| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 45098 | σαρκοφάγος | , ος/α, ο σαρ-κο-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. (για ζώο) που τρέφεται με σάρκες: ~α: θηλαστικά/ψάρια.|| (ως ουσ.) Τα ~α. Βλ. κρεατο-, φυτο-, χορτο-φάγος. ΣΥΝ. σαρκοβόρος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: σαρκοφάγα/σαρκοβόρα φυτά: ΒΟΤ. που συμπληρώνουν τη διατροφή τους, συλλαμβάνοντας και αφομοιώνοντας μικρά ζώα, κυρ. έντομα και σκουλήκια. Βλ. διωναία. [< γαλλ. plantes carnivores] [< αρχ. σαρκοφάγος] | |
| 45099 | σαρκόφυτα | σαρ-κό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. σαρκόφυτο}: παχύφυτα. [< γαλλ. (plantes) succulentes] | |
| 45100 | σαρκώδης | , ης, ες σαρ-κώ-δης επίθ. {σαρκώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που έχει πολλή σάρκα, παχύς: ~η: χείλη.|| ~εις: καρποί. ~η: φρούτα (= χυμώδη).|| (ΒΟΤ.) ~ης: βλαστός. ~ης: ρίζα. ~η: φύλλα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. σαρκώδης] | |
| 45101 | σάρκωμα | σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος ο οποίος αναπτύσσεται σε ιστό που προέρχεται από το μεσόδερμα (κυρ. σε μυς, οστά, χόνδρους, αγγεία). Βλ. αγγειο~, λειομυο~, λεμφο~, λιπο~, οστεο~, ραβδομυο~, -ωμα2. [< μτγν. σάρκωμα 'σαρκώδες εξόγκωμα', γαλλ. sarcome, αγγλ. sarcoma] | |
| 45102 | σαρκωματώδης | , ης, ες σαρ-κω-μα-τώ-δης επίθ. {σαρκωματώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στο σάρκωμα: ~η νεοπλασματικά κύτταρα. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. sarcomateux, αγγλ. sarcomatous] | |
| 45103 | σαρκώνω | σαρ-κώ-νω ρ. (μτβ.) {σάρκω-σε, σαρκώ-θηκε, -μένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: (σπάν.-μτφ.) δίνω υλική υπόσταση, μορφή σε κάτι: Κατόρθωσε να ~σει το όραμά του. Βλ. αντικειμενικοποιώ, εξωτερικεύω. ΣΥΝ. ενσαρκώνω (2) ● Παθ.: σαρκώθηκε: ΘΕΟΛ. (για τον Χριστό) ενσαρκώθηκε: ο ~μένος Λόγος του Θεού. ΣΥΝ. ενανθρωπίστηκε [< αρχ. σαρκῶ] | |
| 45104 | σάρκωση | σάρ-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΘΕΟΛ. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σαρκώνω, ενσάρκωση: θεία ~. Το μυστήριο της ~ης του Θείου Λόγου/του Θεού/του Χριστού.|| (σπάν.-μτφ.) ~ της αλήθειας. [< μτγν. σάρκωσις] | |
| 45105 | σαρμάδες | σαρ-μά-δες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. σαρμάς}: ΜΑΓΕΙΡ. γιαπράκια. Βλ. λαχανο~, ντολμάδες. ● Υποκ.: σαρμαδάκια (τα) [< τουρκ. sarma] | |
| 45106 | σαρξ | ουσ. (θηλ.) {σαρκός} (λόγ.): σάρκα, κυρ. στις ● ΦΡ.: εις σάρκα μία(ν) (ΠΔ): για την ένωση δύο ανθρώπων με τα δεσμά του γάμου και κατ' επέκτ. για κάθε είδους ένωση ή συγχώνευση., εμπόριο λευκής σαρκός & σάρκας: επιχείρηση προώθησης γυναικών ή/και ανηλίκων στην πορνεία. Πβ. μαστροπεία, σωματεμπορία., το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής (ΚΔ): υπάρχει η θέληση για να γίνει κάτι, οι σωματικές όμως δυνάμεις δεν το επιτρέπουν., σάρκα από τη σάρκα μου βλ. σάρκα [< αρχ. σάρξ] | |
| 45107 | σαρόνγκ & σαρόγκ | σα-ρόν-γκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: παραδοσιακό ανδρικό και γυναικείο ένδυμα της Μαλαισίας και της Ινδονησίας που αποτελείται από ένα κομμάτι υφάσματος, το οποίο τυλίγεται συνήθ. γύρω από τη μέση σαν φούστα. Βλ. παρεό. [< αγγλ.-γαλλ. sarong] | |
| 45108 | σάρπα1 | βλ. εσάρπα | |
| 45109 | σάρπα2 | βλ. σάλπα | |
| 45110 | σάρωθρο | σά-ρω-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώθρου} ΤΕΧΝΟΛ. 1. μηχάνημα καθαρισμού, είδος ηλεκτρικής σκούπας: χειροκίνητο ~. ~ πεζού χειριστή. 2. όχημα με περιστρεφόμενες βούρτσες στο κάτω μέρος για τον καθαρισμό κυρ. των δρόμων: αναρροφητικό/αυτοκινούμενο/μηχανικό ~. Χειριστής ~ώθρου. Απορροφητικά ~α. Βλ. -θρο. [< μεσν. σάρωτρον, αγγλ. (street) sweeper] | |
| 45111 | σάρωμα | σά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) {σαρώμ-ατος}: η ενέργεια του σαρώνω: (συνήθ. μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επιχείρηση ~ατος (= σκούπα). ~ της σαπίλας. Ολοκληρωτικό ~ των δικαιωμάτων/κατακτήσεων. Πβ. αφανισμός, καταστροφή.|| (σπανιότ. μτφ.-θετ. συνυποδ.) ~ των τίτλων από μια ομάδα. Πβ. θρίαμβος, κατάκτηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πβ. σάρωση, σκανάρισμα.|| (σπάν.-επίσ.) ~ των οδών/σκουπιδιών. Πβ. σκούπισμα. [< μτγν. σάρωμα ‘σκουπίδια’, αγγλ. sweep] | |
| 45112 | σαρώνω | σα-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {σάρω-σα, σαρώ-σει, -θηκε, -μένος, σαρών-οντας} 1. παρασύρω κάτι με βιαιότητα, κατά συνέπεια το καταστρέφω ή το καταλύω: Σφοδρή καταιγίδα ~σε την περιοχή. Ο τυφώνας ~σε τα πάντα στο πέρασμά του.|| Η οικονομική κρίση θα ~σει τις εταιρείες. Κύμα ακρίβειας ~ει τα εισοδήματα. Νόμος που επιχειρεί να ~σει τα δικαιώματα/τις κατακτήσεις των εργαζομένων. Πβ. αφανίζω, ρημάζω. 2. (προφ.) κερδίζω τα πάντα, επικρατώ ολοκληρωτικά σε μια αναμέτρηση: ~σε την αγορά/τα βραβεία/τα μετάλλια/τα ταμεία/τους τίτλους. ~σαν στις εκλογές/στις εξετάσεις/στον τελικό. Η εκπομπή ~σε σε θεαματικότητα. Πβ. θριαμβεύω, σκίζω. 3. ΠΛΗΡΟΦ. σκανάρω: Οι φωτογραφίες ~θηκαν. 4. ελέγχω, ερευνώ εξονυχιστικά: Η Αστυνομία ~σε τα μαγαζιά για παράνομα τυχερά παιχνίδια. Πβ. χτενίζω. [< μτγν. σαρῶ 'σκουπίζω' 1,2: γαλλ. balayer, αγγλ. sweep 3: αγγλ. scan] | |
| 45113 | σάρωση | σά-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. σκανάρισμα: ~ βιβλίων/εικόνας/φιλμ. Συσκευή ~ης (= σαρωτής, σκάνερ). 2. ΠΛΗΡΟΦ. συστηματική εξέταση ή αναζήτηση δεδομένων: ~ αρχείων για ιούς. 3. ΤΕΧΝΟΛ. περιοδική διαδικασία ελέγχου φυσικού μεγέθους, μεταβλητής ή κατάστασης σε συνάρτηση με τον χρόνο, τη θέση στον χώρο ή και τα δύο ταυτόχρονα και η αποτύπωση των αποτελεσμάτων σε δισδιάστατο ή τρισδιάστατο γράφημα σε ηλεκτρονική οθόνη· μέθοδος (τηλε)ανίχνευσης με τη βοήθεια δέσμης ηλεκτρονίων: ~ συχνοτήτων/χώρου. Μικροσκόπιο/ραντάρ ηλεκτρονικής ~ης. Ελικοειδής ~ (: για αξονική τομογραφία). [< μτγν. σάρωσις 'σκούπισμα', αγγλ. scan] | |
| 45114 | σαρωτής | σα-ρω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή που μεταφέρει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή εικόνες, κείμενα, σχέδια, μετατρέποντάς τα σε ψηφιακή μορφή, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η αξιοποίησή τους από τον χρήστη (αποθήκευση, επεξεργασία, προώθηση, εκτύπωση): έγχρωμος/επαγγελματικός/ηλεκτρονικός/φορητός/ψηφιακός ~. ~ δικτύου/λέιζερ/χειρός. ~ γραμμωτού κώδικα/εγγράφων/φιλμ/φωτογραφιών. Επίπεδοι ~ές. ~ές δακτυλικών αποτυπωμάτων. ~ές με λογισμικό οπτικής αναγνώρισης. Βλ. αντιγραφικό, περιφερειακή συσκευή/μονάδα. ΣΥΝ. σκάνερ 2. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε ηλεκτρονικό σύστημα σάρωσης, ανίχνευσης: τρισδιάστατος ~. ~ές ασφαλείας/θερμοκρασίας (: σε αεροδρόμια, για ανίχνευση αντικειμένων ή επιβατών που έχουν πυρετό). Πβ. ανιχνευτής.|| (ΙΑΤΡ.) Εικόνες από ιατρικό ~ή (βλ. αξονικός, μαγνητικός τομογράφος). ~ές PET (: για την απεικόνιση του εγκεφάλου). [< μτγν. σαρωτής 'αυτός που σκουπίζει' 1: αμερικ. scanner, 1968, 2: αγγλ. ~, 1927] | |
| 45115 | σαρωτικός | , ή, ό σα-ρω-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) που παρασύρει και καταστρέφει τα πάντα: ~ός: ανεμοστρόβιλος. ~ή: έκρηξη/επιδημία/(αντ)επίθεση/θύελλα. ~ό: πέρασμα (του τυφώνα)/πλήγμα. ~ό κύμα ανεργίας/ακρίβειας. Πβ. καταστροφικός. 2. (μτφ.-θετ. συνυποδ.) καταλυτικός, ολοκληρωτικός, απόλυτος: ~ός: ανασχηματισμός. ~ή: αναδιάρθρωση/ανανέωση/επικράτηση/μεταρρύθμιση/νίκη. ~ό: προβάδισμα. ~ές: αλλαγές. ~ά: μέτρα. (για ομάδα) ~ ο ... συνέτριψε τον αντίπαλό του. 3. ΤΕΧΝΟΛ. που αναφέρεται στη σάρωση: ~ό ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. ● επίρρ.: σαρωτικά [< αγγλ. sweeping] | |
| 45116 | σας | αντων. βλ. εσύ | |
| 45117 | ΣΑΣ | (η): Σχολή Αεροπορίας Στρατού. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ