κατεστραμμένο πυρηνικό αντιδραστήρα, για να περιορίσει τη διαρροή ραδιενέργειας προς το περιβάλλον: τσιμεντένια ~. [< μτγν. σαρκοφάγος 2: αγγλ. sarcophagus, γαλλ. sarcophage] | |
| 45098 | σαρκοφάγος | , ος/α, ο σαρ-κο-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. (για ζώο) που τρέφεται με σάρκες: ~α: θηλαστικά/ψάρια.|| (ως ουσ.) Τα ~α. Βλ. κρεατο-, φυτο-, χορτο-φάγος. ΣΥΝ. σαρκοβόρος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: σαρκοφάγα/σαρκοβόρα φυτά: ΒΟΤ. που συμπληρώνουν τη διατροφή τους, συλλαμβάνοντας και αφομοιώνοντας μικρά ζώα, κυρ. έντομα και σκουλήκια. Βλ. διωναία. [< γαλλ. plantes carnivores] [< αρχ. σαρκοφάγος] | |
| 45099 | σαρκόφυτα | σαρ-κό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σαρκόφυτο}: παχύφυτα. [< γαλλ. (plantes) succulentes] | |
| 45100 | σαρκώδης | , ης, ες σαρ-κώ-δης επίθ. {σαρκώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει πολλή σάρκα, παχύς: ~η: χείλη.|| ~εις: καρποί. ~η: φρούτα (= χυμώδη).|| (ΒΟΤ.) ~ης: βλαστός. ~ης: ρίζα. ~η: φύλλα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. σαρκώδης] | |
| 45101 | σάρκωμα | σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος ο οποίος αναπτύσσεται σε ιστό που προέρχεται από το μεσόδερμα (κυρ. σε μυς, οστά, χόνδρους, αγγεία). Βλ. αγγειο~, λειομυο~, λεμφο~, λιπο~, οστεο~, ραβδομυο~, -ωμα2. [< μτγν. σάρκωμα 'σαρκώδες εξόγκωμα', γαλλ. sarcome, αγγλ. sarcoma] | |
| 45102 | σαρκωματώδης | , ης, ες σαρ-κω-μα-τώ-δης επίθ. {σαρκωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο σάρκωμα: ~η νεοπλασματικά κύτταρα. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. sarcomateux, αγγλ. sarcomatous] | |
| 45103 | σαρκώνω | σαρ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σάρκω-σε, σαρκώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: (σπάν.-μτφ.) δίνω υλική υπόσταση, μορφή σε κάτι: Κατόρθωσε να ~σει το όραμά του. Βλ. αντικειμενικοποιώ, εξωτερικεύω. ΣΥΝ. ενσαρκώνω (2) ● Παθ.: σαρκώθηκε: ΘΕΟΛ. (για τον Χριστό) ενσαρκώθηκε: ο ~μένος Λόγος του Θεού. ΣΥΝ. ενανθρωπίστηκε [< αρχ. σαρκῶ] | |
| 45104 | σάρκωση | σάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαρκώνω, ενσάρκωση: θεία ~. Το μυστήριο της ~ης του Θείου Λόγου/του Θεού/του Χριστού.|| (σπάν.-μτφ.) ~ της αλήθειας. [< μτγν. σάρκωσις] | |
| 45105 | σαρμάδες | σαρ-μά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. σαρμάς}: ΜΑΓΕΙΡ. γιαπράκια. Βλ. λαχανο~, ντολμάδες. ● Υποκ.: σαρμαδάκια (τα) [< τουρκ. sarma] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ