| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45078 | σαρίκι | σα-ρί-κι ουσ. (ουδ.) 1. λεπτό λευκό ύφασμα που περιτυλίγεται στο φέσι μουσουλμάνων, κυρ. αξιωματούχων ή ιερέων. Πβ. τουρμπάνι. 2. κάλυμμα του κεφαλιού το οποίο φορούν οι Ινδοί. 3. ΛΑΟΓΡ. μαύρο κροσσωτό μαντίλι που φορούσαν ως κάλυμμα της κεφαλής οι Κρητικοί και αποτελούσε μέρος της παραδοσιακής ενδυμασίας. ΣΥΝ. κρητικό μαντίλι. [< μεσν. σαρίκι < τουρκ. sarιk] | |
| 45079 | σαρικόπιτα | σα-ρι-κό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. πίτα που μοιάζει με σαρίκι και έχει ως βασικά συστατικά αλεύρι, ξινομυζήθρα, ρακή ή τσίπουρο και μέλι. Βλ. -πιτα. | |
| 45080 | σαρικοφόρος | σα-ρι-κο-φό-ρος επίθ./ουσ. (λόγ.): (για άντρα) που φορά σαρίκι. Βλ. -φόρος. | |
| 45081 | σαρίν | σα-ρίν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. θανατηφόρο νευροτοξικό αέριο (σύμβ. C4H10FO2P) που χρησιμοποιείται ως χημικό όπλο. Βλ. υπερίτης. [< γερμ. Sarin, 1938, αγγλ. sarin, 1951] | |
| 45082 | σάρισα | σά-ρι-σα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. μακρύ δόρυ που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Μακεδόνες οπλίτες, από ελαφρύ και ευλύγιστο ξύλο κρανιάς, μήκους πέντε έως επτά μέτρων. Βλ. φάλαγγα. [< μτγν. σάρισα, γαλλ. sarisse, αγγλ. sarissa] | |
| 45083 | σάρκα | σάρ-κα ουσ. (θηλ.) {σαρκών} & (λόγ.) σαρξ 1. μαλακή ουσία του σώματος των ανθρώπων και των ζώων, που συνίσταται κυρ. από μυϊκό και συνδετικό ιστό (σε αντιδιαστολή με τον σκελετό)· ειδικότ. το δέρμα: ανθρώπινη ~. Η ~ του ψαριού. Πβ. κρέας.|| Ροδαλή/σφριγηλή ~. Πλαδαρές ~ες. 2. (μτφ.) η σωματική υπόσταση του ανθρώπου ως έδρα των ενστίκτων, αισθήσεων, ορμών, σε αντίθεση με το πνεύμα και την ψυχή: οι αδυναμίες/οι απολαύσεις/οι επιθυμίες της ~ας. Βλ. σεξουαλικότητα. 3. ΒΟΤ. το χυμώδες μέρος των καρπών, που διαφέρει από τον πυρήνα και τη φλούδα τους: απαλή/εύγευστη/κρουστή ~. Βλ. εντεριώνη, ψίχα. ● ΦΡ.: σάρκα από τη σάρκα μου & (λόγ.) σαρξ εκ της σαρκός μου (ΠΔ) (εμφατ.): για να δηλωθεί στενότατη, φυσική ή πνευματική, σχέση., τρέφεται από τις σάρκες (κάποιου) (κυριολ. κ. κυρ. μτφ.): τον κατασπαράζει: ~ονται ~ του λαού. Βλ. εκμεταλλεύομαι.|| Κοινωνία που ~ ~ της (: αυτοεξοντώνεται)., τρώμε τις σάρκες μας & (σπάν.) (ξε)σκίζουμε τις σάρκες μας (μτφ.): αυτοκαταστρεφόμαστε: ~ ~ με διχασμούς και εμφυλίους.|| Τρώνε/(ξε)σκίζουν ~ τους στα δικαστήρια (: αλληλοσπαράσσονται)., δίνω σάρκα και οστά βλ. οστό, εμπόριο λευκής σαρκός βλ. σαρξ, λαμβάνει/παίρνει σάρκα και οστά βλ. οστό, με σάρκα και οστά βλ. οστό [< αρχ. σάρξ, γαλλ. chair] | |
| 45084 | σαρκάζω | σαρ-κά-ζω ρ. (μτβ.) {σάρκασα}: ειρωνεύομαι με καυστικότητα, χαιρεκακία ή περιφρόνηση: ~ει την απληστία/τους πάντες και τα πάντα. Πβ. εμ-, περι-παίζω, κοροϊδεύω, χλευάζω. Βλ. αυτοσαρκάζομαι. [< μτγν. σαρκάζω] | |
| 45085 | σαρκασμός | σαρ-κα-σμός ουσ. (αρσ.): καυστική ειρωνεία, λόγια δηκτικά, πικρόχολα: λεπτός ~. Στηλιτεύει με ~ό φαινόμενα παρακμής και εκφυλισμού. ~οί και κοροϊδίες/ταπεινώσεις. Πβ. εμπαιγμός, σκώμμα, χλευασμός. Βλ. αυτο~. [< μτγν. σαρκασμός, γαλλ. sarcasme, αγγλ. sarcasm] | |
| 45086 | σαρκαστής | σαρ-κα-στής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που σαρκάζει: ανελέητος ~ του μικροαστισμού. Πβ. χλευαστής. Βλ. είρωνας. | |
| 45087 | σαρκαστικός | , ή, ό σαρ-κα-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον σαρκασμό ή τον σαρκαστή: ~ός: τόνος (ομιλίας). ~ή: απάντηση/διάθεση/ειρωνεία/κριτική/κωμωδία. ~ό: αστείο/γέλιο/ύφος/χαμόγελο (πβ. σαρδόνιο). ~ά: σχόλια. Πβ. κοροϊδευτ-, περιπαικτ-, χλευαστ-ικός. Βλ. αυτο~. ● επίρρ.: σαρκαστικά [< μεσν. σαρκαστικός, γαλλ. sarcastique, αγγλ. sarcastic] | |
| 45088 | σαρκικός | , ή, ό σαρ-κι-κός επίθ. (μτφ.): που αναφέρεται στη σάρκα ως υλική υπόσταση του ανθρώπου και ειδικότ. στις σεξουαλικές του ορμές: ~ός: έρωτας (ΑΝΤ. πλατωνικός)/πόθος. ~ή: ένωση/ηδονή/φύση. ~ό: (ΘΕΟΛ.) φρόνημα. ~οί: πειρασμοί. ~ές: απολαύσεις/επιθυμίες/ορέξεις/σχέσεις. ~ά: πάθη. Πβ. σωματικός. ΑΝΤ. πνευματικός (1) ● επίρρ.: σαρκικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτική/σεξουαλική επαφή βλ. επαφή [< αρχ. σαρκικός, γαλλ. charnel] | |
| 45089 | σάρκινος | , η, ο σάρ-κι-νος επίθ.: που αποτελείται από σάρκα: ~α: σώματα.|| ~ες: επιθυμίες (= σαρκικές). Βλ. -ινος. [< αρχ. σάρκινος] | |
| 45090 | σαρκίο | σαρ-κί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): (κυρ. + γεν. κτητ. αντων.) η σωματική υπόσταση και κατ' επέκτ. η ζωή του ανθρώπου: αδύναμο/εφήμερο/θνητό ~. Ενδιαφέρονται μόνο/τρέμουν για το ~ τους (= τον εαυτούλη τους). Πβ. τομάρι. [< αρχ. σαρκίον ‘σώμα, ανθρώπινη φύση’] | |
| 45091 | σαρκο- & σαρκό- | : α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που αποτελούν επιστημονικούς όρους: (συνήθ. για ζώα) σαρκο-φάγος. Βλ. κρεατο-, χορτο-.|| Σαρκό-πλασμα/~φυτα. | |
| 45092 | σαρκοβόρος | , α, ο σαρ-κο-βό-ρος επίθ. 1. ΖΩΟΛ. (συνήθ. για άγριο ζώο) σαρκοφάγος: ~α: θηρία.|| (ως ουσ.) Τα ~α. ΣΥΝ. αιμοβόρος (2) 2. (σπάν.-μτφ.) άγριος, απάνθρωπος: ~ες: διαθέσεις. Πβ. κανιβαλικός. ● ΣΥΜΠΛ.: σαρκοφάγα/σαρκοβόρα φυτά βλ. σαρκοφάγος [< μτγν. σαρκοβόρος] | |
| 45093 | σαρκοείδωση | σαρ-κο-εί-δω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. συστηματική, φλεγμονώδης νόσος, άγνωστης αιτιολογίας, που χαρακτηρίζεται από κοκκιώματα σε ένα ή περισσότερα όργανα, συνήθ. στους πνεύμονες, τους λεμφαδένες, τα οστά και το δέρμα. [< αγγλ. sarcoidosis, 1936, γαλλ. sarcoïdose, 1939] | |
| 45094 | σαρκόπλασμα | σαρ-κό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. κυτταρόπλασμα που περιβάλλει τις μυϊκές ίνες. Βλ. -πλασμα. [< γαλλ. sarcoplasme, 1904, αγγλ. sarcoplasm] | |
| 45095 | σαρκοπλασματικός | , ή, ό σαρ-κο-πλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στο σαρκόπλασμα: ~ό: δίκτυο. [< γαλλ. sarcoplasmique, αγγλ. sarcoplasmic] | |
| 45096 | σαρκοφαγία | σαρ-κο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα ορισμένων ζώων, αλλά και φυτών, να τρέφονται με σάρκα ζώων. Βλ. κρεατοφαγία, -φαγία. ΑΝΤ. φυτοφαγία [< αρχ. σαρκοφαγία] | |
| 45097 | σαρκοφάγος | σαρ-κο-φά-γος ουσ. (θηλ.) 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. μαρμάρινη, πέτρινη, ξύλινη ή πήλινη λάρνακα με ανάγλυφη ή ζωγραφιστή διακόσμηση όπου τοποθετούσαν τους νεκρούς: αρχαία/ρωμαϊκή/χριστιανική ~. Βλ. αρκοσόλιο. 2. συμπαγής κατασκευή που περιβάλλει κατεστραμμένο πυρηνικό αντιδραστήρα, για να περιορίσει τη διαρροή ραδιενέργειας προς το περιβάλλον: τσιμεντένια ~. [< μτγν. σαρκοφάγος 2: αγγλ. sarcophagus, γαλλ. sarcophage] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ