| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45109 | σάρπα2 | βλ. σάλπα | |
| 45110 | σάρωθρο | σά-ρω-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώθρου} ΤΕΧΝΟΛ. 1. μηχάνημα καθαρισμού, είδος ηλεκτρικής σκούπας: χειροκίνητο ~. ~ πεζού χειριστή. 2. όχημα με περιστρεφόμενες βούρτσες στο κάτω μέρος για τον καθαρισμό κυρ. των δρόμων: αναρροφητικό/αυτοκινούμενο/μηχανικό ~. Χειριστής ~ώθρου. Απορροφητικά ~α. Βλ. -θρο. [< μεσν. σάρωτρον, αγγλ. (street) sweeper] | |
| 45111 | σάρωμα | σά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {σαρώμ-ατος}: η ενέργεια του σαρώνω: (συνήθ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιχείρηση ~ατος (= σκούπα). ~ της σαπίλας. Ολοκληρωτικό ~ των δικαιωμάτων/κατακτήσεων. Πβ. αφανισμός, καταστροφή.|| (σπανιότ. μτφ.-θετ. συνυποδ.) ~ των τίτλων από μια ομάδα. Πβ. θρίαμβος, κατάκτηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πβ. σάρωση, σκανάρισμα.|| (σπάν.-επίσ.) ~ των οδών/σκουπιδιών. Πβ. σκούπισμα. [< μτγν. σάρωμα ‘σκουπίδια’, αγγλ. sweep] | |
| 45112 | σαρώνω | σα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σάρω-σα, σαρώ-σει, -θηκε, -μένος, σαρών-οντας} 1. παρασύρω κάτι με βιαιότητα, κατά συνέπεια το καταστρέφω ή το καταλύω: Σφοδρή καταιγίδα ~σε την περιοχή. Ο τυφώνας ~σε τα πάντα στο πέρασμά του.|| Η οικονομική κρίση θα ~σει τις εταιρείες. Κύμα ακρίβειας ~ει τα εισοδήματα. Νόμος που επιχειρεί να ~σει τα δικαιώματα/τις κατακτήσεις των εργαζομένων. Πβ. αφανίζω, ρημάζω. 2. (προφ.) κερδίζω τα πάντα, επικρατώ ολοκληρωτικά σε μια αναμέτρηση: ~σε την αγορά/τα βραβεία/τα μετάλλια/τα ταμεία/τους τίτλους. ~σαν στις εκλογές/στις εξετάσεις/στον τελικό. Η εκπομπή ~σε σε θεαματικότητα. Πβ. θριαμβεύω, σκίζω. 3. ΠΛΗΡΟΦ. σκανάρω: Οι φωτογραφίες ~θηκαν. 4. ελέγχω, ερευνώ εξονυχιστικά: Η Αστυνομία ~σε τα μαγαζιά για παράνομα τυχερά παιχνίδια. Πβ. χτενίζω. [< μτγν. σαρῶ 'σκουπίζω' 1,2: γαλλ. balayer, αγγλ. sweep 3: αγγλ. scan] | |
| 45113 | σάρωση | σά-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. σκανάρισμα: ~ βιβλίων/εικόνας/φιλμ. Συσκευή ~ης (= σαρωτής, σκάνερ). 2. ΠΛΗΡΟΦ. συστηματική εξέταση ή αναζήτηση δεδομένων: ~ αρχείων για ιούς. 3. ΤΕΧΝΟΛ. περιοδική διαδικασία ελέγχου φυσικού μεγέθους, μεταβλητής ή κατάστασης σε συνάρτηση με τον χρόνο, τη θέση στον χώρο ή και τα δύο ταυτόχρονα και η αποτύπωση των αποτελεσμάτων σε δισδιάστατο ή τρισδιάστατο γράφημα σε ηλεκτρονική οθόνη· μέθοδος (τηλε)ανίχνευσης με τη βοήθεια δέσμης ηλεκτρονίων: ~ συχνοτήτων/χώρου. Μικροσκόπιο/ραντάρ ηλεκτρονικής ~ης. Ελικοειδής ~ (: για αξονική τομογραφία). [< μτγν. σάρωσις 'σκούπισμα', αγγλ. scan] | |
| 45114 | σαρωτής | σα-ρω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή που μεταφέρει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή εικόνες, κείμενα, σχέδια, μετατρέποντάς τα σε ψηφιακή μορφή, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η αξιοποίησή τους από τον χρήστη (αποθήκευση, επεξεργασία, προώθηση, εκτύπωση): έγχρωμος/επαγγελματικός/ηλεκτρονικός/φορητός/ψηφιακός ~. ~ δικτύου/λέιζερ/χειρός. ~ γραμμωτού κώδικα/εγγράφων/φιλμ/φωτογραφιών. Επίπεδοι ~ές. ~ές δακτυλικών αποτυπωμάτων. ~ές με λογισμικό οπτικής αναγνώρισης. Βλ. αντιγραφικό, περιφερειακή συσκευή/μονάδα. ΣΥΝ. σκάνερ 2. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε ηλεκτρονικό σύστημα σάρωσης, ανίχνευσης: τρισδιάστατος ~. ~ές ασφαλείας/θερμοκρασίας (: σε αεροδρόμια, για ανίχνευση αντικειμένων ή επιβατών που έχουν πυρετό). Πβ. ανιχνευτής.|| (ΙΑΤΡ.) Εικόνες από ιατρικό ~ή (βλ. αξονικός, μαγνητικός τομογράφος). ~ές PET (: για την απεικόνιση του εγκεφάλου). [< μτγν. σαρωτής 'αυτός που σκουπίζει' 1: αμερικ. scanner, 1968, 2: αγγλ. ~, 1927] | |
| 45115 | σαρωτικός | , ή, ό σα-ρω-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που παρασύρει και καταστρέφει τα πάντα: ~ός: ανεμοστρόβιλος. ~ή: έκρηξη/επιδημία/(αντ)επίθεση/θύελλα. ~ό: πέρασμα (του τυφώνα)/πλήγμα. ~ό κύμα ανεργίας/ακρίβειας. Πβ. καταστροφικός. 2. (μτφ.-θετ. συνυποδ.) καταλυτικός, ολοκληρωτικός, απόλυτος: ~ός: ανασχηματισμός. ~ή: αναδιάρθρωση/ανανέωση/επικράτηση/μεταρρύθμιση/νίκη. ~ό: προβάδισμα. ~ές: αλλαγές. ~ά: μέτρα. (για ομάδα) ~ ο ... συνέτριψε τον αντίπαλό του. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που αναφέρεται στη σάρωση: ~ό ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. ● επίρρ.: σαρωτικά [< αγγλ. sweeping] | |
| 45116 | σας | αντων. βλ. εσύ | |
| 45117 | ΣΑΣ | (η): Σχολή Αεροπορίας Στρατού. | |
| 45118 | σασί | σα-σί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. πλαίσιο, σκελετός αυτοκινήτου ή γενικότ. οχήματος και κατ' επέκτ. κάθε συσκευής. Πβ. χωροδικτύωμα. Βλ. αμάξωμα, ζαμφόρ.|| Το ~ του υπολογιστή. [< γαλλ. châssis] | |
| 45119 | σασίμι | σα-σί-μι ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. ιαπωνικό φαγητό από κομμάτια ωμού ψαριού ή (σπανιότ.) θαλασσινών, που σερβίρονται συνήθ. με σάλτσα σόγιας: ~ σολομού/τόνου. Βλ. σούσι. [< γαλλ. sashimi, 1970] | |
| 45120 | σασμάν | σα-σμάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & σαζμάν: ΤΕΧΝΟΛ. κιβώτιο ταχυτήτων αυτοκινήτου: αυτόματο/σειριακό ~. [< γαλλ. changement (de vitesse)] | |
| 45121 | σασπένς | σα-σπένς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (για ταινίες, θεάματα με αβέβαιη έκβαση) αγωνία για την εξέλιξη: κινηματογραφικό ~. Θρίλερ/ματς/φινάλε με ~. Βαρετό δίωρο χωρίς ~. (Η ιστορία) δεν έχει ~. [< αγγλ. suspense, γαλλ. ~, 1951] | |
| 45122 | σαστίζω | σα-στί-ζω ρ. (αμτβ.) {σάστι-σα, -σμένος, σαστίζ-οντας}: ξαφνιάζομαι, τα χάνω: ~σε μόλις τον είδε. Προς στιγμή ~σε. ~σα τόσο πολύ που δεν ήξερα τι να πω. ~ει ο νους. Παρακολουθούσε ~σμένη. Απάντησε ~σμένα. Πβ. βραχυκυκλώνω, κομπλάρω, πελαγ-, ψαρ-ώνω.|| (σπάν. μτβ.) Έμπηξε μια φωνή που τον ~σε. [< μεσν. σαστίζω < τουρκ. şaştιm αόρ. του şaşmak] | |
| 45123 | σαστιμάρα | σα-στι-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) σαστισμάρα (προφ.): ξάφνιασμα, σύγχυση, ταραχή: Έμεινε με το στόμα ανοιχτό από τη ~. Μετά την/μόλις πέρασε η πρώτη ~ και το σοκ ... Μέσα στη ~ μου ξεχάστηκα. | |
| 45124 | σάστισμα | σά-στι-σμα ουσ. (ουδ.): σαστιμάρα: Ξεπέρασαν το αρχικό ~ και ... Ήταν τέτοιο το ~ά μου που ... Πβ. πελάγωμα. | |
| 45125 | ΣΑΤ | (το): Σύστημα Άυλων Τίτλων. | |
| 45126 | σατανάς | [σατανᾶς] σα-τα-νάς ουσ. (αρσ.) {σαταν-άδες} 1. ΘΕΟΛ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Σ) ο διάβολος. ΣΥΝ. άρχοντας του σκότους 2. (μτφ.) άνθρωπος που είναι ή θεωρείται πολύ πονηρός, πανούργος ή ύπουλος: σκέτος/σωστός ~.|| (ειδικότ.-χαϊδευτ., για πολύ ζωηρό παιδί) Μικρός ~. Πβ. διαβολάκι. ● ΦΡ.: πίσω μου σ' έχω σατανά! (συχνά χιουμορ.): αναφώνηση από κάποιον που θέλει να αποφύγει έναν πειρασμό, μια πρόκληση ή μια αμαρτωλή πράξη., ύπαγε οπίσω μου Σατανά (ΚΔ): προκειμένου να αποφύγουμε κάποιον που μας βάζει στον πειρασμό να κάνουμε κάτι που δεν θέλουμε ή δεν επιτρέπεται. [< μτγν. Σατανᾶς, γαλλ.-αγγλ. Satan] | |
| 45127 | σατανικός | , ή, ό σα-τα-νι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πανουργία, μοχθηρότητα: ~ή: σκέψη. ~ό: βλέμμα/γέλιο (πβ. σαρδόνιος)/μυαλό. ~ά: σχέδια (= καταχθόνια, πανούργα, ύπουλα). Πβ. δαιμον-, διαβολ-, εωσφορ-, μεφιστοφελ-ικός. Βλ. αγγελικός. 2. που σχετίζεται με τον σατανά: ~ή: λατρεία. ~ές: τελετές. ~ά: σύμβολα. Πβ. σατανιστικός. ● επίρρ.: σατανικά ● ΣΥΜΠΛ.: διαβολική/σατανική σύμπτωση βλ. σύμπτωση [< μτγν. σατανικός, γαλλ. satanique , αγγλ. satanic] | |
| 45128 | σατανικότητα | σα-τα-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μοχθηρία και δολιότητα: η ~ του σχεδίου της. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. διαβολικότητα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ